Grego moderno/Notas: diferenças entre revisões

Origem: Wikilivros, livros abertos por um mundo aberto.
[edição não verificada][edição não verificada]
Conteúdo apagado Conteúdo adicionado
Sem resumo de edição
Sem resumo de edição
Linha 1: Linha 1:
ANEXO I. Grego Moderno na Universidade de São Paulo e em Portugal.
--[[Especial:Contributions/143.107.27.159|143.107.27.159]] 21h28min de 19 de Dezembro de 2007 (UTC)ANEXO I. Grego Moderno na Universidade de São Paulo e em Portugal.


A Universidade de São Paulo [USP] tem mantido, desde 1990, um estreito relacionamento cultural e acadêmico com a Grécia , através do Ministério da Cultura daquele país e das Universidades Helênicas.. Este relacionamento vem se traduzindo por generosas doações de livros à Biblioteca Florestan Fernandes da FFLCH/USP e pela manutenção de um Professor- Visitante grego (Dimitris Anagnostópoulos), incumbido de ministrar aulas de cultura e língua neo-helênicas, no Departamento de Letras Modernas da Faculdade de Filosofia Letras e Ciências Humanas. No início deste mês, chegou à USP nova grande remessa de livros gregos, enviados pelo Ministério da Cultura da Grécia . Juntaram-se a outra remessa enorme, anterior, e já em avançado processo de tombamento.
A Universidade de São Paulo [USP] tem mantido, desde 1990, um estreito relacionamento cultural e acadêmico com a Grécia , através do Ministério da Cultura daquele país e das Universidades Helênicas.. Este relacionamento vem se traduzindo por generosas doações de livros à Biblioteca Florestan Fernandes da FFLCH/USP e pela manutenção de um Professor- Visitante grego (Dimitris Anagnostópoulos), incumbido de ministrar aulas de cultura e língua neo-helênicas, no Departamento de Letras Modernas da Faculdade de Filosofia Letras e Ciências Humanas. No início deste mês, chegou à USP nova grande remessa de livros gregos, enviados pelo Ministério da Cultura da Grécia . Juntaram-se a outra remessa enorme, anterior, e já em avançado processo de tombamento.
Linha 248: Linha 248:
234, παθητική φωνή, ψάλλομαι, I am sung
234, παθητική φωνή, ψάλλομαι, I am sung
235, ενεργητική φωνή, ψέλνω, I sing, scold
235, ενεργητική φωνή, ψέλνω, I sing, scold
LISTA DE VERBOS [2].

Esta lista contem as informações necessárias para conjugar qualquer verbo grego, nas duas vozes , ativa e passiva. Assim, indica para cada verbo, as seguintes partes:

(1) a primeira pessoa do singular do presente do indicativo, que termina em ω ou ώ, para obter o tema do presente, que permite formar os tempos do aspecto imperfectivo.

(2) a primeira pessoa do singular do aoristo, também chamado passado simples, para obter o tema do aóristo (do futuro ou do indefinido), que termina em σα ou να, ou é irregular, para formar os tempos do aspecto perfectivo da voz ativa,

(3) a primeira pessoa do singular do presente do indicativo da voz passiva, que termina em μαι,

(4) a primeira pessoa do singular do aóristo da voz passiva, que termina em θηκα ou τηκα ,

( 5) o particípio passado passivo que termina em μένος

Não é necessário indicar todas essas partes para todos os verbos, nem o particípio presente, que se obtem substituindo o ω do presente do indicativo por οντας.

αβγαταίνω, αβγάτυνα, αβγατισμένος, vt.act. increase
αβγατίζω, αβγάτισα, αβγατισμένος, vt.act. increase
αγαθοφέρνω, irr, bring good luck
αγαλλιάζω, αγαλλίασα, exult
αγανακτώ./ αγαναχτώ, αγανάκτησα./ αγανάχτησα, αγανακτισμένος./ αγαναχτισμένος, vi.act.mid.ppp. be indignant, angry, exasperated
αγαντάρω, αγάνταρα./ αγαντάρισα, αγανταρισμένος,
αγαπίζω, αγάπισα, vt.act. reconcile, vi.act.mid. become reconciled
αγαπώ./ αγαπάω, αγάπησα, αγαπιέμαι, αγαπήθηκα, αγαπημένος, vt. love
αγγαρεύω, αγγάρεψα, αγγαρεύτηκα, αγγαρεμένος vt. impose a task on
αγγέλλω, άγγειλα, αγγέλθηκα, αγγελμένος, irr, vt. announce
αγγίζω./ εγγίζω, άγγιξα, αγγίχτηκα, αγγιγμένος , vt. touch, offend, hurt, approach, μη μ'αγγίζεις!
αγιάζω, άγιασα./ αγίασα, αγιάστηκα, αγιασμένος, vt. sanctify
αγκαζάρω, αγκαζάρισα, αγκαζαρισμένος, vt.act. engage, book reserve
αγκαλιάζω, αγκάλισα, αγκαλιάστηκα, αγκαλιασμένος, vt. embrace, hug
αγκιστρώνω, αγκίστρωσα, αγκιστρώθηκα, αγκιστρωμένος,
αγκομαχαώ./ αγκομαχώ, vi. pant, be in the throes of death
αγκυλώνω, αγκύλωσα, αγκυλώθηκα, αγκυλωμένος, vt. prick, sting
αγκυροβολάω./ αγκυροβολώ, αγκυροβόλησα, αγκυροβολημένος, vi. anchor
αγκωνιάζω, αγκώνιασα, αγκωνιάστηκα, αγκωνιασμένος,
αγλαΐζω, vt. adorn
αγναντεύω, αγνάντεψα, vt.act. to see from afar
αγνοώ, αγνόησα, αγνοήθηκα, αγνοημένος, vt. ignore, αγνοούμαι, be ignored
αγοράζω, αγόρασα, αγοράστηκα, αγορασμένος, vt. buy, αγοράζομαι, be bought
αγορεύω, αγόρευσα./ αγόρεψα, vi. speak in public
αγριεύω, αγρίεψα, αγριεύτηκα, αγριεμένος, vt. make wild or fierce, scare, αγριεύομαι, vi.mid. become scared
αγριοκοιτάζω, vt. scowl at
αγροικώ./ γρικάω, γρίκησα, γρικήθηκα, vt.vi. hear, understand
αγρυπνάω./ αγρυπνώ, αγρύπνησα, αγρυπνισμένος, vi.act.mid.ppp. stay awake, keep watch
αγχώνω, άγχωσα, αγχώθηκα, αγχωμένος, vt. put under stress, αγχώνομαι, vi.mid. be under stress
άγω./ άγομαι, να αχθώ, irr, vt.vi.def.pres. lead, bring
αγωνίζομαι, αγωνίστηκα, vi.dep. struggle, contend
αγωνιώ, αγωνιούσα, vi.act.mid.def. to be death agony
αδειάζω, άδειασα, vt.act. empty, have time to spage, discharge gun
αδελφώνω./ αδερφώνω, αδέλφωσα./ αδέρφωσα, αδελφώθηκα./ αδερφώθηκα, αδελφωμένος./ αδερφωμένος, vt. reconcile, fraternize
αδημονώ, αδημονούσα, vi.act.mid. be anxiously impatient
αδιαθετώ, αδιαθέτησα, vi.act.mid. be unwell, menstruate
αδιαφορώ, αδιαφόρησα, vt.act. to neglect, vi.act.mid. be uninterested
αδικώ, αδίκησα, αδικήθηκα, αδικημένος, vt. wrong, do wrong, αδικούμαι, vi.mid. be wronged
αδρανοποιώ, αδρανοποίησα, αδρανοποιήθηκα, αδρανοποιημένος , vt. inactivate
αδρανώ, αδράνησα, vi.act.mid. be inactive, idle
αδράχνω, άδραξα, vt.act.act. seize, grasp
αδυνατίζω, αδυνάτισα, αδυνατισμένος, vt. weaken, make thin, vi.act.mid.ppp. lose weight
αδυνατώ, αδυνατούσα, vi.act.mid. be unable
άδω, sing
αερίζω, αέρισα, αερίστηκα, αερισμένος, vt. fan, ventilate
αεροβατώ, vi.act.mid. be in the clouds, dreaming
αεροκοπανίζω, chatter
αερολογώ, αερολόγησα, vi. talk nonsense
αηδιάζω, αηδίασα, αηδιασμένος, vt.act. to disgust, vi.act.mid.ppp. feel disgust
αθετώ, αθέτησα, αθετήθηκα, αθετημένος, vt. break word
αθλούμαι, αθλήθηκα, vi.dep. exercise
αθροίζω, άθροισα, αθροίστηκα, αθροισμένος, vt. assemble, add up
αθωώνω, αθώωσα, αθωώθηκα, αθωωμένος, vt. acquit
αιμάσσω, ήμαξα, ημαγμένος, bleed
αίρω, ήρα, άρω, άρθηκα, ηρμένος , irr, vt. raise, lift
αισθάνομαι, αισθάνθηκα , vt.dep. feel (the cold ), vi.mid.dep. feel (well ), sense
αισχύνομαι, vi.dep. feel ashamed
αιτιώμαι, vt.dep. blame
αιτώ, αιτούμαι, vt. request./ beg something
αιχμαλωτίζω, αιχμαλώτισα, αιχμαλωτίστηκα, αιχμαλωτισμένος, vt. take prisoner, capture, captivate
αιωρούμαι, swing, waver
ακινητώ./ ακινητοποιώ, ακινητοποίησα, ακινητοποιήθηκα, ακινητοποιημένος , vt. immobilize
ακκίζομαι, vi.dep. assume coquettish airs
ακμάζω, vi. flourish, prosper
ακολουθώ./ ακολουθάω, ακολούθησα, ακολουθήθηκα, vt. follow
ακονίζω, ακόνισα, ακονίστηκα, ακονισμένος, vt. sharpen, whet
ακουμπώ./ ακουμπάω, ακούμπησα, ακουμπισμένος, vi.act.mid.ppp. lean, rest
ακούω./ ακούγομαι, άκουσα, ακούστηκα, ακουσμένος , irr, vt. hear, listen, obey
ακριβαίνω, ακρίβυνα, vt. raise price of, pass.mid. become more expensive
ακροάζομαι, ακροάστηκα, vt.dep. listen to, auscultate
ακροώμαι, dep. listen to, give audience, auscultate
ακρωτηριάζω, vt. mutilate, amputate
ακτινοσκοπώ, vt. x-ray
ακυρώ./ ακυρώνω, ακύρωσα, ακυρώθηκα, ακυρωμένος, vt. nullify, clear
αλαλάζω, αλάλαξα , vi. cry, shout in joy
αλαλιάζω, αλάλιασα, αλαλιασμένος, vt.act. daze, stupefy, vi. be dazed
αλατίζω, αλάτισα, αλατίστηκα, αλατισμένος, vt. salt
αλαφιάζω, ... vi. be startled
αλεγράρω, αλεγράρισα, vt.act. liven up
αλέθω, άλεσα, αλέστηκα, αλεσμένος , vt. mill, grind corn
αλείφω./ αλείβω, άλειψα, αλείφτηκα, αλειμμένος, vt. rub, smear, spread, coat
αληθεύω, vi. come true, be right
αλιεύω, αλίευσα, αλιεύτηκα./ αλιεύθηκα, αλιευμένος, vt.vi. fish for
αλλάζω./ αλλάσσω, άλλαξα, αλλάχτηκα, αλλαγμένος , vt. change
αλληλογραφώ, αλληλογράφησα, vi. correspond
αλληλοσυγκρούομαι, vi. conflict
αλληλοτρώγομαι, vi.dep. squabble with each other
αλλοιθωρίζω, vi. squint
αλλοιώνω, vt. alter, falsify, deteriorate
αμαρτάνω./ αμαρταίνω, αμάρτησα, ημαρτημένος, irr, vi. commit a sin
αμείβω, άμειψα, αμείφτηκα, vt. reward, recompense
αμπαλάρω, αμπαλάρισα, αμπαλαρίστηκα, αμπαλαρισμένος, put in a package
αμφιβάλλω, αμφέβαλλα, irr, vi. doubt
αναβάλλω, ανέβαλα, αναβλήθηκα, (αναβεβλημένος ), irr, vt. postpone, anabolic steroids
αναβιώ, vi. revive
αναβλέπω, ανέβλεψα, ανάβλεψα, vt. look up, recover one's sight
αναβλύζω./ αναβρύζω, ανέβλυσα, ανάβλυσα, ανέβρυσα, vt. well up
ανάβω, άναψα, ανάφτηκα, αναμμένος, vt. light, ignite, turn on
αναγαλλιάζω, αναγάλλιασα, αναγαλλιασμένος, vi. exult
αναγγέλλω, ανάγγειλα./ ανήγγειλα, αναγγέλθηκα, αναγγελμένος, irr, vt. announce
αναγινώσκω, vt. read
αναγκάζω, ανάγκασα, αναγκάστηκα, αναγκασμένος, vt. force
αναγνωρίζω, αναγνώρισα, αναγνωρίστηκα, αναγνωρισμένος, vt. recognize
αναγορεύω, αναγόρευσα, αναγορεύτηκα./ αναγορεύθηκα, αναγορευμένος, vt. proclaim (ruler )
αναγράφω, ανέγραψα, αναγράφτηκα./ αναγράφηκα, αναγραμμένος, vt. inscribe
ανάγω, ανήγαγα, (να αναχθώ ), irr, vt. raise, reduce, trace back, vi. relate to, date from
αναδεικνύω./ αναδείχνω, ανέδειξα./ ανάδειξα, αναδείχθηκα./ αναδείχτηκα, αναδειγμένος, vt. set./ show off, select, αναδεικνύομαι, vi.mid. distinguish oneself
αναδεύω, ανάδεψα, αναδεύτηκα, vt.vi. stir, move
αναδέχομαι, vt. understand, sponsor, support
αναδίδω, irr, vt. emit, give forth
αναδίνω, ανάδωσα, irr, give off steam, smell
αναδίφω, αναδίφησα, vt.act. search through, scrutinize
αναδύομαι, αναδύθηκα./ ανεδύθην, vi.dep. emerge, break surface
αναζητάω./ αναζητώ, αναζήτησα, αναζητήθηκα, vt. look up, search high and low for
αναζωογονώ, vt. revivify
αναζωπυρώ, vt. rekindle
αναθαρρεύω./ αναθαρρώ, αναθάρρεψα./ αναθάρρησα, αναθαρρεμένος./ αναθαρρημένος, vi.act.mid.ppp. take fresh courage
αναθεματίζω, αναθεμάτισα, αναθεματίστηκα, αναθεματισμένος, vt. interdict, curse
αναθέτω, ανέθεσα./ ανάθεσα, ανατίθεμαι, ανατέθηκα./ ανετέθην, ανατεθειμένος, irr, vt. charge, entrust, present offering
αναθρώσκω, vi. rise (of smoke ), be kindled (of hope )
αναιρώ, αναίρεσα, αναιρέθηκα, αναιρεμένος, , vt. refute, revoke
αναισθητοποιώ, αναισθητοποίησα, αναισθητοποιήθηκα, αναισθητοποιημένος , vt. anaesthetize
ανακαινίζω, ανακαίνισα, ανακαινίστηκα, ανακαινισμένος, vt. renovate, renew
ανακαλύπτω, ανακάλυψα, ανακαλύφθηκα./ ανακαλύφτηκα, ανακαλυμμένος, vt. discover, find out
ανακαλώ, ανακάλεσα, ανακλήθηκα, ανακλημένος, irr, vt. recall, revoke, countermand
ανακατεύω, ανακάτεψα, ανακατεύθηκα, ανακατεμένος, vt. mix up, stir, involve, confuse, shake, ανακατεύομαι, vi.mid. get involved, interfere, feel sick
ανακατώνω, ανακάτωσα, ανακατώθηκα, ανακατωμένος, -> ανακατεύω
ανακινώ, ανακίνησα, ανακινήθηκα, ανακινημένος, vt. stir up, revive
ανακλώ, ανάκλασα, ανακλώμαι, ανακλάστηκα, ανακλασμένος, vt. reflect
ανακοινώνω./ ανακοινώ, ανακοίνωσα, ανακοινώθηκα, ανακοινωμένος, vt. announce
ανακτώ, ανέκτησα, ανακτώμαι, ανακτήθηκα, ανακτημένος, vt. regain
αναλαμβάνω./ αναλαβαίνω, ανέλαβα./ ανάλαβα, αναλήφθηκα, ανειλημένος, irr, vt. assume, recover, take over, undertake
αναλύω, ανέλυσα./ ανάλυσα, αναλύθηκα, αναλυμένος, vt. analyse, melt
αναμειγνύω./ αναμιγνύω, ανέμειξα./ ανάμειξα, ανεμείχθηκα./ αναμείχτηκα, αναμεμειγμένος./ αναμειγμένος, irr, vt. mix together, αναμιγνύομαι, vi.mid. get involved, interfere
ανανεώνω, ανανέωσα, ανανεώθηκα, ανανεωμένος, vt. renew, replace, reform
αναπαριστώ./ αναπαριστάνω, αναπαρέστησα, αναπαρίσταμαι./ αναπαριστάνομαι, αναπαραστάθηκα, αναπαραστημένος, irr, vt. reconstruct, represent, depict, portray
αναπνέω, ανέπνευσα./ ανάπνευσα, vi. breathe
αναπτύσσω, ανέπτυξα./ ανάπτυξα, αναπτύχθηκα, ανεπτυγμένος, vt. unfold, develop, expound, evolve, deploy (troops ), increase (speed )
ανασκάπτω, ανέσκαψα, ανασκάπτομαι, ανασκάφηκα./ ανασκάφτηκα, ανασκαμμένος, irr, vt. dig, excavate
ανασκευάζω, ανασκεύασα, ανασκευάστηκα, ανασκευασμένος, vt. refute
ανασταίνω, ανάστησα, αναστήθηκα, αναστημένος, vt. resurrect
αναστατώνω, αναστάτωσα, αναστατώθηκα, αναστατωμένος, vt. disrupt, disturb, mess up
αναστέλλω, ανέστειλα, αναστέλλομαι, (ανεστάλη-ανεστάλησαν ), irr, vt. check, stay, inhibit, suspend, stop
αναστενάζω, αναστέναξα , vi. sigh
αναστηλώνω, αναστήλωσα, αναστηλώθηκα, αναστηλωμένος,
ανασυγκροτώ, ανασυγκρότησα, ανασυγκροτήθηκα, ανασυγκροτημένος,
ανασυνδέω, vt. reconnect
ανασυνθέτω, ανασύνθεσα./ ανασυνέθεσα, ανασυντέθηκα, irr,
ανασυντάσσω, ανασύνταξα./ ανασυνέταξα, ανασυντάχθηκα, ανασυνταγμένος, reply, regroup, rewrite
ανατέλλω, ανέτειλα./ ανάτειλα, irr, vi. rise, appear, dawn
ανατριχίαζω, ανατρίχιασα, vi. shiver
αναφέρω, ανέφερα./ ανάφερα, αναφέρθηκα, irr, vt. mention, αναφέρομαι σε, vi.mid refer to
αναχωρώ, αναχώρησα, vi. depart, go away, leave
ανεβάζω./ αναβιβάζω, ανέβασα, (ανέβηκα ), ανεβασμένος, vt.act.ppp. raise, carry./ lift./ put up
ανεβαίνω./ αναβαίνω, ανέβηκα, ανέβω./ ανεβώ, (ανέβα, ανεβείτε ), ανεβασμένος, irr, vt.act.semi.ppp. ascend, climb passive of ανεβάζω: νέο έργο ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο
ανέχομαι, ανέχτηκα./ ανέχθηκα, vt.dep. tolerate, bear
ανήκω, (imperf. ανήκα ), irr, vt.def. belong
ανησυχώ, ανησύχησα, vi. be worried, μην ανησυχείς, να είσαι καλά! don't worry; be happy!
ανηφορίζω, ανηφόρισα,
ανθίζω, άνθισα, ανθισμένος, vi.act.mid.ppp. flower, blossom, thrive
ανθίσταμαι, αντιστάθηκα./ αντέστην, irr, vi.dep.def.pres. resist
ανθολογώ, ανθολόγησα, ανθολογήθηκα, ανθολογημένος, select the best specimens, anthology
ανθοφορώ,
ανθρωπεύω, ανθρώπεψα, civilize, improve, become civilized
ανθώ, άνθησα, ανθισμένος, vi. blossom, flourish
ανιστορώ, ανιστόρησα, ανιστορήθηκα, ανιστορημένος, recollect, relate, decorate
ανιχνεύω, ανίχνευσα, ανιχνεύτηκα./ ανιχνεύθηκα, ανιχνευμένος, vt. track, derect
ανοιγοκλείνω, ανοιγόκλεισα, vt. open and close
ανοίγω, άνοιξα, ανοίχτηκα, ανοιγμένος, vt. open
ανοικοδομώ, ανοικοδόμησα, ανοικοδομήθηκα, ανοικοδομημένος, vt. rebuild
ανορθώνω, ανόρθωσα, ανορθώθηκα, ανορθωμένος, vt. stand upright, raise, restore
ανοσιουργώ, ανοσιούργησα,
ανοσοποιώ, ανοσοποίησα, ανοσοποιήθηκα, ανοσοποιημένος,
ανταγωνίζομαι, ανταγωνίστηκα, vt.dep. rival, conflict with
ανταλλάσσω./ ανταλλάζω, αντάλλαξα, ανταλλάχθηκα./ ανταλλάχτηκα, ανταλλαγμένος, vt. exchange, antiallazo
ανταμείβω, αντάμειψα, ανταμείφτηκα./ ανταμείφθηκα, vt. reward
ανταμώνω, αντάμωσα, ανταμώθηκα, ανταμωμένος, meet
αντανακλώ, αντανάκλασα, αντανακλάστηκα, αντανακλασμένος, reflect
ανταπαιτώ, ανταπαίτησα,
ανταπαντώ, ανταπάντησα,
ανταποδίδω, ανταπέδωσα./ ανταπόδωσα, ανταποδόθηκα, ανταποδομένος, irr, vt. render, return, give back
ανταποκρίνομαι, ανταποκρίθηκα,
ανταριάζω, αντάριασα, ανταριασμένος,
ανταρτεύω, αντάρτεψα,
αντενδείκνυται, αντενδείκνυνται, be contradicted
αντεπεξέρχομαι, αντεπεξήλθα, irr, vi.dep. face
αντεπιτίθεμαι, αντεπιτέθηκα, counter-attack
αντερωτώ, αντερώτησα,
αντεύχομαι, αντευχήθηκα,
αντέχω, άντεχα./ άντεξα, vt.act. resist, endure, hold firm, vi. tolerate, withstand
αντιγράφω, αντέγραψα, αντιγράφτηκα./ αντιγράφηκα, αντιγραμμένος, vt. copy
αντιδρώ./ αντιδράω, αντέδρασα, vi. react, be opposed to
αντιθέτω, αντέθεσα, αντιτίθεμαι, αντετέθην./ αντιτέθηκα, irr, vt. set against, oppose, vi. be opposed
αντιλαμβάνομαι, αντιλήφθηκα, irr, vt.dep. understand, perceive, notice
αντιλέγω, αντείπα, irr, vt.act. contradict, vi.act. disagree, object, retort, say the opposite
αντιμετωπίζω, αντιμετώπισα, αντιμετωπίστηκα, vt. resist, confront, face, brave
αντιπροσωπεύω, αντιπροσώπευσα, αντιπροσωπεύτηκα./ αντιπροσωπεύθηκα, αντιπροσωπευμένος, vt. represent
αντιτάσσω, αντέταξα, αντιτάχθηκα./ αντιτάχτηκα, array
αντιτείνω, αντέτεινα, irr, vi. object to proposal
αντιτίθεμαι, αντιτέθηκα, vi.dep. be opposed
αντλώ, άντλησα, αντλήθηκα, αντλημένος, vt. draw (conclusion ), find (information ), pump (liquid )
αξίζω, άξισα , vi.def. be worth, cost, deserve
αξιολογώ, αξιολόγησα, αξιολογήθηκα, αξιολογημένος, distinguish, noteworthy
αξιοποιώ, αξιοποίησα, αξιοποιήθηκα, αξιοποιημένος , vt. develop, exploit
αξιώνω, αξίωσα, αξιώθηκα, vt. judge worthy, αξιώνομαι, vi.mid. manage, contrive
απαγέλλω, απήγγειλα./ απάγγειλα, απαγγέλθηκα, απαγγελμένος
απαγκιάζω, απάκιασα
απαγκιστρώνομαι, απαγκιστρώθηκα, απαγκιστρωμένος
απαγορεύω, απαγόρευσα./ απαγόρεψα, απαγορεύτηκα./ απαγορεύθηκα, απαγορευμένος , vt. ban, forbid, prohibit
απάγω, απήγαγα, απήχθη - απήχθησαν, irr, vt. abduct, carry off
απαιτώ, απαίτησα, απαιτήθηκα, vt. demand, claim, require
απαλλάσσω, απάλλαξα, απαλλάσσομαι, απαλλάχθηκα./ απαλλάχτηκα, να απαλλαχτώ./ απαλλαγώ, απαλλαγμένος, irr, vt. exempt, deliver, release, absolve, relieve (of duties )
απαντάω./ απαντώ, απάντησα, απαντιέμαι./ απαντώμαι, απαντήθηκα, απαντημένος, vt. to answer
απατάω./ απατώ, απάτησα, απατήθηκα, απατημένος, vt. cheat, deceive, απατιέμαι./ απατώμαι, vi.mid. be mistaken, misstep
απειλώ, απείλησα, απειλήθηκα, απειλημένος, vt. threaten
απελαύνω, απέλασα./ απήλασα, απηλάθηκα, irr, vt. deport
απευθύνω, απηύθυνα./ απεύθυνα, απευθύνθηκα, vt. deliver, απευθύνομαι, vi.mid, address, appeal, apply to
απεχθάνομαι , vi.dep.def. loathe
απέχω, απείχα, irr, vi. be far from
απηχώ,
απιθώνω, απίθωσα, απιθώθηκα, απιθωμένος,
απλοποιώ, απλοποίησα, απλοποιήθηκα, απλοποιημένος , vt. simplify
απλουστεύω, απλούστευσα./ απλούστεψα, απλουστεύτηκα./ απλουστεύθηκα, απλουστευμένος , vt. simplify
απλώνω, άπλωσα, απλώθηκα, απλωμένος, spread, stretch out, hang, απλώνομαι, vi.mid. extend one's activities
αποβαίνει, αποβαίνουν, (να αποβεί - να αποβούν ),
αποβάλλω, απέβαλα, αποβλήθηκα, αποβλημένος, irr, vt. cast off, dismiss, lose, vi. miscarry
απογίνομαι, απόγινα./ απέγινα, irr,
αποδεικνύω./ αποδείχνω, απέδειξα./ απόδειξα, αποδείχθηκα./ αποδείχτηκα, αποδειγμένος./ αποδεδειγμένος, prove, demonstrate
αποδίδω, απέδωσα./ απόδωσα, αποδόθηκα, αποδομένος./ αποδοσμένος, irr, vt. give back, return, attribute, credit with, render
αποθαρρύνω, αποθάρρυνα, αποθαρρύνθηκα, αποθαρρημένος, vt. discourage, demoralize
αποθέτω, απέθεσα./ απόθεσα, αποτίθεμαι, αποτέθηκα, irr, vt. put down, deposit, confide, αποθήκη, store
αποθηκεύω, αποθήκευσα./ αποθήκεψα, αποθηκεύτηκα./ αποθηκεύθηκα, αποθηκευμένος , vt. store
αποκαλύπτω, αποκάλυψα, αποκαλύφθηκα./ αποκαλύφτηκα, vt. uncover, reveal
αποκάνω./ αποκάμνω, απόκανα./ απόκαμα, αποκαμωμένος, irr, vt.act. finish off, vi.act.mid.ppp. get tired, get weary
αποκλείω, απέκλεισα./ απόκλεισα, αποκλείστηκα, αποκλεισμένος, vt. close off, αποκλείεται! ausgeschloßen, out of the question!
αποκρίνομαι, αποκρίθηκα,
αποκρούω, απέκρουσα./ απόκρουσα, αποκρούστηκα, vt. refute, reject, repel, repulse
αποκτάω./ αποκτώ./ αποχτώ, απόκτησα./ απέκτησα, αποκτιέμαι./ αποκτώμαι, αποκτήθηκα./ αποχτήθηκα, αποκτημένος, vt. acquire, obtain, αποκτήστε το τώρα! get it today!
απολαμβάνω./ απολαύω, απήλαυσα./ απόλαυσα, απολαύσω, απέλαβον, irr, vt.act. gain, get, enjoy, relish, vi.gen. enjoy, experience
απολεπίζω, απολέπισα, απολεπίστηκα, απολεπισμένος,
απολήγω, def.
απολιθώνω, απολίθωσα, απολιθώθηκα, απολιθωμένος,
απολογούμαι./ απολογιέμαι, απολογήθηκα, vi.dep. defend onself, apologize
απολυμαίνω, απολύμανα, απολυμάνθηκα, απολυμασμένος, vt. decontaminate, disinfect, fumigate
απολύω, απέλυσα./ απόλυσα, απολύθηκα, απολυμένος, vt. release, dismiss, let loose, (absolve -> απαλλάσσω )
απομακρύνω, απομάκρυνα, απομακρύνθηκα, απομακρυσμένος, move away, entfernen
απομένω, απέμεινα./ απόμεινα, remain
απομονώνω, απομόνωσα, απομονώθηκα, απομονωμένος, vt. insulate, isolate, separate, απομονώνομαι από, vi.mid. withdraw from
αποπαίρνω, αποπήρα, irr.
αποπειρώμαι, αποπειράθηκα, irr, vi.dep. attempt
αποπέμπω, απέπεμψα, αποπέμφθηκα,
αποπερατώνω, αποπεράτωσα, αποπερατώθηκα, αποπερατωμένος,
αποπλανώ, αποπλάνησα, αποπλανήθηκα, αποπλανημένος,
αποπλέω, απέπλευσα,
αποπνέω,
αποποιούμαι, αποποιήθηκα,
αποπροσανατολίζω, αποπροσανατόλισα, αποπροσανατολίστηκα, αποπροσανατολισμένος,
απορρέω, vi.def. flow (from )
απορρίπτω, απέρριψα./ απόρριψα, απορρίφθηκα./ απορρίφτηκα, vt. refuse
απορρίχνω, απόρριξα, miscarry
απορώ, απόρησα, απορημένος, vi.act.mid.ppp. be astonished, surprised, wonder
αποσπώ./ αποσπάω, απέσπασα, αποσπάστηκα, αποσπασμένος, vt. detach
αποστάζω, απόσταξα./ απέσταξα, αποσταγμένος./ απεσταγμένος , ppp
αποσταίνω, απόστασα, αποστασμένος,vi.ppp. be tired
αποστασιοποιούμαι, αποστασιοποιήθηκα, αποστασιοποιημένος,
αποστατώ, αποστάτησα,
αποστειρώνω, αποστείρωσα, αποστειρώθηκα, αποστειρωμένος,
αποστέλλω, απέστειλα, απεστάλη-απεστάλησαν, απεσταλμένος, irr,
αποσυνδέω, αποσύνδεσα, αποσυνδέθηκα, αποσυνδεμένος./ αποσυνδεδεμένος, vt. disconnect
αποσυντίθεμαι, αποσυντέθηκα, αποσυντεθειμένος, irr, vi.dep. decompose, rot
αποσύρω, απόσυρα, αποσύρθηκα, αποσυρμένος, irr, vt. withdraw, retract, take away
αποτελώ, αποτέλεσα, αποτελέστηκα, αποτελούμενος, vt. to be, make up, form, constitute, αποτελούμαι, vi.mid.def. consist of
αποτίω./ αποτίνω, απέτισα, αποτίομαι, pay
αποτυχαίνω./ αποτυγχάνω, απέτυχα./ απότυχα, αποτυχημένος, irr, vi.act.mid.ppp. fail, be unsuccesful
αποφασίζω, αποφάσισα, αποφασίστηκα, αποφασισμένος, vt. decide on
αποφέρω, απέφερα, irr, vi. produce
αποφεύγω, απέφυγα./ απόφυγα, αποφεύγομαι, αποφεύχθηκα, irr, vt. avoid, escape
αποφλοιώνω, αποφλοίωσα, αποφλοιώθηκα, αποφλοιωμένος,
αποφοιτώ, αποφοίτησα,
αποφορτίζω, αποφόρτισα, αποφορτίστηκα, αποφορτισμένος,
αποφράζω, απέφραξα./ απόφραξα, αποφράχτηκα./ αποφράχθηκα ,
αποφυλακίζω, αποφυλάκισα, αποφυλακίστηκα, αποφυλακισμένος,
αποχαιρετάω./ αποχαιρετώ./ αποχαιρετίζω, αποχαιρέτισα, αποχαιρετίστηκα,
αποχαλινώνω,
αποχαυνώνω,
αποχρωματίζω,
αποχωρίζω, αποχώρισα, αποχωρίστηκα, αποχωρισμένος, vt. separate, αποχωρίζομαι, vi.mid. part from
αποχωρώ, αποχώρησα, vi. withdraw, resign
αποψιλώ,
άπτομαι,
απωθώ,
αραδιάζω,
αράζω, άραξα, αραγμένος , moor, tie up, come to rest
αραιώνω, αραίωσα, αραιώθηκα, αραιωμένος, thin or spread out, dilute, make or become fewer
αργάζω, άργασα, αργάστηκα, αργασμένος, vt. tan
αργώ, άργησα, vt.act. delay, make late, hold up, vi.act.mid be late, μην αργήσεις!
αρέσω, άρεσα, irr, vi. be pleasing to, την αρέσω, she likes me.
αρκώ, άρκεσα./ ήρκεσα, αρκέστηκα./ ηρκέσθην, irr, vt. suffice
αρμόζει, αρμόζουν, vi.impers. fit, be suitable
αρνούμαι./ αρνιέμαι, αρνήθηκα, vt.dep. deny, refuse, negate
αρπάζω, άρπαξα, αρπάχτηκα, αρπαγμένος , vt. snatch, catch, seize, steal, grab, αρπάζομαι, vi.mid. come to blows, lose one's temper
αρραβωνιάζω, αρραβώνιασα, αρραβωνιάστηκα, αρραβωνιασμένος, vt. betroth, αρραβωνιάζομαι, vi.mid. get engaged
αρρωσταίνω, αρρώστησα, αρρωστημένος, vt.act. make sick./ ill, vi.act.mid.ppp. get sick
αρταίνω, άρτυσα, αρτύθηκα, αρτυμένος./ αρτυσμένος, irr, vt. spice, αρταίνομαι
αρχαΐζω,
αρχίζω, άρχισα, αρχινισμένος, vt.act. begin, start
αρχινάω./ αρχινώ, αρχίνησα, αρχινισμένος, vt. begin
αρωματίζω, αρωμάτισα, αρωματίστηκα, αρωματισμένος,
ασβεστώνω, ασβέστωσα, ασβεστώθηκα, ασβεστωμένος,
ασεβώ, ασέβησα,
ασελγώ, ασέλγησα,
ασημώνω, ασήμωσα, ασημώθηκα, ασημωμένος,
ασθενώ, ασθένησα,
ασθμαίνω, vi.def. pant, be out of breath
ασκητεύω, ασκήτεψα,
ασκώ, άσκησα, ασκήθηκα, ασκημένος, vt. exercise, practise, ασκούμαι, vi.mid. exercise oneself, η άσκηση, the exercize
ασπάζομαι, ασπάστηκα,
ασπρίζω, άσπρισα, ασπρίστηκα, ασπρισμένος,
αστειεύομαι, αστειεύτηκα, vi.dep. be joking
αστικοποιώ, αστικοποίησα, αστικοποιήθηκα, αστικοποιημένος,
αστοχώ, αστόχησα,
αστράφτω, άστραψα, vi. flash, lighten, shine, sparkle, αστράφτει, vi.impers. it's lightening
αστυνομεύω, αστυνόμευσα,
ασφαλίζω, ασφάλισα, ασφαλίστηκα, ασφαλισμένος,
ασφαλτοστρώνω, ασφαλτόστρωσα, ασφαλτοστρώθηκα, ασφαλτοστρωμένος,
ασφύκτιώ,
ασχημαίνω, ασχήμυνα,
ασχημίζω, ασχήμισα,
ασχημονώ,
ασχολούμαι./ ασχολιέμαι, ασχολήθηκα, vi.dep.mid. engage in, keep busy, occupy myself
ατενίζω, ατένισα,
ατιμάζω, ατίμασα, ατιμάστηκα, ατιμασμένος,
ατονώ, ατόνησα,
ατροφώ, ατρόφησα,
ατσαλώνω, ατσάλωσα, ατσαλώθηκα, ατσαλωμένος,
ατυχώ, ατύχησα, vi.act.mid. be unlucky
αυγοκόβω, αυγόκοψα, αυγοκομμένος,
αυθαδιάζω, αυθαδίασα,
αυθαιρετώ, αυθαιρέτησα,
αυθυποβάλλομαι, αυθυποβλήθηκα,
αυλακώνω, αυλάκωσα, αυλακώθηκα, αυλακωμένος,
αυνανίζομαι, αυνανίστηκα,
αυξάνω./ αυξαίνω, αύξησα, αυξήθηκα, αυξημένος, irr, vt. increase
αυξομειώνω, αυξομείωσα, αυξομειώθηκα,
αυτενεργώ, αυτενέργησα,
αυτοεξυπηρετούμαι, αυτοεξυπηρετήθηκα,
αυτοκτονώ, αυτοκτόνησα, vi. commit suicide, kill oneself
αυτοματοποιώ, αυτοματοποίησα, αυτοματοποιήθηκα, αυτοματοποιημένος , vt. automate
αυτομολώ, αυτομόλησα,
αυτονομούμαι, αυτονομήθηκα, αυτονομημένος,
αυτοπατώμαι,
αυτοσχεδιάζω, αυτοσχεδίασα,
αφαιρώ, αφαίρεσα, αφαιρέθηκα, αφαιρεμένος, vt. abstract, cut, remove, steal, distract
αφανίζω, αφάνισα, αφανίστηκα, αφανισμένος, vt. annihilate, harass, αφανίζομαι vi.mid. vanish, be destroyed
αφηγούμαι, αφηγήθηκα, vt.dep. narrate
αφήνω, άφησα./ άφηκα, αφέθηκα, αφημένος, irr, vt. let, leave
αφθονώ, vi.def. abound
αφιερώνω, αφιέρωσα, αφιερώθηκα, αφιερωμένος, vt. dedicate, devote, αφιερώνομαι σε κάτι, vi.mid. devote oneself to sth
αφιονίζω, αφιόνισα, αφιονίστηκα, αφιονισμένος,
αφίσταμαι, απέστην, dep. to differ, hold aloof
αφομοιώνω, αφομοίωσα, αφομοιώθηκα, αφομοιωμένος, vt. assimilate
αφοπλίζω, αφόπλισα, αφοπλίστηκα, αφοπλισμένος,
αφορά-αφορούν, imperf. αφορούσε-αφορούσαν, vt.impers. relate to, concern
αφορίζω, αφόρισα, αφορίστηκα, αφορισμένος,
αφοσιώνομαι, αφοσιώθηκα, αφοσιωμένος, vi.dep.mid. to devote oneself
αφουγκράζομαι, αφουγκράστηκα,
αφρίζω, άφρισα, αφρισμένος,
αφυπηρετώ, αφυπηρέτησα,
αφυπνίζω, αφύπνισα, αφυπνίστηκα, αφυπνισμένος,
αχνίζω, άχνισα,
αχνοφέγγω,
αχολογάω./ αχολογώ, αχολόγησα,
αχρηστεύομαι, αχρηστεύτηκα./ αχρηστεύθηκα, αχρηστευμένος,
αψηφάω./ αψηφώ, αψήφησα, vt. brave, narguer, mépriser, neglect, forget, defy
αψιμαχώ, vi.def. skirmish

βαβίζω, βάβισα, vi. bark, cry, scream
βαδίζω, βάδισα, vi. walk, march, move
βάζω./ βάνω, έβαλα, βάλθηκα, βαλμένος, irr, vt. lay, place, wear, put ./ down./ in./ on, κάτω./ μέσα.
βαθαίνω, βάθυνα, vt.act. make deeper, vi. get deeper, grow hollow, widen
βαθμολογώ, βαθμολόγησα, βαθμολογήθηκα, βαθμολογημένος, vt. note, grade
βαθουλώνω, βαθούλωσα, βαθουλωμένος, vt.act. sculpt, empty, hollow out, vi. become hollow
βαίνω, έβην, come, venir, go
βαλαντώνω, βαλάντωσα, βαλαντωμένος, vi.ppp. be tired, exhausted
βάλλω, έβαλα, βλήθηκα./ εβλήθην, βεβλημένος, irr, vt. to throw
βαλσαμώνω, βαλσάμωσα, βαλσαμώθηκα, βαλσαμένος, vt. embalm, stuff
βαλτώνω, βάλτωσα, βαλτωμένος, vi.ppp. stagnate, sink, become a marsh
βαραθρώνω, βαράθρωσα, βαραθρώθηκα, βαραθρωμένος, vt. throw over a precepice, destroy, ruin
βαραίνω, βάρυνα, vt. be a burden on, vi. weigh, become heavy
βαράω./ βαρώ, βάρεσα, βαρεμένος, vt. bang, beat, kick, do, hit, shoot, vi. be hurt
βαριακούω, vi.def. be hard on the ears
βαριαναστενάζω, βαριαναστέναξα , vi. sigh, shiver
βαριαρρωστάω./ βαριαρρωστώ, βαριαρρώστησα, vi. become very sick
βαριέμαι, βαρέθηκα, (βαριεστισμένος ), vt.dep. be bored with, vi.dep. be bored
βαριεστάω, βαριέστησα, βαριεστημένος, vi.ppp. have enough, be bored
βαριοφαίνεται-βαριοφάνηκα, irr, vi.def.impers. displease
βαρυγκωμάω./ βαρυγκωμώ, βαρυγκώμησα,
βαρύνω, βάρυνα, βαρύνθηκα-εβαρύνθην, βεβαρημένος, vt. weigh down, βαρύνομαι, vi.mid.def. be laid to one's charge
βαρυστομαχιάζω, βαρυστομάχιασα, βαρυστομαχιασμένος, vi.ppp. have indigestion, stomach ache
βασανίζω, βασάνισα, βασανίστηκα, βασανισμένος, vt. torment, torture, βασανίζομαι, vi.mid. struggle, torture oneself
βασίζω, βάσισα, βασίστηκα, βασισμένος, vt. base, βασίζομαι, vi.mid. rely
βασιλεύω, βασίλεψα, vi. reign, set (sun )
βασκαίνω, βάσκανα, βασκάθηκα, βασκαμένος, vt. cast evil eye upon
βαστάζω, βάσταξα, βαστάχτηκα, βασταγμένος , vt. carry, support
βαστάω./ βαστώ, βάσταξα./ βάστηξα, βαστάχτηκα./ βαστήχτηκα, βασταγμένος./ βαστηγμένος, vt. hold, contain, support, carry, keep, βαστιέμαι, vi.mid. control oneself
βατεύω, βάτεψα, βατεύτηκα, βατεμένος, vt. cover an animal
βαυκαλίζω, βαυκάλισα, βαυκαλίστηκα, βαυκαλισμένος, vt. rock./ lull to sleep
βαφτίζω./ βαπτίζω, βάφτισα, βαφτίστηκα, βαφτισμένος, vt. baptize, name, call, christen
βάφω, έβαφα, έβαψα, βάψε, βάψου, βάφηκα./ βάφτηκα, βαμμένος, irr, vt. paint
βγάζω, έβγαλα, βγάλθηκα, βγαλμένος, irr, vt. take out./ off, get off, remove, extract
βγαίνω, βγήκα, βγω, (βγες./ έβγα, βγείτε ), βγαλμένος, irr, vi.ppp.semi. come./ go out, exit
βεβαιώνω, βεβαίωσα, βεβαιώθηκα, βεβαιωμένος, vt. affirm, assure, βεβαιώνομαι, vi.mid. make sure
βεβηλώνω, βεβήλωσα, βεβηλώθηκα, βεβηλωμένος, vt. desecrate
βελάζω, βέλαξα , vi. bleat
βελονιάζω, βελόνιασα, βελονιάστηκα, βελονιασμένος, vt. thread, stitch, prick
βελτιώνω, βελτίωσα, βελτιώθηκα, βελτιωμένος, vt. improve, enhance, βελτιώνομαι, vi.mid. get./ become better, η βελτίωση, improvement
βερνικώνω, βερνίκωσα, βερνικώθηκα, βερνικωμένος, vt. varnish
βηματίζω, βημάτισα, vi. walk, pace
βήχω, έβηξα, vi.act. cough
βιάζω, βίασα./ έβιασα, βιάστηκα, βιασμένος, vt. force, urge, rape, βιάζομαι vi.mid, be in a hurry
βιαιοπραγώ, βιαιοπράγησα, vi. act with violence
βιβλιοδετώ, βιβλιοδέτησα, βιβλιοδετήθηκα, βιβλιοδετημένος, vt. bind a book
βιγλίζω, βίγλισα, vt.act. keep a look-out (for ), vi. keep guard,
βιδώνω, βίδωσα, βιδώθηκα, βιδωμένος, vt. screw
βιντεοσκοπώ, βιντεοσκόπησα, βιντεοσκοπήθηκα, βιντεοσκοπημένος, vt. video-record
βιομηχανοποιώ, βιομηχανοποίησα, βιομηχανοποιήθηκα, βιομηχανοποιημένος , industrialize
βιράρω, βιράρισα, vi. weigh anchor
βιώνω, βίωσα, βιώθηκα, βιωμένος, vt. live, experience, participate
βλάπτω./ βλάφτω, έβλαψα, βλάφτηκα, βλαμμένος, vt. harm, damage
βλασταίνω./ βλαστάνω./ βλαστίζω, βλάστησα, vi. sprout, grow shoots
βλαστημάω./ βλαστημώ, βλαστήμησα, vt.act.vi. curse, blaspheme
βλαστολογώ, βλαστολόγησα, vt. ? vignard
βλασφημώ, βλασφήμησα, vt.act.vi. blaspheme
βλέπω, είδα, (δω, δεις, δούμε... ), (δες, δέστε./ δείτε ), βλέπομαι, ειδώθηκα, ιδωθώ, ιδωμένος, irr, vt. to see, look, watch, be seen
βλογάω./ βλογώ, βλόγησα, βλογήθηκα, βλογημένος, vt. bless, ευλογώ,
βογκαώ./ βογκώ./ βογγάω, βόγκηξα, vi. groan, moan
βοηθάω./ βοηθώ, βοήθησα./ βόηθησα, βοηθήθηκα, βοηθημένος, vt. help
βολεί-βολούσε, βόλεσε, impers.
βολεύω, βόλεψα, βολεύτηκα, βολεμένος, vt. fit in, cope with, manage, βολεύομαι, vi.mid. be comfortable
βολιδοσκοπώ, βολιδοσκόπησα, βολιδοσκοπήθηκα, βολιδοσκοπημένος, vt. sound, fathom
βολοδέρνω, βολόδειρα, irr, vi. break soil, struggle, wrestle
βολτάρω, βόλταρα./ βολτάρισα, vi. go for a walk
βομβαρδίζω, βομβάρδισα, βομβαρδίστηκα, βομβαρδισμένος, vt. bomb
βοσκάω./ βοσκώ./ βόσκω./ βοσκιέμαι./ βόσκομαι, βόσκησα, βοσκήθηκα, βοσκημένος, irr, vt. graze, browse, wander
βοτανίζω, βοτάνισα, βοτανίστηκα, βοτανισμένος, vt. weed the garden
βουβαίνω, βούβανα, βουβάθηκα, βουβαμένος, vt. make dumb
βουίζω, βούιξα , vi. buzz, hum, roar, make a confused noise
βουλιάζω, βούλιαξα, βουλιαγμένος , vt.act. ruin, collapse, vi.ppp. sink
βούλομαι, βουλήθηκα, irr, vt.dep. wish, want
βουλώνω, βούλωσα, βουλωμένος, vt.act. seal, stop up, block, close, vi.ppp. become stopped up
βουρκώνω, βούρκωσα, βουρκωμένος, vi.ppp. brim with tears, threaten rain, get muddy
βουρλίζω, βούρλισα, βουρλίστηκα, βουρλισμένος, vt. drive mad, βουρλίζομαι, vi.mid. become furious, desire madly
βουρτσίζω, βούρτσισα, βουρτσίστηκα, βουρτσισμένος, vt. brush
βουτάω, βούτηξα, βουτήχτηκα, βουτηγμένος, vt. dip, grab, snatch, steal, vi. jump, βουτιέμαι, vi.mid. fight
βουτυρώνω, βουτύρωσα, βουτυρώθηκα, βουτυρωμένος, vt. butter
βραβεύω, βράβευσα, βραβεύτηκα./ βραβεύθηκα, βραβευμένος, vt. reward, give prize to
βραδιάζει, βράδιασε, vi.impers. evening falls
βραδύνω, βράδυνα, vi. be slow or late
βραδυπορώ, vi.def. go slowly, lag
βράζω, έβρασα, βράστηκα, βρασμένος, vt. boil, seethe, ferment
βραχνιάζω, βράχνιασα, βραχνιασμένος, vt.act. make, vi.ppp. become hoarse
βραχυκυκλώνω, βραχυκύκλωσα, βραχυκυκλώθηκα, βραχυκυκλωμένος, vt. short-circuit
βρέχω, έβρεξα, βράχηκα, βρεμένος./ βρεγμένος, irr, vt. wet, moisten, βρέχομαι, vi.mid. get wet, βρέχει, impers. it is raining
βρίζω, έβρισα, βρίστηκα, βρισμένος, vt. abuse, revile, swear at
βρίθει-βρίθουν, έβριθε-έβριθαν, vi.def.third. (+gen ) teem with, be full of, βρίθω
βρικολακιάζω, βρικολάκιασα, βρικολακιασμένος, vi.ppp. become a vampire
βρίσκω, βρήκα./ ήβρα, (βρω, βρεις.. ), (βρες, βρείτε ), βρέθηκα, βρισκόμενος, irr, vt.semi. find
βρομάω./ βρωμάω./ βρομώ, βρόμησα, vi. stink, smell
βρομίζω, βρόμισα, βρομίστηκα, βρομισμένος, vt. make./ get dirty, vi. irritate, annoy, pollute
βρομοκοπάω./ βρομοκοπώ, βρομοκόπησα, vi. stink
βροντάω./ βροντώ, βρόντηξα./ βρόντησα, vt.act. slam, bang on, vi. boom, βροντάει, impers. thunder
βροντοκοπάω./ βροντοκοπώ, βροντοκόπησα, vi. bang, thump
βροντοφωνάζω, βροντοφώναξα , vi. yell, scream
βρυχιέμαι./ βρυχώμαι, βρυχήθηκα, vi.dep. roar
βυζαίνω, βύζαξα, βυζάχτηκα, βυζαγμένος, irr, vt. suckle, breastfeed
βυθίζω, βύθισα, βυθίστηκα, βυθισμένος, vt. immerse, plunge, sink, sank, sunk
βυθομετρώ./ βυθομετράω, βυθομέτρησα, vi. test the depth
βυσσοδομώ, βυσσοδόμησα, vi. machinate, intrigue (against )

γαρνίρω, γαρνίρισα, γαρνιρίστηκα, γαρνιρισμένος, vt. garnish
γδέρνω, έγδαρα, γδάρθηκα, γδαρμένος, irr, vt. skin, scratch, scuff
γδύνω, έγδυσα, γδύθηκα, γδυμένος, vt. undress, γδύνομαι, vi.mid. get undressed
γειτονεύω, γειτόνεψα, be in the neighborhood of
γελάω./ γελώ, γέλασα, γελάστηκα, γελασμένος, vi. (with με ) to laugh at, γελιέμαι, vi.mid. be deceived or mistaken
γεμίζω, γέμισα, γεμισμένος, vt.act. fill, stuff, vi. be full
γεννάω./ γεννώ, γέννησα, γεννήθηκα, γεννημένος, vt. bear, γεννιέμαι, vi.mid. be born
γερνάω./ γερνώ, γέρασα, γερασμένος, vt.act. make old, vi.act.mid.ppp. get old
γέρνω, έγειρα, γερμένος, irr, vt.act. tip, dip, bend, bow, vi.ppp. middle
γεύομαι, γεύτηκα, vt.dep. taste, try, η γεύση
γιατρεύω, γιάτρεψα, γιατρεύτηκα, γιατρεμένος, vt. cure, heal
γίνομαι, έγινα./ γίνηκα, γίνω./ γένω, γινωμένος, irr, vi.dep.semi. become, get, γίνεται, happen, occur, γεγονός, event, fact
γιορτάζω, γιόρτασα, γιορτάστηκα, γιορτασμένος, vt. to celebrate
γκαστρώνω, γκάστρωσα, γκαστρώθηκα, γκαστρωμένος, vt. make pregnant, keep waiting, pester
γκρεμίζω, γκρέμισα, γκρεμίστηκα, γκρεμισμένος, vt. demolish, γκρεμίζομαι, vi.mid. collapse, be destroyed
γκρινιάζω, γκρίνιαξα , vt.act. nag, vi. moan, grumble
γλεντάω./ γλεντώ, γλέντησα, vi. amuse oneself
γλιστράω./ γλιστρώ, γλίστρησα, vi. slip
γλιτώνω./ γλυτώνω, γλίτωσα./ γλύτωσα, γλιτωμένος, vt.act. to save, rescue, vi.act.mid.ppp. escape, survive, get away with sthg, have a close shave
γνέφω, έγνεψα, vt.act. nod./ wave to, wink at, vi. signal
γνωρίζω, γνώρισα, γνωρίστηκα, vt. know, introduce, γνωρίζομαι, vi.mid. be./ get acquainted, meet./ know each other
γονατίζω, γονάτισα, γονατισμένος, vt.act. make kneel, weigh down
γονιμοποιώ, γονιμοποίησα, γονιμοποιήθηκα, γονιμοποιημένος , fertilize
γουστάρω, γούσταρα./ γουστάρισα, vt.act. like, want, please, το γούστο, taste
γράφω, έγραψα, γράφηκα./ γράφτηκα, γραμμένος, irr, vt. write
γρηγορώ, def. watch, be vigilant
γρικάω./ γρικώ, γρίκησα, hear
γριπιάζομαι./ γριπώνομαι, γριπάστηκα./ γριπώθηκα, γριπιασμένος./ γριπωμένος, vi. have a cold
γρονθοκοπάω./ γρονθοκοπώ, γρονθοκόπησα, γρονθοκοπήθηκα, γρονθοκοπημένος, vt. fist-fight
γρούζω, έγρουξα , vi. grogner, gronder, groan, complain
γρουσουζεύω, γρουσούζεψα, vt. bring bad luck
γρυλίζω, γρύλισα, vi. grogner, grincer
γυαλίζω, γυάλισα, γυαλίστηκα, γυαλισμένος, vt. polish, shine
γυμνάζω, γύμνασα, γυμνάστηκα, γυμνασμένος, vt. exercize
γυμνώνω, γύμνωσα, γυμνώθηκα, γυμνωμένος, vt. undress, make nude
γυναικοκρατούμαι, vi.dep. be dominated by women, effeminize
γυναικοφέρνω, vi. act like a woman
γυρεύω, γύρεψα, vt.vi. look, search for
γυρνάω./ γυρνώ./ γυρίζω, γύρισα, γυρίζομαι, γυρίστηκα, γυρισμένος, vt. to turn, return, go around
γυροφέρνω, γυρόφερα, vi. parade
γυψώνω, γύψωσα, γυψώθηκα, γυψωμένος, vt. plaster
γωνιάζω, γώνιασα, γωνιάστηκα, γωνιασμένος, vt. make square

δαγκώνω./ δαγκάνω, δάγκωσα, δαγκώθηκα, δαγκωμένος, vt. bite
δαιμονίζω, δαιμόνισα, δαιμονίστηκα, δαιμονισμένος,
δακρύζω, δάκρυσα, δακρυσμένος, vi.act.mid.ppp. shed tears, cry, δακρύνω
δακτυλογραφώ, δακτυλογράφησα, δακτυλογραφήθηκα, δακτυλογραφημένος, vt. type
δαμάζω, δάμασα, δαμάστηκα, δαμασμένος, vt. tame
δανείζω, δάνεισα, δανείστηκα, δανεισμένος, vt. lend, δανείζομαι, vt.mid. borrow, δανεικός, adj. borrowed
δανειοδοτώ, δανειοδότησα, δανειοδοτήθηκα, δανειοδοτημένος, accord loans, lend
δαπανάω./ δαπανώ./ δαπανιέμαι./ δαπανώμαι, δαπάνησα, δαπανήθηκα, δαπανημένος, vt. spend
δασκαλεύω, δασκάλεψα, δασκαλεύτηκα, δασκαλεμένος, vt. teach, give lessons to, instruct
δασμολογώ, δασμολόγησα, δασμολογήθηκα, δασμολογημένος, vt. impose import duties
δασύνομαι,vt.dep.def. mettre l'esprit rude? δασύνω
δειλιάζω, δείλιασα, vi. be afraid, lack courage
δεινοπαθώ, δεινοπάθησα, vi. be sick, suffer
δειπνώ, δείπνησα, vi. dine, eat
δείχνω./ δεικνύω, έδειξα, δείχτηκα, δειγμένος, vt. show, point out
δεκάζω, δέκασα, δεκάστηκα, δεκασμένος,
δεκαπλασιάζω, δεκαπλασίασα, δεκαπλασιάστηκα, δεκαπλασιασμένος,
δελεάζω, δελέασα, δελεάστηκα, δελεασμένος, vt. allure, tempt
δένω, δέσω, έδεσα, δέθηκα, δεμένος, vt. tie, bind
δεξιώνομαι, δεξιώθηκα, vt.dep. receive, welcome, entertain
δέομαι, δεήθηκα, vi.dep. pray, supplicate, beg
δέρνω, έδειρα, δάρθηκα, δαρμένος, irr, vt. beat, δέρνομαι, vi.mid. wail, mourn
δεσμεύω, δέσμευσα, δεσμεύτηκα./ δεσμεύθηκα, δεσμευμένος, vt. bind
δεσπόζω, def. vi. reign, dominate
δευτερολογώ, δευτερολόγησα, vi. reply, respond
δέχομαι, δέχτηκα./ δέχθηκα (./ εδέχθην ), (δεδεγμένος ), vt.dep. accept, receive
δηλητηριάζω, δηλητηρίασω, δηλητηριάστηκα, δηλητηριασμένος, vt. poison
δηλώνω, δήλωσα, δηλώθηκα, δηλωμένος, vt. declare
δημιουργώ, δημιούργησα, δημιουργήθηκα, δημιουργημένος, vt. create
δημοπρατώ, δημοπράτησα, δημοπρατήθηκα, δημοπρατημένος, vt. auction
δημοσιεύω, δημοσίευσα, δημοσιεύτηκα./ δημοσιεύθηκα, δημοσιευμένος, vt. publish
δημοσιογραφώ, δημοσιογράφησα, vi. be a journalist, journalize, report
διαβάζω, διάβασα, διαβάστηκα, διαβασμένος, vt. read, study
διαβαίνω, διάβηκα, διαβώ, irr, vt.semi. cross, pass by
διαβάλλω, διέβαλα, διαβκήθηκα, , irr, defame, calumniate, curse, accuse
διαβεβαιώνω, διαβεβαίωσα, διαβεβαιώθηκα, διαβεβαιωμένος, vt. assure, affirn, confirm, certify, swear
διαβιβάζω, διαβίβασα, διαβιβάστηκα, διαβιβασμένος, vt. transmit, send
διαβλέπω, διέβλεψα./ διείδα, vt.act. discern
διαγράφω, διέγραψα, διαγράφηκα./ διαγράφτηκα, διαγραμμένος, delete, erase
διαθέτω, διέθεσα, διατίθεμαι, διατέθηκα, διατεθειμένος, irr, vt. have at one's disposal, bequeath, διαθήκη, last will and testament, διάθεση, disposition
διαθλώ, (διέθλασα ), (διαθλάστηκα ), vt. refract
διαιρώ, διαίρεσα, διαιρέθηκα, διαιρεμένος, vt. divide
διαισθάνομαι, διαισθάνθηκα , vt. see in advance, sense, prescient
διαιωνίζω, διαιώνισα, διαιωνίστηκα, διαωνισμένος, vt. perpetuate
διακανονίζω, διακανόνισα, διακανονίστηκα, διακανονισμένος, organize, regiment
διακατέχω./ διακατέχομαι, irr, vt.act.def.def, inhabit, motivate, animate
διάκειμαι, διέκειντο, vi.dep.def. de disposed./ inclined to
διακηρύσσω, διακήρυψα, διακηρύχθηκα./ διακηρύχτηκα, διακηρυγμένος, vt. proclaim
διακινδυνεύω, διακινδύνευσα./ διακινδλυνψα, vt.act. risk, bet, compromise, expose oneself, gamble, play
διακινώ, διακίνησα, διακινήθηκα, vt. distribute, transport
διακλαδίζομαι./ διακλαδώνομαι, διακλαδίστηκα./ διακλαδώθηκα, διακλαδισμένος./ διακλαδωμένος, vi.dep. branch
διακομίζω, διακόμισα, διακομίστηκα, διακομισμένος, vt. transport (the sick or injured )
διακονεύω, διακόνεψα,
διακόπτω, διέκοψα, διακόπτομαι, διακόπηκα, διακεκομμένος, irr, vt. interrupt, disrupt, cut off
διακοσμώ, διακόσμησα, διακοσμήθηκα, διακοσμημένος, vt. decorate
διακρίνω, διέκρινα, διακρίθηκα, διακεκριμένος, irr, distinguish, differentiate, vi.mid. be outstanding
διαλέγω, διάλεξα, διαλέχτηκα, διαλεγμένος, vt. choose, pick out, select
διαλύω, διέλυσα./ διάλυσα, διαλύθηκα, διαλυμένος, vt. dissolve, dismantle, wear out
διαμαρτύρομαι, διαμαρτυρήθηκα, irr, vi.dep. (για κάτι ) protest
διαμαρτυρώ, διαμαρτύρησα, διαμαρτυρήθηκα, διαμαρτυρημένος, vt. protest (bill ), διαμαρτυρούμαι, vi.mid. protest
διανέμω, διένειμα, διανεμήθηκα, διανεμημένος, irr, vt. distribute
διαρρέω, διέρρευσα, vi. flow (through ), διαρρέομαι, def.
διαρρηγνύω, διέρρηξα, irr, vt. tear, burst, break, burgle
διασκεδάζω, διασκέδασα, διασκεδάστηκα, διασκεδασμένος, vt. entertain sbdy, vi. amuse./ enjoy myself, have fun, διασκεδάζομαι, vt.dep. resolve, remove
διασκευάζω, διασκεύασα, διασκευάστηκα, διασκευασμένος, vt. arrange, adapt (a book )
διασπώ./ διασπάω, διέσπασα, διασπάστηκα, διασπασμένος, vt. split
διατάζω, διέταξα, διατάχθηκα./ διατάχτηκα vt. command, order, vi. give orders
διατάσσω, διέταξα, διατάχθηκα./ διατάχτηκα, διαταγμένος./ διατεταγμένος, vt. arrange, order, position, η διάταξη, arrangement
διατηρώ, διατήρησα, διατηρήθηκα, διατηρημένος, vt. conserve, keep, maintain
διατυπώνω, διατύπωσα, διατυπώθηκα, διατυπωμένος, vt. express, declare, ask, formulate, word, η διατύπωση, expression, statement, phrasing, style
διαφαίνομαι, διαφάνηκα, (διαφαινόμενος ), irr, vi.dep.mid. show through
διαφεντεύω, διαφέντεψα, διαφεντεύτηκα, διαφεντε (υ )μένος,
διαφέρω, διέφερα, irr, vi.act.mid. be different
διαφεύγω, διέφυγα, irr, vt.act. escape, vi. leak
διαφημίζω, διαφήμισα, διαφημίστηκα, διαφημισμένος, vt. advertise, promote, η διαφήμιση, advertisement, publicity
διαφθείρω, διέφθειρα, διαφθάρηκα, διεφθαρμένος, irr, corrupt, seduce
διαφιλονικώ, διαφιλονίκησα,
διαφοροποιώ, διαφοροποίησα, διαφοροποιήθηκα, διαφοροποιημένος,
διαφυλάσσω, διαφύλαξα, διαφυλάχθηκα./ διαφυλάχτηκα, διαφυλαγμένος,
διαφωνώ, διαφώνησα, vt.act. disagree
διαφωτίζω, διαφώτισα, διαφωτίστηκα, διαφωτισμένος, vt. solve, clear up, enlighten
διαχειμάζω, διαχείμασα, vi. winter
διαχειρίζομαι, διαχειρίστηκα, vt.dep. manage, handle, administer
διαχέω./ διαχύνω, διέχυσα, διαχύθηκα, irr, vt. spread, give off, διαχέομαι
διαχωρίζω, διαχώρισα, διαχωρίστηκα, διαχωρισμένος, partition, split, sort out
διαψεύδω, διέψευσα, διαψεύστηκα, διαψευσμένος, irr, vt. prove false, deny
διδάσκω, δίδαξα, διδάχτηκα./ διδάχθηκα, διδαγμένος, vt. teach
διεγείρω, διήγειρα./ διέγειρα, διεγέρθηκα, διεγερμένος, irr, excite, arouse, stimulate
διέγνωσα (να διαγνώσω ), (ag.aor. διαγιγνώσκω ),
διεθνοποιώ, διεθνοποίησα, διεθνοποιήθηκα, διεθνοποιημένος,
διεισδύω, διείσδυσα,
διεκδικώ, διεκδίκησα, διεκδικήθηκα,
διεκπεραιώνω, διεκπεραίωσα, διεκπεραιώθηκα, διεκπεραιωμένος,
διεκτραγωδώ, διεκτραγώδησα, διεκτραγωγήθηκα,
διενεργώ, διενήργησα./ διενέργησα, διενεργήθηκα,
διεξάγω, διεξήγαγα, διεξάχθηκα,
διέπω./ διέπομαι, vt.dep.dep. govern, determine
διερευνώ, διερεύνησα, διερευνώμαι, διερευνήθηκα, vt. investigate
διευθετώ, διευθέτησα, διευθετήθηκα, διευθετημένος, vt. arrange, settle
διευθύνω, διηύθυνα./ διεύθυνα, (def. διευθύνθηκα ), vt. manage, direct, διευθύνομαι προς, vi.mid. head for
διευκολύνω, διευκόλυνα, διευκολύνθηκα, vt. facilitate, make easy
διευκρινίζω, διευκρίνισα, διευκρινίστηκα, διευκρινισμένος, vt. clarify
διευρύνω, διεύρυνα, διευρύνθηκα, διευρυμένος, vt. widen
διηγούμαι./ διηγιέμαι, διηγήθηκα, vt.dep. relate, tell
δικάζω, δίκασα, δικάστηκα, δικασμένος, vt. judge, try
δικαιολογώ, δικαιολόγησα, δικαιολογήθηκα, δικαιολογημένος, vt. excuse, justify
δικαιούμαι, irr, vi.dep.def. be entitled to
δικαιώνω, δικαίωσα, δικαιώθηκα, δικαιωμένος, vt. justify, δικαιώνομαι, vi.mid. be vindicated
δίνω./ δίδω, έδωσα, δόθηκα./ εδόθην, δοσμένος./ δεδομένος, irr, vt. give
διορθώνω, διόρθωσα, διορθώθηκα, διορθωμένος, vt. correct
διορίζω, διόρισα, διορίστηκα, διορισμένος, vt. appoint
διπλασιάζω, διπλασίασα, διπλασιάστηκα, διπλασιασμένος, vt. double
διπλώνω, δίπλωσα, διπλώθηκα, διπλωμένος, vt. fold, wrap, vi. double up, διπλώνομαι, vi.mid, curl up
διστάζω, δίστασα, vi. hesitate
διψάω./ διψώ, δίψασα, διψασμένος, vi.act.mid.ppp. be thirsty
διώχνω, έδιωξα, διώχτηκα, διωγμένος, vt. send away, dismiss
δοκιμάζω, δοκίμασα, δοκιμάστηκα, δοκιμασμένος, vt. try out./ on
δολοφονώ, δολοφόνησα, δολοφονήθηκα, δολοφονημένος, vt. murder
δολώνω, δόλωσα, δολώθηκα, δολωμένος,
δομώ, δόμησα, δομήθηκα, δομημένος,
δονώ, δόνησα, δονήθηκα,
δοξάζω, δόξασα, δοξάστηκα, δοξασμένος,
δοξολογώ, δοξολόγησα,
δουλεύω, δούλεψα, δουλεύτηκα, δουλεμένος, vt. work, kid, joke
δραματοποιώ, δραματοποίησα, δραματοποιήθηκα, δραματοποιημένος , dramatize
δραπετεύω, δραπέτευσα, vi. escape
δρασκελίζω, δρασκέλισα, stride
δραστηριοποιώ, δραστηριοποίησα, δραστηριοποιήθηκα, δραστηριοποιημένος , vt. activate, vi.mid. take action
δράττομαι, (επωφελούμαι ) της ευκαιρίας
δρέπω, έδρεψα,
δρομολογώ, δρομολόγησα, δρομολογήθηκα, δρομολογημένος, schedule, route
δροσίζω, δρόσισα, δροσίστηκα, δροσισμένος, vt. make cool, refresh, δροσίζει, impers. it's getting cool
δρω, έδρασα, vi.act.mid. act, be active
δύναμαι, ηδυνήθην, irr, vi.dep.mid.def.pres. be able, can, δυνατότητα possibility, capability
δυναμιτίζω, δυναμίτισα, δυναμιτίστηκα,
δυναμώνω, δυνάμωσα, δυναμωμένος, vi. boost, pump up the volume
δυναστεύω, δυνάστευσα, δυναστεύτηκα./ δυναστεύθηκα, δυναστευμένος,
δυσανασχετώ, δυσανασχέτησα, vi.act.mid. be indignant
δυσαρεστώ, δυσαρέστησα, δυσαρεστήθηκα, δυσαρεστημένος,
δυσκολεύω, δυσκόλεψα, δυσκολεύτηκα, vt. hamper, impede, make difficult./ hard, δυσκολεύομαι, vi.mid. have difficulty, hesitate
δυσπιστώ,
δυστυχώ, δυστύχησα, δυστυχισμένος, vi.act.mid.ppp. be unfortunate, unhappy, in distress
δυσφημώ./ δυσφημίζω, δυσφήμησα./ δυσφήμισα, δυσφημήθηκα./ δυσφημίστηκα, δυσφημημένος./ δυσφημισμένος, defame, vilify, slander
δυσφορώ, δυσφόρησα, vi. be displeased, have a malaise
δυσχεραίνω, δυσχέρανα,
δύω, έδυσα, vi.act.mid. set, decline, be on the wane
δωρίζω, δώρισα, δωρίστηκα, δωρισμένος, vt. give as a present
δωροδοκώ, δωροδόκησα, δωροδοκήθηκα, δωροδοκημένος, vt. bribe

εγγράφω, ενέγραψα, εγγράφηκα, εγγεγραμμένος, vt. enroll, register
εγγυώμαι, εγγυήθηκα, εγγυημένος, vt.dep. guarantee
εγείρω, ήγειρα, ηγέρθην, εγερμένος, irr, vt.act.def. raise, erect, waken, rouse, εγείρομαι, vi.mid. get up
εγκαθιστώ./ εγκαθίσταμαι, εγκατέστησα, εγκαταστάθηκα, εγκατεστημένος./ εγκαταστημένος, irr, vt. install, vi. settle, establish oneself
εγκαινιάζω, εγκαινίασα, εγκαινιάστηκα, εγκαινιασμένος, inaugurate
εγκαταλείπω, εγκατέλειψα, εγκαταλείφθηκα, εγκαταλελειμμένος./ εγκαταλειμμένος vt. abandon, desert
εθνικοποιώ, εθνικοποίησα, εθνικοποιήθηκα, εθνικοποιημένος , vt. nationalize
ειδικεύω, ειδίκευσα, ειδικεύομαι, ειδικεύτηκα./ ειδικεύθηκα, ειδικευμένος, vt. specify, vi.mid. (with σε ) specialize in
ειδοποιώ, ειδοποίησα, ειδοποιήθηκα, ειδοποιημένος , vt. notify, inform
είμαι, ήμουν, irr, vi.def. to be
ειρηνέυω, ειρήνευσα./ ειρήνεψα, vi. pacify, calm, make peace, live in peace
ειρωνεύομαι, ειρωνεύτηκα./ ειρωνεύθηκα , vi.dep. speak ironically, mock
εισάγω, εισήγαγα, (εισάχθηκε ) εισήχθη - εισήχθησαν, (εισαγμένος ), irr, vt. insert, put in, introduce, import
εισπράττω, εισέπραξα, εισπράχθηκα, εισπραγμένος, cash, collect, receive
εκδηλώνω, εκδήλωσα, εκδηλώθηκα, εκδηλωμένος, vt. show, manifest
εκδίδω, εξέδωσα, εκδόθηκα, irr, vt. issue, publish
εκθέτω, εξέθεσα, εκτίθεμαι, εκτέθηκα, εκτεθειμένος, irr, vt. expose, put out in the open, vi. be exposed./ compromised
εκλαμβάνω, εξέλαβα, (εξελήφθη-εξελήφθησαν ), irr, vt. take, interpret, construe
εκλέγω, εξέλεξα, εκλέξω, εκλέχθηκα./ εκλέχτηκα, εκλεγμένος, irr, vt. elect
εκλείπω, εξέλειψα./ εξέλιπε, vi. vanish, be hidden, η έκλειψη, eclipse
εκμεταλλεύομαι, εκμεταλλεύτηκα./ εκμεταλλεύθηκα , vt.dep. exploit, operate, take advantage of
εκμυστηρεύομαι, εκμυστηρεύτηκα./ εκμυστηρεύθηκα , vt.dep. confide in
εκνευρίζω, εκνεύρισα, εκνευρίστηκα, εκνευρισμένος, vt. irritate, annoy
εκπέμπω, εξέπεμψα, εξεπέμφθην, vt. emit, broadcast
εκπίπτω, εξέπεσα, irr, vi. decline in value
εκπλήττω./ εκπλήσσω, εξέπληξα, εκπλήγηκα, (εξεπλάγην, εκπλαγώ ), irr, vt. astonish, surprise, εκπληκτικός adj., έκπληξη n.
εκπνέω, εξέπνευσα, vi. expire, die
εκποιώ, εκποίησα, εκποιήθηκα, vt. sell, dispose of
εκρήγνυμαι, εξερράγην, εκραγώ, irr, vi.dep. explode, η έκρηξη, n. explosion
εκτείνω, εξέτεινα, εκτάθηκα, εκτεταμένος, vt. stretch, vi. extend, last
εκτελώ, εκτέλεσα, εκτελέστηκα, εκτελεσμένος, vt. execute, carry out, operate, perform
εκτελωνίζω, εκτελώνισα, εκτελωνίστηκα, εκτελωνισμένος, vt. clear through customs
εκτιμάω./ εκτιμώ, εκτίμησα, εκτιμώμαι, εκτιμήθηκα, εκτιμημένος, appreciate, estimate, esteem
εκτίω./ εκτίομαι, εξέτισα, serve sentence, pay penalty
εκφράζω, εξέφρασα./ έκφρασα, εκφράστηκα, εκφρασμένος vt. express, εκφράζομαι, vi.mid. express onself
ελαττώνω, ελάττωσα, ελαττώθηκα, ελατωμένος, reduce, decrease, ελαττώνομαι, vi.mid. diminish
ελέγχω, έλεγξα, ελέγχομαι, ελέγχθηκα./ ελέγχτηκα, ελεγμένος./ ηλεγμένος, vt. check, control
ελευθερώνω, ελευθέρωσα, ελευθερώθηκα, ελευθερωμένος, vt. (set ) free, ελευθερώνομαι, vi.mid. give birth, η ελευθερία, freedom, liberty
ελκύω, έλκυσα, ελκύστηκα, ελκυσμένος, vt. attract, charm
ελπίζω, έλπισα./ ήλπισα, vt.act. hope (for ), expect vi.
εμμένω, ενέμεινα, irr, vt.εις abide by, adhere to
εμπιστεύομαι, εμπιστεύτηκα./ εμπιστεύθηκα , vt.dep. trust, have confidence in
εμπλέκω, ενέπλεξα, ενεπλάκη-ενεπλάκησαν, irr, involve, μπλέκω
εμπλουτίζω, εμπλούτισα, εμπλουτίστηκα, εμπλουτισμένος,
εμπνέω, ενέπνευσα, εμπνεύστηκα, εμπνευσμένος, vt. inflate, inspire, εμπνέομαι, vi.mid. draw inspiration, conceive idea of
εμποδίζω, εμπόδισα, εμποδίστηκα, εμποδισμένος, vt. impede, prevent, hinder, obstruct, prohibit
εμποιώ, vt. cause, inspire
εμπορεύομαι, εμπορεύτηκα./ εμπορεύθηκα,
εμποτίζω, εμπότισα, εμποτίστηκα, εμποτισμένος, vt. impregnate, imbue
εμφανίζω, εμφάνισα, εμφανίστηκα, εμφανισμένος, vt. present, show, reveal, εμφανίζομαι, vi.mid. appear, show up, emerge, come into view, manifest itself
ενδείκνυται./ ενδέχεται, ενδεδειγμένος, vi.impers. it is likely./ possible
ενδιαφέρω, ενδιέφερα, ενδιαφέρθηκα, (ενδιαφερόμενος ), irr, vt.def. interest, ενδιαφέρομαι (για ), vi.mid. be interested (in )
ενεργοποιώ, ενεργοποίησα, ενεργοποιήθηκα, ενεργοποιημένος , vt. activate
ενεργώ, ενήργησα./ ενέργησα, ενεργήθηκα, vi.act. take steps, vi.mid. take place
ενημερώνω, ενημέρωσα, ενημερώθηκα, ενημερωμένος, vt. inform, update
ενθαρρύνω, ενθάρρυνα, ενθαρρύνθηκα, vt. encourage
ενθουσιάζω, ενθουσίασα, ενθουσιάστηκα, ενθουσιασμένος, vt. fill with enthusiasm, ενθουσιάζομαι, vi.mid. am./ become enthusiastic
εννοώ, εννόησα, εννοήθηκα, vt. mean, intend, expect, understand
ενοικιάζω, ενοικίασα, ενοικιάστηκα, ενοικιασμένος, for rent
ενοποιώ, ενοποίησα, ενοποιήθηκα, ενοποιημένος , vt. unify
ενοχλώ, ενόχλησα, ενοχλήθηκα, ενοχλημένος, vt. annoy, trouble, molest, pester, bother
ενοχοποιώ, ενοχοποίησα, ενοχοποιήθηκα, ενοχοποιημένος , vt. incriminate
εντάσσω, ενέταξα, εντάχθηκα./ εντάχτηκα, ενταγμένος, vt. place, εντάσσομαι, vi.mid. fit into
εντυπώνω, εντύπωσα, εντυπώθηκα, εντυπωμένος, vt. remember, take note
εντυπωσιάζω, εντυπωσίασα, εντυπωσιάστηκα, εντυπωσιασμένος, vt. impress
εξαγριώνω, εξαγρίωσα, εξαγριώθηκα, εξαγριωμένος, vt. outrage, εξαγριώνομαι, vi.mid. go wild
εξάγω, εξήγαγα, (εξάχθηκε ) εξήχθη - εξήθησαν, (εξαγμένος ), irr, vt. export, smuggle out, extract
εξαίρω, εξήρα, (εξάρθηκα ) εξήρθην, (εξηρμένος ) , stress, praise
εξαιρώ, εξαίρεσα, εξαιρέθηκα, vt. except, exempt, exclude, leave off
εξακολουθώ, εξακολούθησα, vi. continue
εξακριβώνω, εξακρίβωσα, εξακριβώθηκα, εξακριβωμένος, vt. verify, ascertain, check up, find out
εξανίσταμαι, εξανέστη-εξανέστησαν, irr, vi.dep. revolt, protest
εξαντλώ, εξάντλησα, εξαντλήθηκα, εξαντλημένος, vt. use up, exhaust, εξαντλούμαι, vi.mid. run out
εξαπατάω./ εξαπατώ, εξαπάτησα, εξαπατήθηκα, εξαπατημένος, cheat, deceive, εξαπατώμαι
εξαργυρώνω, εξαργύρωσα, εξαργυρώθηκα, εξαργυρωμένος, vt. cash
εξαρτώ, εξάρτησα, εξαρτήθηκα, εξαρτημένος, vt. make dependent, εξαρτώμαι, vi.mid. be dependent (από ) upon
εξασφαλίζω, εξασφάλισα, εξασφαλίστηκα, εξασφαλισμένος, vt. secure
εξαφανίζω, εξαφάνισα, εξαφανίστηκα, εξαφανισμένος, vt. obliterate, hide, spirit away, get rid of, wipe out, eliminate, kill off, εξαφανίζομαι, vi.mid. disappear, become extinct
εξαχρειώνω, εξαχρείωσα, εξαχρειώθηκα, εξαχρειωμένος, vt. corrupt, deprave
εξεγείρω, εξήγειρα./ εξέγειρα, εξεγέρθηκα, εξεγερμένος, irr, vt. rouse, εξεγείρομαι, vi.mid. revolt, be indignant
εξελίσσομαι, εξελίχθηκα./ εξελίχτηκα, εξελιγμένος, vi.dep. evolve, develop, unfold, η εξέλιξη, n. evolution, development
εξετάζω, εξέτασα, εξετάστηκα, εξετασμένος, vt. examine
εξηγώ, εξήγησα, εξηγήθηκα, εξηγημένος, vt. explain
εξολοθρεύω, εξολόθρευσα./ εξολόθρεψα, εξολοθρεύτηκα./ εξολοθρεύθηκα, εξολοθρευμένος./ εξολοθρεμένος , vt. destroy utterly, exterminate, wipe out
εξορίζω, εξόρισα, εξορίστηκα, εξορισμένος, vt. banish, exile
εξουσιάζω, εξουσίασα, vt. rule, master, τον εαυτό μου, be one's own master, εξουσιάζομαι, vi.mid. be in charge
εξυψώνω, εξύψωσα, εξυψώθηκα, εξυψωμένος, vt. exalt, extoll, elevate, raise
επαινώ, επαίνεσα, επαινέθηκα, επαινεμένος, vt. praise
επαναλαμβάνω, επανέλαβα, επαναλήφθηκα, επανειλημμένος, irr, vt. repeat
επαναστατώ, επαναστάτησα, επαναστατημένος, vi. rebel, revolt, η επανάσταση, revolution
επεκτείνω, επέκτεινα, επεκτάθηκα, επεκταμένος, irr, vt. extend, spread
επεμβαίνω, επέμβηκα./ επενέβην, irr, vt.act.semi. intervene, interfere
επεξεργάζομαι, επεξεργάστηκα, επεξεργασμένος, vt.dep. process, work on
έπεται οτι, impers. it follows, επόμενος, adj. next
επηρεάζω, επηρέασα, επηρεάστηκα, επηρεασμένος, vt. influence
επιβάλλω, επέβαλα, επιβλήθηκα, επιβεβλημένος, irr, vt. impose, enforce
επιδεικνύω./ επιδείχνω, επέδειξα, επιδείχθηκα./ επιδείχτηκα, display, exhibit, show off
επιδεινώνω, επιδείνωσα, επιδεινώθηκα, επιδεινωμένος, vt. make worse
επιδένω, επέδεσα, επιδέθηκα,
επιδέχομαι, vt.dep.def. admit of, put up with
επιδίδω, επέδωσα, επιδόθηκα, irr, vt. hand over, present, επιδίδομαι, vi.mid. apply oneself
επιδικάζω, επιδίκασα, επιδικάστηκα, επιδικασμένος, vt. (law ) award
επιδιορθώνω, επιδιόρθωσα, επιδιορθώθηκα, επιδιορθωμένος, vt. repair
επιδιώκω, επιδίωξα./ επεδίωξα, vt. seek, be ambitious of, aim at, επιδιώκεται
επιδοκιμάζω, επιδοκίμασα, επιδοκιμάστηκα, επιδοκιμασμένος, vt. approve of
επιδοτώ, επιδότησα, επιδοτήθηκα, επιδοτημένος, subsidize
επιδρώ./ επιδράω, επέδρασα, vi. influence, have an effect on
επιζώ, επέζησα, vi. survive
επιθέτω, επίθεσα./ επέθεσα, vt. place./ apply on top of, το επίθετο, epithet, adjective
επιθυμώ, επιθύμησα./ πεθύμησα, vt. desire, wish for, την επιθύμησε, he missed her
επικάθομαι, επικάθισα, irr,
επικαλούμαι, επικαλέστηκα, vt.dep. invoke, appeal to
επικασσιτερώνω, επικασσιτέρωσα, επικασσιτερώθηκα, επικασσιτερωμένος,
επίκειται, επίκεινται, vi.impers be imminent
επικεντρώνω, επικέντρωσα, επικεντρώθηκα, επικεντρωμένος, vt. focus, επικεντρώνομαι, vi.mid. be focused (σε )on
επικηρύσσω, επικήρυξα, επικηρύχθηκα./ επικηρύχτηκα, επικηρυγμένος, vt. reward, put a price on the head of
επικοινωνώ, επικοινώνησα, vi. (με ) communicate
επικολλώ, επικόλλησα, επικολλώμαι, επικολλήθηκα, επικολλημένος, vt. stick on, paste
επικρατώ, επικράτησα, vi. (+ gen ) prevail agaonst, predominate
επικρέμαται, επικρέμανται, vi.dep.impers. threaten, be imminent
επικρίνω, επέκρινα, επικρίθηκα, irr, vt. criticize, censure
επικροτώ, επικρότησα, επικροτήθηκα, vt. approve, applaud
επικυρώνω, επικύρωσα, επικυρώθηκα, επικυρωμένος, vt. ratify, confirm
επιλαμβάνομαι, επιλήφθηκα, irr, vi.dep. (+ gen ) broach (subject ), address oneself to (task )
επιλέγω, επέλεξα, επιλέχθηκα./ επιλέχτηκα, επιλεγμένος, irr, vt. choose, select
επιλύω, επέλυσα, επιλύθηκα, vt. resolve
επιμελούμαι, επιμελήθηκα, επιμελημένος, vt.dep. look after, care for
επιμένω, επέμεινα, irr, vi. (+ να ) insist
επισκέπτομαι, επισκέφτηκα./ επισκέφθηκα, vt.dep. visit, η επίσκεψη, the visit
επισκευάζω, επισκεύασα, επισκευάστηκα, επισκευασμένος, vt. repair
επιστρέφω, επέστρεψα, επιστράφηκα, irr, vt. return something, vi. return
επιτείνω, επέτεινα, επετάθην, επιτεταμένος, irr, vt. intensify
επιτελώ, επιτέλεσα, επιτελέστηκα, επιτελεσμένος, επιτέλους, adv. finally, at last
επιτηδεύομαι , vi.dep.def.mid. feign, affect, be skilled in
επιτηρώ, επιτήρησα, επιτηρήθηκα, vt. supervise, keep watch on
επιτίθεμαι, επιτέθηκα, vt.dep. attack, assault, η επίθεση, attack
επιτιμώ, επιτίμησα, επιτιμώμαι, επιτιμήθηκα, επιτιμημένος, vt. reprimand
επιτρέπω, επέτρεψα, επιτράπηκα, (επιτετραμμένος ), irr, vt. permit
επιτυγχάνω./ πετυχαίνω, επέτυχα./ πέτυχα, επιτεύχθηκα, επιτυχημένος, irr, vt. attain, achieve, manage, succeed
εργάζομαι, εργάστηκα, (εργασμένος ), vt.dep. work, function
ερεθίζω, ερέθισα, ερεθίστηκα, ερεθισμένος, vt. excite, inflame, irritate, stimulate
ερειπώνω, ερείπωσα, ερειπώθηκα, ερειπωμένος, vt. demolish, destroy, ruin
ερευνάω./ ερευνώ./ ερευνώμαι, ερεύνησα, ερευνήθηκα, research
ερμηνεύω, ερμήνευσα, ερμηνεύτηκα./ ερμηνεύθηκα, ερμηνευμένος, vt. explain, expound, interpret, play, sing
έρπω, vi.def. crawl
έρχομαι, ήρθα./ ήλθα, έρθω./ έλθω, (έλα, ελάτε ), irr, vi.dep. come
ερωτεύομαι, ερωτεύθηκα, ερωτευμένος, vt.dep. fall in love (with ), vi.dep.mid. fall in love
ερωτώ, ερώτησα./ ηρώτησα, ερωτήθηκα./ ηρωτήθην, vt. ask
εστιάζω, εστίασα, εστιάστηκα, εστιασμένος, vt. focus
ετοιμάζω, ετοίμασα, ετοιμάστηκα, ετοιμασμένος, vt. prepare, ετοιμάζομαι, vi.mid. get ready, prepare oneself
ευαισθητοποιώ, ευαισθητοποίησα, ευαισθητοποιήθηκα, ευαισθητοποιημένος , vt. make aware, η ευαισθησία, sensitivity
ευθυμώ, ευθύμησα, vi. be gay, a litle drunk
ευθύνομαι, vi.dep.def. be responsable
ευκαιρώ, ευκαίρησα, vi. have free time
ευκολύνω, ευκόλυνα, ευκολύνθηκα, vt. simplify, make easy, facilitate
ευλογώ./ ευλογάω, ευλόγησα, ευλογήθηκα, ευλογημένος, vt. bless, consecrate
ευνουχίζω, ευνούχισα, ευνουχίστηκα, ευνουχισμένος, vt. emasculate, castrate
ευνοώ, ευνόησα, ευνοήθηκα, ευνοημένος, vt. favor, priviledge, encourage
ευοδώνομαι, ευοδώθηκα, dep. succeed, acomplish
ευπορώ, def. be rich, prosper
ευπρεπίζω, ευπρέπισα, ευπρεπίστηκα, ευπρεπισμένος, vt. make presentable
ευρίσκω, εύρον, ευρέθην, find
ευρύνω, εύρυνα, ευρύνθηκα, ευρθμμένος, vt. enlarge
ευσταθεί-ευσταθούν, ευσταθούσε-ευσταθούσαν, vi.impers. hold, be valid
ευτυχώ, ευτύχησα, ευτυχισμένος, vi.act.mid.ppp. prosper, be happy
ευφραίνω, εύφρανα, ευφράνθηκα, enjoy oneself, relax
ευχαριστώ, ευχαρίστησα, ευχαριστήθηκα, ευχαριστημένος, vt. thank you, ευχαριστούμαι./ ευχαριστιέμαι, vi.mid. be pleased./ content./ happy
εύχομαι, ευχήθηκα, irr, vt.dep. wish
ευχρηστώ, vi. be in common use
εφαρμόζω, εφάρμοσα, εφαρμόστηκα, εφαρμοσμένος, vt. fit, apply, put into effect, η εφαρμογή, the (software ) application
εφευρίσκω, εφεύρα./ εφηύρα, εφευρέθηκα, (εφευρεμένος ), irr, vt. invent, contrive
εφημερεύω, vi.def. be on call
εφησυχάζω, εφησύχασα, εφησυχασμένος, vi.ppp. (με ) rely (on )
εφιστώ, επέστησα, irr, vt.act. draw attention [to]
εφοδιάζω, εφοδίασα, εφοδιάστηκα, εφοδιασμένος, vt. supply
εχθρεύομαι, εχθρεύτηκα, vt.dep. hate, ο εχθρός, enemy
έχω, είχα, irr, vt.def. have, possess

ζαλίζω, ζάλισα, ζαλίστηκα, ζαλισμένος, vt. make dizzy, ζαλίζομαι, vi.mid. feel dizzy
ζεσταίνω, ζέστανα, ζεστάθηκα, ζεσταμένος, vt. heat, make hot, warm up, ζεσταίνομαι, vi.mid. i am hot
ζεύω, έζεψα, ζεύτηκα, ζεμένος, vt. yoke, harness
ζηλεύω, ζήλεψα, ζηλεμένος, vt.act. envy, be jealous of
ζημιώνω, ζημίωσα, ζημιώθηκα, ζημιωμένος, vt. damage, ζημιώνομαι, vi.mid. be harmed, take a loss
ζητάω./ ζητώ, ζήτησα, ζητήθηκα, (ζητημένος ), vt. ask, seek, look for, search
ζητωκραυγάζω, ζητωκραύγασα, vt. defeat, acclaim
ζορίζω, ζόρισα, ζορίστηκα, ζορισμένος, vt. force, push, become difficult
ζουλάω, ζούληξα, ζουλήχτηκα, ζουληγμένος, vt. squeeze
ζουπάω, ζούπηξα, ζουπήχτηκα, ζουπηγμένος, vt. squeeze
ζουρλαίνω, ζούρλανα, ζουρλάθηκα, ζουρλαμένος, vt. drive crazy, annoy
ζοχαδιάζω, ζοχάδιασα, ζοχαδιάστηκα, ζοχαδιασμένος, vt. annoy, drive crazy
ζυγιάζω, ζύγιασα, ζυγιάστηκα, ζυγιασμένος, vt. weigh, balance
ζυγίζω, ζύγισα, ζυγίστηκα, ζυγισμένος, vt. weigh, ζυγίζομαι, vi.mid. fall in rank
ζυμώνω, ζύμωσα, ζυμώθηκα, ζυμωμένος, vt. knead (dough ), ζυμώνομαι, vi.mid. ferment
ζω, έζησα, vt.act. experience, do, vi. live, be alive, exist
ζωγραφίζω, ζωγράφισα, ζωγραφίστηκα, ζωγραφισμένος, to paint, draw

ηγεμονεύω, ηγεμόνευσα, vi. rule, prince
ηγούμαι, ηγήθηκα./ ηγήθην, vi.gen. lead, be in command
ηδονίζομαι, ηδονίστηκα, dep. pleasure
ηθικολογώ, vi. moralize
ηλεκτρίζω, ηλέκτρισα, ηλεκτρίστηκα, ηλεκτρισμένος, electrify, rouse to enthusiasm
ημερώνω, ημέρωσα, ημερώθηκα, ημερωμένος, vt. tame, cultivate, civilize
ηρεμώ, ηρέμησα, vt.act. calm down, vi.act.mid. be calm, ηρέμησε!, calme-toi!
ησυχάζω, ησύχασα, ησυχασμένος, vt.act. make quiet, calm, vi.act.mid.ppp. be./ come calm, quiet
ηττώμαι, ηττήθηκα./ ηττήθην, ηττημένος, vi. be defeated
ηχογραφώ, ηχογράφησα, ηχογραφήθηκα, ηχογραφημένος, vt. record on disc or tape
ηχώ, ήχησα, vi. sound, ring, echo

θάβω, έθαψα, θάβομαι, θάφτηκα./ τάφηκα, θαμμένος,
θαμπώνω, θάμπωσα, θαμπώθηκα, θαμπωμένος, vt. amaze, blur, dazzle, dim
θαρρώ, θάρρεψα, irr, vt. think, believe
θαυμάζω, θαύμασα, θαυμάστηκα, vt. admire, marvel, wonder
θέλω, ήθελα, θέλησα, irr, vt. want, wish
θερίζω, θέρισα, θερίστηκα, θερισμένος, vt. harvest
θερμαίνω, θέρμανα, θερμάνθηκα, θερμασμένος, vt. warm up
θέτω, έθεσα, τίθεμαι, τέθηκα, (βαλμένος ), irr, vt. put, set, impose, submit
θεωρώ, θεώρησα, θεωρήθηκα, θεωρημένος, vt. consider
θίγω, έθιξα, θίχτηκα./ εθίγην, θιγμένος, vt. touch upon, offend
θυμάμαι./ θυμούμαι, θυμήθηκα, vt.dep. remember, recall
θυμίζω, θύμισα, θυμισμένος, vt.act.ppp. remind, recall
θυμώνω, θύμωσα, θυμωμένος, vt.act. make angry, vi.act.mid.ppp. be./ become./ get angry
θυσιάζω, θυσίασα, θυσιάστηκα, θυσιασμένος, vt. sacrifice

ιδρύω, ίδρυσα, ιδρύθηκα, ιδρυμένος, vt. found, establish
ιδρώνω, ίδρωσα, ιδρωμένος, vi.act.mid.ppp. sweat, perspire
ικανοποιώ, ικανοποίησα, ικανοποιήθηκα, ικανοποιημένος , vt. satisfy
ικετεύω, ικέτεψα./ ικέτευσα, vt.act. beg, implore, supplicate
ισοσκελίζω, ισοσκέλισα, ισοσκελίστηκα, ισοσκελισμένος, vt. balance an account
ίσταμαι, έστην./ εστάθην, vi. stand
ισχύω, ίσχυσα, vt.act. have effect on, vi.act.mid. be valid

καθαρίζω, καθάρισα, καθαρίστηκα, καθαρισμένος, vt. clean
καθίζω, κάθισα, καθισμένος, vt.act. seat, place, strand (ship )
καθιστώ, κατέστησα, καθίσταμαι, κατέστην - κατέστησαν, κατεστημένος, irr, vt. make, appoint, set up, render
κάθομαι, έκατσα./ κάθισα, καθισμένος, irr, vi.dep. be seated, sit down, κάτσε!
καθορίζω, καθόρισα, καθορίστηκα, καθορισμένος, vt. define, determine, set, fix, state precisely
καθρεφτίζω, καθρέφτισα, καθρεφτίστηκα, καθρεφτισμένος, vt. mirror, reflect, καθρεφτίζομαι, vi.mid. look in the mirror, mirror oneself
καθυστερώ, καθυστέρησα, καθυστερημένος, vt.act. delay, make late, vi.act.mid. be late
καίω, έκαψα, καίγομαι, κάηκα, καμένος, irr, vt. burn, shrivel
κακοποιώ, κακοποίησα, κακοποιήθηκα, κακοποιημένος , vt. ill-treat, rape
καλλιεργώ, καλλιέργησα, καλλιεργήθηκα, καλλιεργημένος, vt. farm, grow, cultivate
καλύπτω, κάλυψα, καλύφθηκα./ καλύφτηκα, καλυμμένος, vt. conceal, cover
καλώ, κάλεσα, καλέστηκα, καλεσμένος, irr, vt. call, summon
καλωσορίζω, καλωσόρισα, vt.act. welcome
κανονίζω, κανόνισα, κανονίστηκα, κανονισμένος, vt. regulate, arrange, adjust
κάνω./ κάμω, έκανα./ έκαμα, καμωμένος, irr, vt.act. do, make
καπνίζω, κάπνισα, καπνισμένος, vt.act. smoke
καρτεράω./ καρτερώ, καρτέρεσα vi. wait patiently
καρυδώνω, καρύδωσα, vt.act. strangle
καρυκεύω, καρύκευσα./ καρύκεψα, καρυκεύτηκα./ καρυκεύθηκα, καρυκευμένος , vt. season, spice
καρφιτσώνω, καρφίτσωσα, καρφιτσώθηκα, καρφιτσωμένος, épingler
καρφώνω, κάρφωσα, καρφώθηκα, καρφωμένος, vt. nail, plunge, stab, καρφώνομαι, vi.mid. stick
καταβάλλω, κατέβαλα, καταβλήθηκα, καταβεβλημένος./ καταβλημένος, , irr, vt. exhaust, lay low
καταβαραθρώνω, καταβαράθρωσα, καταβαραθρώθηκα, καταβαραθρωμένος,
καταβιβάζω, κατεβάζω
καταβρέχω, κατάβρεξα, καταβρέχτηκα./ καταβράχηκα, καταβρεγμένος, vt. spray, sprinkle, water the garden
καταβροχθίζω, καταβρόχθισα, καταβροχθίστηκα, vt. devour
καταβυθίζω, καταβύθισα, καταβυθίστηκα, καταβυθισμένος, vt. sink (in liquid )
καταγγέλλω, κατήγγειλα./ κατάγγειλα, καταγγέλθηκα, καταγγελμένος, irr, vt. charge, denounce
καταγίνομαι, vi.dep.mid.def. be busy
κατάγω, κατήχθην, κατηγμένος, vt. win, κατάγομαι, irr, vi.dep.mid. be descended from
καταδεικνύω./ καταδείχνω, κατέδειξα, καταδείχθηκα./ καταδείχυηκα, irr, vt. prove, demonstrate
καταδέχομαι, καταδέχτηκα, vt. deign to accept, take notice of
καταδίδω./ καταδίνω, κατέδωσα./ κατάδωσα, καταδόθηκα, irr, vt. betray
καταδικάζω, καταδίκασα, καταδικάστηκα, καταδικασμένος, vt. condemn, sentence
καταδιώκω, καταδίωξα, καταδιώχτηκα./ καταδιώχθηκα, καταδιωγμένος, vt. pursue, chase, persecute
καταδυναστεύω, καταδυνάστευσα./ καταδυνάστεψα, καταδυναστεύτηκα./ καταδυναστεύθηκα, καταδυναστευμένος , vt. oppress
καταδύομαι, καταδύθηκα, vi.dep. dive
καταζητώ, καταζητούμαι, vt.def. search for, hunt, want (for crime )
καταθέτω, κατέθεσα./ κατάθεσα, κατατίθεμαι, κατατέθηκα, κατετέθην, κατατεθειμένος, irr, vt. deposit, testify
κατακαθίζω, κατακάθισα, vi. sink, κατακάθομαι, irr, vi.dep.
κατακαίω, κατάκαψα./ κατέκαψα, κατακάηκα, κατακαμένος, irr,
κατακλίνομαι, vi.dep. lie down
κατακλύζω, κατέκλυσα, κατακλύστηκα, κατακλυσμένος, vt. inundate, flood
κατακόβω, vt. cut deeply or in many places vi.mid. get exhausted, make great efforts
κατακοτώνω,
κατακρατώ, κατακράτησα, κατακρατήθηκα, κατακρατημένος, vt. withhold unlawfully
κατακρεουργώ, καταρεούργησα, κατακρεουργήθηκα, κατακρεουργημένος, vt. butcher
κατακρημνίζω, vt. hurl down, demolish
κατακρίνω, κατέκρινα./ κατάκρινα, κατακρίθηκα, irr, vt. censure, blame
κατακτώ./ κατακτάω./ κατακτιέμαι./ κατακτώμαι, κατέκτησα./ κατάκτησα, κατακτήθηκα, κατακτημένος, vt. conquer, gain, win
κατακυρώνω, κατακύρωσα, κατακυρώθηκα, κατακυρωμένος,vt. award
καταλαβαίνω, κατάλαβα, irr, vt. understand
καταλαγιάζω, καταλάγιασα, vi.calm down
καταλαμβάνω, κατέλαβα, καταλήφθηκα, κατειλημμένος, irr, vt. occupy, take, hijack, seize
καταλήγω, κατέληξα, vi. lead (σε ) to, end, conclude, η κατάληξη, ending, conclusion
καταλογίζω, καταλόγισα, καταλογίστηκα, καταλογισμένος, vt. impute, charge up
καταλύω, κατέλυσα, καταλύθηκα, abolish, be billeted
καταλώ, vt. wear out, use up, digest
καταμερίζω, vt. apportion
καταμετρώ, καταμέτρησα, καταμετρήθηκα, καταμετρημένος, vt. measure, count, survey
καταναγκάζω, κατανάκασα, καταναγκάστηκα, καταναγκασμένος,
καταναλώνω./ καταναλίσκω, κατανάλωσα, καταναλώθηκα, καταναλωμένος, vt. consume, spend, use up
κατανέμω, κατένειμα, κατανεμήθηκα, κατανεμημένος, irr, vt. divide up, allot, assign
κατανεύω, vi. nod assent
κατανικώ, κατανίκησα, κατανικήθηκα, κατανικημένος,
κατανοώ, κατανόησα, κατανοήθηκα, vi.vt. fully understand
καταντάω./ καταντώ, vi.act.mid. be reduced to, end up as
καταξιώνω, καταξίωσα, καταξιώθηκα, καταξιωμένος,
καταξοδεύω, καταξόδεψα, καταξοδεύτηκα,
καταπατώ./ καταπατάω, καταπάτησα, καταπατήθηκα, καταπατημένος, vt. trample on, violate, trespass
καταπέφτω, κατάπεσα, irr,
καταπιάνομαι, καταπιάστηκα, dep. start work on, take up
καταπιέζω, καταπίεσα, καταπιέστηκα, καταπιεσμένος, vt. oppress
καταπίνω, κατάπια, καταπιώθηκα, καταπιωμένος, irr, vt. swallow (up )
καταπίπτω, κατέπεσα, irr, vi. fall, collapse, subside, decline
καταπλακώνω, καταπλάκωσα, καταπλακώθηκα, καταπλακωμένος, vt. flatten, squash
καταπλέω, κατέπλευσα, sail in, down (a river )
καταπλήσσω, κατέπληξα, κατεπλάγην, vt.irr. amaze
καταπνίγω, κατέπνιξα, καταπνίγηκα, irr, vt. stifle, suppress
καταπολεμάω./ καταπολεμώ, καταπολέμησα, καταπολεμήθηκα, vt. combat
καταποντίζομαι, καταποντίστηκα, καταποντισμένος, sink, founder
καταπονώ, καταπόνησα, καταπονήθηκα, καταπονημένος, vt. tire out, exhaust, vi.mid. get exhausted
καταπραΰνω, καταπράυνα, καταπραΰνθηκα, καταπραϋμένος,
καταπτοώ, καταπτόησα, καταπτοήθηκα, καταπτοημένος,
καταργώ, κατάργησα./ κατήργησα, καταργήθηκα, καταργημένος, vt. abolish, abrogate
καταριέμαι, καταράστηκα, καταραμένος, vt.dep. curse, καταρώμαι, curse
καταρρακώνω, καταρράκωσα, καταρρακώθηκα, καταρρακωμένος, vt. tear./ wear to shreds
καταρρέω, κατέρρευσα, vi. crumble, collapse
καταρρίπτω, κατέρριψα, κατερρίφθην, vt. fell, shoot down, demolish, beat record
καταρτίζω, κατάρτισα, καταρτίστηκα, καταρτισμένος, vt. form, put together, prepare
κατασκευάζω, κατασκεύασα, κατασκευάστηκα, κατασκευασμένος, vt. make, build, construct
κατασκοτώνω, vt. beat unmercifully, vi.mid. get tired
κατασπαράσσω, vt. tear to pieces
κατασταίνω, κατάστησα, καταστάθηκα, καταστημένος
κατασταλάζω, vi. (sediment ) settles, reach a decision
καταστέλλω, vt. repress, curb
καταστρατηγώ, vt. get around the law
καταστρέφω, κατέστρεψα./ κατάστρεψα, καταστράφηκα, κατεστραμμένος./ καταστραμμένος, irr, vt. destroy, ruin
καταστρώνω,
κατάσχω, κατάσχω, κατάσχεσα, κατασχέθηκα, κατασχεμένος, irr, vt. sequestrate, confiscate
κατατάσσω, vt. classify, vi.mid. enlist
κατατοπίζω, vt. direct, κατατοπίζομαι, vi. get one's bearings
κατατρέχω, vt. persecute
κατατρίβω, vt. wear down, vi.mid. waste one's time
κατατροπώνω, vt. rout
κατατρύχω, vt. torment
καταυλίζομαι,vi. bivouac
καταφέρνω, κατάφερα, irr, vt.act. accomplish, manage, persuade, beat, succeed
καταφέρω, κατέφερα, καταφέρθηκα, irr, vt. inflict, land./ deal./ strike a blow, καταφέρομαι, vi.mid. speak against, attack
καταφεύγω, κατέφυγα, irr, vi. take refuge in
καταφθάνω, κατέφθασα, vi. arrive unexpectedly, catch up with
καταφρονώ, καταφρόνησα, καταφρονήθηκα, καταφρονημένος./ καταφρονεμένος, vt. disdain, scorn
καταχερίζω, καταχέρισα, vt. smack
καταχρώμαι, καταχράστηκα, vt.dep. abuse, embezzle
καταχωνιάζω, καταχώνιασα, καταχωνιάστηκα, καταχωνιασμένος, vt. swallow up, hide away
καταχωρίζω./ καταχωρώ, καταχώρισα, καταχωρίστηκα, καταχωρισμένος, vt. enter
καταψηφίζω, καταψήφισα, καταψηφίστηκα, καταψηφισμένος, vt. vote against
καταψύχω, κατέψυξα./ κατάψυξα, καταψύχθηκα, κατεψυγμένος./ καταψυγμένος, vt. refrigerate
κατεβάζω, κατέβασα, κατεβασμένος, bring./ carry./ take./ let down
κατεβαίνω, κατέβηκα, κατέβω./ κατεβώ, (κατέβα, κατεβείτε ), κατεβασμένος, irr, vt.semi. descend, go down
κατεδαφίζω, κατεδάφισα, κατεδαφίστηκα, κατεδαφισμένος, vt. demolish building
κατεργάζομαι, κατεργάστηκα, κατεργασμένος, vt.dep. work, fashion, plot
κατέρχομαι, κατήλθα, irr, vt.dep.log. descend, come down
κατευδώνω, κατευόδωσα,
κατευθύνω, κατηύθυνα./ κατεύθυνα, κατευθύνθηκα, vt. direct, turn, orient, point, lead, vi. turn, go, head for
κατευνάζω, κατεύνασα, κατευνάστηκα, κατευνασμένος, vt. appease, calm, assuage
κατέχω, κατείχα, irr, vt. have, hold, occupy, know, κατοχή, possession
κατηγορώ, κατηγόρησα, κατηγορήθηκα, κατηγορημένος, vt. accuse, blame
κατηφορίζω, κατηφόρισα, vi. go downhill
κατηχώ, κατήχησα, κατηχήθηκα, κατηχημένος, vt. catechize, initiate, admonish
κατοικώ, κατοίκησα, κατοικήθηκα, κατοικημένος, vt. dwell, live, κατοικούμε, catacombs, We live (underground )
κέκτημαι, εκτήθην, κεκτημένος
κεντάω./ κεντώ, κέντησα, κεντήθηκα, κεντημένος, vt. embroider
κερδίζω, κέρδισα, κερδήθηκα, κερδισμένος, irr, vt. win
κερνάω./ κερνώ, κέρασα, κεράστηκα, κερασμένος, vt.acc.acc. offer, invite, treat, stand, buy
κηρύσσω./ κηρύττω, εκήρυξα./ κήρυξα, εκηρύχθην./ κηρύχθηκα./ κηρύχτηκα, κηρυγμένος./ κεκηρυγμένος, vt. preach, herald, proclaim, announce
κινδυνεύω, κινδύνεψα, vt.act. endanger, risk, (vi.act.mid. be in danger, threatened - no mp )
κινηματογραφώ, κινηματογράφησα, κινηματογραφήθηκα, κινηματογραφημένος, vt. film
κινητοποιώ, κινητοποίησα, κινητοποιήθηκα, κινητοποιημένος, vt. mobilize, κινητικότητα mobility
κινώ./ κινάω, κίνησα, κινήθηκα, vt. move, κίνηση movement
κιτρινίζω, κιτρίνισα, κιτρινισμένος, vi.act.mid.ppp. turn yellow
κλαδεύω, κλάδεψα, κλαδεύτηκα, κλαδεμένος, vt. prune, cut back
κλαίω, έκλαψα, κλαίγομαι, κλαύτηκα, κλαμένος, irr, vi.ppp. cry, weep, vi.mid. grumble, mumble, moan, complain
κλατάρω, κλάταρα./ κλατάρισα, κλαταρισμένος, , vi.act.mid.ppp. burst, give way
κλέβω./ κλέπτω, έκλεψα, κλέφτηκα./ κλάπηκα, κλεμμένος./ κεκλεμμένος, irr, vt. steal
κλειδώνω, κλείδωσα, κλειδώθηκα, κλειδωμένος, vt. lock, vi. lock, κλειδώνομαι, vi.mid. lock oneslf away
κλείνω./ κλείω, έκλεισα, κλείστηκα, κεκλεισμένος./ κλεισμένος, vt. shut, close
κληρονομώ./ κληρονομάω, κληρονόμησα, κληρονομήθηκα, κληρονομημένος, vt. inherit
κληρώνω, κλήρωσα, κληρώθηκα, κληρωμένος, draw, choose by lot, κληρώνομαι, vi.mid. be drawn
κλίνω, έκλινα, κλίθηκα, κεκλιμένος, irr, vi. vt. lean, decline
κλωτσάω./ κλωτσώ./ κλοτσάω, κλώτσησα./ κλότσησα, vt.act. kick, vi.act. recoil (of a gun )
κόβω, έκοψα, κόπηκα, κομμένος, irr, vt. cut
κοιμάμαι./ κοιμούμαι, κοιμήθηκα, κοιμισμένος, vi.dep. sleep
κοιμίζω, κοίμισα, κοιμισμένος, vt.act.ppp. put someone to sleep
κοινοποιώ, κοινοποίησα, κοινοποιήθηκα, κοινοποιημένος , vt. communicate, present, notify
κοινωνάω./ κοινωνώ, κοινώνησα,
κοινωνικοποιώ, κοινωνικοποίησα, κοινωνικοποιήθηκα, κοινωνικοποιημένος,
κοιτάζω./ κοιτάω./ κοιτώ, κοίταξα, κοιτάχτηκα, κοιταγμένος, vi. look at
κολλάω./ κολλώ, κόλλησα, κολλήθηκα, κολλημένος, vt. glue, stick together
κολυμπώ./ κολυμπάω, κολύμπησα, vi. swim
κοντεύω, κόντεψα, vi. draw near, approach
κορνάρω, κόρναρα./ κορνάρισα, vi. honk (my horn )
κοροϊδεύω, κορόιδεψα, vt.act. mock, make fun of
κορτάρω, κόρταρα./ κορτάρισα, vt.act. court, flirt with
κορυφώνομαι, κορυφώθηκα, vi.dep. reach culmination
κορώνω, κόρωσα, vt.act. heat, inflame, vi.act.mid. get hot, inflamed
κοσκινίζω, κοσκίνισα, κοσκινίστηκα, κοσκινισμένος, vt. sift
κοσμώ, κόσμησα, vt.act. decorate, adorn
κοστίζω, κόστισα, vi. cost
κουβαλάω./ κουβαλώ, κουβάλησα, κουβαλήθηκα, κουβαλημένος, vt. carry, bring, κουβαλιέμαι, vi.mid. turn up uninvited
κουβεντιάζω, κουβέντιασα, κουβεντιάστηκα, κουβεντιασμένος, talk
κουμπώνω, κούμπωσα, κουμπώθηκα, κουμπωμένος, vt. button, κουμπώνομαι, vi.mid. be stand-offish
κουνάω./ κουνώ, κούνησα, κουνήθηκα, κουνημένος, vt. displace, move, set in motion, stir, κουνιέμαι, vi.mid. hurry up
κουράζω, κούρασα, κουράστηκα, κουρασμένος, vt. tire, κουράζομαι, vi.mid. get tired
κουρδίζω./ κουρντίζω, κούρδισα./ κούρντισα, κουρδίστηκα./ κουρντίστηκα, κουρδισμένος./ κουρντισμένος, vt. wind up, tune
κρατάω./ κρατώ, κράτησα, κρατιέμαι, κρατήθηκα, κρατημένος, vt. hold, tener
κρεμνώ./ κρεμώ./ κρεμάω, κρέμασα, κρεμάστηκα, κρεμασμένος, vt. hang, suspend, κρεμιέμαι, vi.mid. hang on (από to ), hang (από from ), hang oneself, κρέμομαι, vi.dep.def. be hanging
κρίνω, έκρινα, κρίθηκα, κεκριμένος, irr, vt. judge
κριτικάρω, κριτικάρισα, κριτικαρίστηκα, vt. criticize, judge
κρούω, έκρουσα, κρουστήκα, κρουσμένος, vt. strike, knock on, ring bell, play instrument
κρύβω, έκρυψα, κρύφτηκα, κρυμμένος, vt. hide, κρύβομαι, vi.mid. hide myself
κρυολογώ, κρυολόγησα, κρυολογημένος, vi.act.mid. catch a cold
κρυώνω, κρύωσα, κρυωμένος, vt.act. chill, cool, vi.act.mid.ppp. be cold, mir ist kalt
κυβερνάω./ κυβερνώ, κυβέρνησα, κυβερνήθηκα, κυβερνημένος, govern, rule
κυλάω./ κυλώ, κύλησα, κυλιέμαι, κυλίστηκα, κυλισμένος, irr, roll over./ along
κυμαίνομαι, κυμάνθηκα, vi.dep. fluctuate, vary
κυματίζω, vt.def. wave, flap, vi.def. fly, το κύμα, wave, μήκος κύματος, wavelength, κύμα καύσωνα./ ζέστης, heat wave
κυνηγάω./ κυνηγώ, κυνήγησα, κυνηγήθηκα, κυνηγημένος, vt. chase, hunt
κυριαρχώ, κυριάρχησα, κυριαρχούμαι, vt. dominate
κυριεύω, κυρίευσα./ κυρίεψα, κυριεύτηκα./ κυριεύθηκα, κυριευμένος , conquer, seize

λαμβάνω./ λαβαίνω, έλαβα, (ελήφθη-ελήφθησαν ), (ειλημμένος ), irr, vt. take, receive, get, accept
λάμνω, vi.def. to row
λάμπω, έλαμψα, vi. glitter, shine
λανθάνω, έλαθον, λανθασμένος, irr, vi.ppp. be latent, vi.ppp be mistaken
λατρεύω, λάτρεψα, λατρεύτηκα, λατρεμένος, vt. adore, worship, love
λαχαίνω, έλαχα, irr, vt. meet by chance, vi. befall
λαχανιάζω, λαχάνιασα, λαχανιασμένος, vi. gasp, pant
λείβομαι, λείφτηκα, vi.dep.mid. be insufficent, lacking
λείπω, έλειψα./ έλειπα, vi. (+gen ) lack, be absent, miss
λειτουργαώ./ λειτουργώ, λειτούργησα, λειτουργήθηκα, λειτουργημένος, vt. function, work, λειτουργούμαι./ λειτουργιέμαι, vi.mid. go to church
λεπταίνω, λέπτυνα, vi. lose weight, become thin
λέω./ λέγω, είπα, πω, (πες, πέστε./ πείτε ), λέγομαι, ειπώθηκα, ειπωμένος, irr, vt. say, tell
λήγω, έληξα, vi. terminate, expire, end
λησμονώ./ λησμονάω, λησμόνησα, λησμονήθηκα, λησμονημένος, vt. forget, λησμονούμαι, vi.mid. be forgetful, η λησμοσύνη, n. forgetfulness
λιποθυμάω./ λιποθυμώ, λιποθύμησα, λιποθυμισμένος, vi.ppp. faint
λιώνω, έλιωσα, λιωμένος, vi.act.mid.ppp. melt
λογαριάζω, λογάριασα, λογαριάστηκα, λογαριασμένος, vt. count, calculate
λογικεύομαι, λογικεύτηκα, λογικευμένος, vi.dep. think sensibly, become sensible, come to one's senses, (reason )
λούζω, έλουσα, λούστηκα, λουσμένος, vt. wash, ablute, bathe, give a bath, λούζομαι, vi.mid. bathe, take a bath
λυγίζω./ λυγάω, λύγισα, λυγιέμαι, λυγισμένος, irr, bend, λυγιέμαι, vi.mid.def. sway
λύνω, έλυσα, λύθηκα, λυμένος, vt. solve, untie
λυπώ, λύπησα, λυπάμαι./ λυπούμαι, λυπήθηκα, λυπημένος, vt. sadden, distress, vi.mid. be sorry

μαγαρίζω, μαγάρισα, μαγαρίστηκα, μαγαρισμένος, vt. pollute, make dirty
μαγειρεύω, μαγείρεψα, μαγειρεύτηκα, μαγειρεμένος, vt. cook, plot
μαγεύω, μάγεψα, μαγεύτηκα, μαγεμένος, vt. bewitch, fascinate
μαγκώνω, μάγκωσα, μαγκώθηκα, μαγκωμένος,
μαγνητίζω, μαγνήτισα, μαγνητίστηκα, μαγνητισμένος, vt. magnetize
μαγνητοσκοπώ, μαγνητοσκόπησα, μαγνητοσκοπήθηκα, μαγνητοσκοπημένος,
μαγνητοφωνώ, μαγνητοφώμησα, μαγνητοφωνήθηκα, μαγνητοφωνημένος,
μαδάω./ μαδώ, μάδησα, μαδήθηκα, μαδημένος, pluck, moult, shed hair
μαζεύω, μάζεψα, μαζεύτηκα, μαζεμένος, vt. gather, collect
μαζώνω, μάζωξα, μαζώχτηκα, μαζωμένος, vt. gather, collect
μαθαίνω, έμαθα, (μαθεύομαι ), μαθεύτηκα-μαθεύτηκαν, μαθημένος, irr, vt.act. teach, learn
μαθητεύω, μαθήτεψα./ μαθήτευσα, vi. be a learner or apprentice
μαϊμουδίζω, vi. ape, imitate
μαϊνάρω, μαϊνάρισα,
μαίνομαι, εμαινόμην, vi.dep. rage
μακαρίζω, μακάρισα, vt. envy
μακραίνω, μάκρυνα, vt.act. lengthen, make longer, vi.act.mid. grow, get longer, drag on
μαλακώνω, μαλάκωσα, μαλακωμένος, vt.act. soften
μαλώνω, μάλωσα, μαλωμένος, vt.act. quarrel, reprimand, vi.
μαντεύω, μάντεψα, vt.act. guess, divine, prophesy, predict, vi.act.mid. guess
μαρτυράω./ μαρτυρώ, μαρτύρησα, μαρτυρείται - μαρτυρούνται, vt.act. bear witness to, betray
μασάω./ μασώ, μάσησα, μασήθηκα, μασημένος, vt. chew
ματώνω./ αιματώνω, μάτωσα, ματωμένος, vt.act, stain with blood, vi. bleed
μαυρίζω, μαύρισα, μαυρισμένος, vt.act. blacken, tan, vi.ppp. get dark
μάχομαι, vt.dep.def. fight, struggle
μεγαλοποιώ, μεγαλοποίησα, μεγαλοποιήθηκα, μεγαλοποιημένος , vt. exaggerate
μεγαλώνω, μεγάλωσα, μεγαλωμένος, vt.act. increase, raise (a child ), vi.mid. grow up, become taller (bigger, greater )
μεθάω./ μεθώ, μέθυσα, μεθυσμένος, irr, vt.act. make drunk, vi.ppp. become drunk
μειγνύω, mix
μειώνω, μείωσα, μειώθηκα, μειωμένος, vt. cut, reduce, lower, diminish, decrease
μελετάω./ μελετώ./ μελετιέμαι./ μελετώμαι, μελέτησα, μελετήθηκα, μελετημένος, vt. study, investigate
μέλλει-έμελλε, def.impers. be about./ destined to, have the intention, want, μέλλεται
μένω, έμενα, έμεινα, irr, vi.act.mid. stay, remain
μεταβαίνω, vi. go, proceed
μεταβάλλω, μετέβαλα, μεταβλήθηκα, irr, vt. change, alter
μεταγράφω, μετέγραψα, μεταγράφτηκα./ μεταγράφηκα, μεταγραμμένος, irr, vt. transcribe
μεταδίδω, μετέδωσα./ μετάδωσα, μεταδόθηκα, μεταδομένος, irr, vt. transmit
μεταθέτω, μετέθεσα, μετατίθεμαι, μετατέθηκα, irr, vt. shift, transfer, postpone
μετακινώ, μετακίνησα, μετακινήθηκα, μετακινημένος, vt. move, transfer
μετακομίζω, μετακόμισα, vt.act. transport, vi.act.mid. change one's residence
μεταλαβαίνω./ μεταλαμβάνω, μετάλαβα, vi. receive holy communion
μεταλαμπαδεύω, μεταλαμπάδευσα, carry the torch of, diffuse
μεταμελούμαι, μεταμελήθηκα, μεταμελημένος, vi.dep.mid. be repentant
μεταμορφώνω, μεταμόρφωσα, μεταμορφώθηκα, μεταμορφωμένος, vt. transform
μεταμοσχεύω, μεταμόσχευσα, μεταμοσχεύτηκα./ μεταμοσχεύθηκα, μεταμοσχευμένος, vt. transplant
μεταμφιέζω, μεταφίεσα, μεταμφιέστηκα, μεταμφιεσμένος, vt. disguise, vi. disguise oneself
μεταναστεύω, μετανάστευσα./ μετανάστεψα, vi. emigrate, migrate
μετανιώνω, μετάνιωσα, μετανιωμένος, vi. change one's mind (about sth )
μετανοώ, μετανόησα, μετανοημένος, vi.act.mid. change one's mind, repent
μεταποιώ, μεταποίησα, μεταποιήθηκα, μεταποιημένος , vt. refashion, change style or shape of
μεταφέρω, μετέφερα./ μετάφερα, μεταφέρθηκα, μεταφερμένος, irr, vt. transport, transfer, translate, adapt, transpose, carry, send
μεταφράζω, μετέφρασα./ μετάφρασα, μεταφράστηκα, μεταφρασμένος, vt. translate
μεταχειρίζομαι, μεατχειρίστηκα, μεταχειρισμένος, use, treat, behave to
μετέχω, (μετείχα ), irr, vi. +σε take part in, partake of, participate
μετράω./ μετρώ, μέτρησα, μετρήθηκα, μετρημένος, vt. count, measure
μετριάζω, μετρίασα, μετριάστηκα, μετριασμένος, vt. temper, correct, moderate, attenuate, become mild
μηδενίζω, μηδένισα, μηδενίστηκα, μηδενισμένος, vt. complete, zero, annul
μηνάω./ μηνώ, μήνυσα, irr, vi. send a message, inform
μηνύω, μήνυσα, μηνύθηκα./ εμηνύθην, vt. lodge a complaint against, summons
μηρυκάζω, μηρύκασα, vt. cows ruminate, chew?
μηχανεύομαι, μηχανεύτηκα, vt.dep. machinate, intrigue
μηχανογραφώ, μηχανογράφησα, μηχανογραφήθηκα, μηχανογραφημένος, μηχανορραφώ, vt.def. automate, computerize, manage
μιαίνω, μίανα, μιάνθηκα, μιασμένος, vt. make dirty
μικραίνω./ μικρύνω, μίκρυνα, vt. rejuvinate, diminish, vi. get shorter
μιλώ, μίλησα, μιλήθηκα, μιλημένος, vt. speak, talk
μιμούμαι, μιμήθηκα, vt.dep. imitate, copy
μισώ, μίσησα, μισήθηκα, μισημένος, vt. hate
μοιάζω, έμοιασα, vt.act. resemble, look alike
μοιράζω, μοίρασα, μοιπάστηκα, μοιπασμένος, vt. divide, distribute, give, hand out, μοιράζομαι, vt.mid. share, split, be torn between (ανάμεσα σε )
μολύνω, μόλυνα, μολύνθηκα, μολυσμένος, vt. contaminate, defile, infect, pollute, taint
μορφώνω, μόρφωσα, μορφώθηκα, μορφωμένος, vt. educate, μορφώνομαι, vi.mid. get an education
μουρμουρίζω./ μουρμουράω, μουρμούρισα, vt.act. murmur, vi. murmur
μπάζω, έμπασα, μπασμένος, vt.act. put in, take in
μπαίνω, έμπαινα, μπήκα, μπω, (μπες./ έμπα, μπείτε ), μπασμένος, irr, vi. come./ go in, enter
μπερδεύω, μπέρδεψα, μπερδεύτηκα, μπερδεμένος, vt. confuse, entangle, mix up, perplex, tangle, μπερδεύομαι, vi.mid. get caught, involved
μπλέκω, έμπλεξα, μπλέχτηκα, μπλεγμένος, vt. tangle, confuse, vi.act. get involved, μπλέκομαι, vi.mid. be crossed, get involved, get caught
μπορώ, μπορούσα, μπόρεσα, vi. be able, can
μποτιλιάρω, μποτιλιάρισα, μποτιλιαρίστηκα, μποτιλιαρισμένος,
μπουκάρω, μπούκαρα./ μπουκάρισα
μπουκώνω, μπούκωσα, μπουκωμένος, vt. stuff, take, fill up, vi. be full, be blocked, stall
μπουμπουκιάζω, μπουμπούκιασα, μπουμπουκιασμένος, vt. shoot sb
μπουμπουνίζει, v.impers. it's thundering
μπουνατσάρει,
μπουρδουκλώνω, μπουρδούκλωσα, μπουρδουκλώθηκα, μπουρδουκλωμένος,
μπουσουλάω, μπουσούλησα, no -ώ
μπουχτίζω, μπούχτισα, μπουχτισμένος, vi.act.mid.ppp. be full, be fed up with
μυγιάζομαι,
μυρίζω, μύρισα, μυρίστηκα, μυρισμένος, vt. smell, μυρίζομαι, vi.mid. smell
μυρώνω, μύρωσα, μυρώθηκα, μυρωμένος,
μυώ, μύησα, μυήθηκα, μυημένος,
μωραίνω, μώρανα, μωράθηκα,
μωρουδίζω,

ναυαγώ, ναυάγησα, ναυαγισμένος, vi. become shipwrecked
νευριάζω, νευρίασα, νευριασμένος, vt.act. make or become exasperated. neurotic
νικάω./ νικώ, νίκησα, νικιέμαι, νικήθηκα, νικημένος, vt. defeat, win, πήγα, είδα, νίκησα veni, vidi, vici
νιώθω./ νοιώθω, ένοιωσα , vt.act. feel, sense, be aware of, realize, understand, sympathize with
νοιάζει, ένοιαξε, νοιάστηκα, vi.impers. look after, care about, δε με νοιάζει!, i don't mind, νοιάζομαι, vi.mid. be concerned
νοικιάζω, νοίκιασα, νοικάστηκα, νοικιασμένος, vt. let, rent, hire
νομίζω, νόμισα, vt.act. think, consider, opinion
νομιμοποιώ, νομιμοποίησα, νομιμοποιήθηκα, νομιμοποιημένος , vt. legalize, legitimize
νοώ, νοείται, understand, think
ντρέπομαι, ντράπηκα, irr, vi.dep. be ashamed, be bashful
ντροπιάζω, ντρόπιασα, ντροπιάστηκα, ντροπιασμένος, vt. humiliate, dishonor
ντύνω, έντυσα, ντύθηκα, ντυμένος, vt. dress, ντύνομαι, vi.mid. get dressed
νυστάζω, νύσταξα, νυσταγμένος , vi.act.mid.ppp. feel sleepy

ξαίνω, έξανα, ξάστηκα, ξασμένος, irr, comb (wool ), braide (hair )
ξαναβλέπω, ξαναείδα./ ξανάδα./ ξανάειδα, irr, vt.act. see again, ξαναβλέπομαι vi.mid.def. see each other again
ξανοίγω, ξάνοιξα, ξανοίχτηκα, ξανοιγμένος, vt. make./ become lighter./ brighter, ξανοίγομαι, vi.mid. go out on a limb, put out to sea
ξαπλώνω, ξάπλωσα, ξαπλώθηκα, ξαπλωμένος, vt. lie (something ) down, spread out, stretch, ξαπλώνομαι, vi.mid. lie (oneself ) down
ξαποστέλνω, ξαπόστειλα, ξαποστάλθηκα, ξαποσταλμένος, irr, dispatch, send packing
ξαφνιάζω, ξάφνιασα, ξαφνιάστηκα, ξαφνιασμένος, take by surprise, scare, startle, ξαφνιάζομαι, vi.mid. be surprised
ξεβάφω, ξέβαψα, ξεβάφτηκα, ξεβαμμένος, vi. discolor, ξεβάφομαι, vi.mid. remove one's make-up
ξεβγάζω, ξέβγαλα, ξεβγάλθηκα, ξεβγαλμένος, irr, rinse, get rid off
ξεδιπλώνω, ξεδίπλωσα, ξεδιπλώθηκα, ξεδιπλωμένος, vt. unfold, unfurl, reveal
ξεκινάω./ ξεκινώ, ξεκίνησα, ξεκινημένος, vi. set off, start out, vt.act. start
ξεκουράζω, ξεκούρασα, ξεκουράστηκα, rest. ξεκουράζομαι, vi.mid. relax
ξεμένω, ξέμεινα, irr, vi. be stranded
ξεμπλέκω, ξέμπλεξα, vi.act. untangle
ξενοιάζω./ ξεννοιάζω, ξένοιασα, ξενοιασμένος, vi.mid.ppp. become free from care
ξεντύνω, ξέντυσα, ξεντύθηκα, ξεντυμένος, vt. undress, ξεντύνομαι, vi.mid. get undressed
ξενυχτάω./ ξενυχτώ, ξενύχτησα, ξενυχτισμένος, vt.act. keep awake (vi. stay awake ) all night
ξεπλένω, ξέπλυνα, ξεπλύθηκα, ξεπλυμένος, irr, vt. rinse, ξεπλένομαι, vi.mid. wash onself down
ξεπληρώνω, ξεπλήρωσα, ξεπληρώθηκα, ξεπληρωμένος, vt. repay, pay off
ξερνάω./ ξερνώ, ξέρασα, (ξεράστηκα, ξερασμένος ), vt.vt. vomit
ξεροβήχω, ξερόβηξα, vi. dry cough
ξεροκαταπίνω, ξεροκατάπια, vi. swallow one's saliva
ξεροσταλιάζω, ξεροστάλιασα, vi. poireauter
ξεροψήνω, ξερόψησα, ξεροψήθηκα, ξεροψημένος, vt. cook well done
ξέρω, imperf. ήξερα, (μαθημένος ), irr, vt.def. know, be acquainted with
ξετυλίγω, ξετύλιξα, ξετυλίχτηκα, ξετυλιγμένος,, vt. unfold, unroll, unwind, unwrap
ξεφεύγω, ξέφυγα, vi. escape
ξεχνάω./ ξεχνώ, ξέχασα, ξεχάστηκα, ξεχασμένος,, vt. forget
ξεχρεώνω, ξεχρέωσα, ξεχρεώθηκα, ξεχρεωμένος, pay off debt, complete payment
ξεχύνω./ ξεχύνομαι, ξεχύθηκα, vi. pour forth, overflow
ξεχωρίζω, ξεχώρισα, ξεχωρίστηκα, ξεχωισμένος, vt. separate, distinguish, differentiate, vi.act. be visible
ξεψαχνίζω, ξεψάχνισα, ξεψαχνίστηκα, ξεψαχνισμένος, vt. research, investigate
ξεψυχάω./ ξεψυχώ, ξεψύχησα, ξεψυχισμένος, vi. feel ardent desire
ξηλώνω, ξήλωσα, ξηλώθηκα, ξηλωμένος, take apart, unmake
ξημερώνει, ξημέρωσε, ξημερώθηκα, vi.impers. day breaks, ξημερώνομαι, vi.mid. be late, stay up till morning
ξοδεύω, ξοδέψω, ξοδεύτηκα, ξοδεμένος, vt. spend, consume
ξύνω, έξυσα, ξύστηκα./ ξύθηκα, ξυσμένος,, vt. scratch, scrape, sharpen
ξυπνάω./ ξυπνώ, ξύπνησα, (ξύπνιος, -α, -ο ), vi. wake up, rouse
ξυπολιέμαι, ξυπολύθηκα, irr, dep. barefoot?
ξυρίζω, ξύρισα, ξυρίστηκα, ξυρισμένος, vt. shave, ξυρίζομαι, vi.mid. get a shave, have a shave

ογκώνομαι, ογκώθηκα, ογκωμένος, dep.
οδεύω, όδευσα, vi. go, proceed
οδηγώ./ οδηγάω, οδήγησα, οδηγήθηκα, οδηγημένος, vt. guide, lead, drive
οδοιπορώ, vi.def. journey
οδύρομαι, irr, vi.dep.def. lament, wail
οικειοποιούμαι, οικειοποιήθηκα, vt.dep. appropriate
οικοδομώ, οικοδόμησα, οικοδομήθηκα, οικοδομημένος, vt. build
οικονομάω./ οικονομώ, οικονόμησα, οικονομήθηκα, οικονομημένος, vt. save, husband, find, get hold of, make ends meet
οικτίρω, pity
οκταπλασιάζω./ οχταπλασιάζω, οκταπλασίασα./ οχταπλασίασα, οκταπλασιάστηκα./ οχταπλασιάστηκα, οκταπλασιασμένος./ οχταπλασιασμένος,
ολιγωρώ, ολιγώρησα,
ολισθαίνω, ολίσθησα, vi. slip
ολοκληρώνω, ολοκλήρωσα, ολοκληρώθηκα, ολοκληρωμένος, vt. complete, finish, consummate, integrate (math )
ομιλώ./ ομιλούμαι, vi.def. speak
ομολογώ, ομολόγησα, ομολογήθηκα, ομολογημένος, confess, admit
ομορφαίνω, ομόρφυνα, vt. embellish, make vi. become beautiful
ονειδίζω, ονείδισα, ονειδίστηκα, ονειδισμένος,
ονειρεύομαι, ονειρεύτηκα, ονειρεμένος, vt.dep. dream of, vi.dep. dream
ονειροπολώ, ονειροπόλησα, vt. dream of, vi. daydream
ονομάζω, ονόμασα, ονομάστηκα, ονομασμένος, vt. name, call
ονοματίζω, ονομάτισα,
οξειδώνω, οξείδωσα, οξειδώθηκα, οξειδωμένος, oxydize
οξυγονώνομαι, οξυγονώθηκα, οξυγονωμένος, vt.dep. oxygenate
οργανώνω, οργάνωσα, οργανώθηκα, οργανωμένος, vt. organize, οργανώνομαι, vi.mid. get organized, become a signed-up member
ορίζω, όρισα, ορίστηκα, ορισμένος, vt. limit, define
ορκίζω, όρκισα, ορκίστηκα, ορκισμένος, vt. put under oath, swear in, ορκίζομαι, vi.mid. swear, promise
ορμάω./ ορμώ, όρμησα./ όρμηξα, vi. dash, rush
οφείλω, όφειλα, οφειλόμενος, irr, vt.def. owe, vi. must, be due./ owed
οχυρώνω, οχύρωσα, οχυρώθηκα, οχυρωμένος, vt. fortify, οχυρώνομαι, vi.mid. occupy strong defensive position, arm oneself with excuse or pretext

παγιδεύω, παγίδεψα./ παγίδευσα, παγιδεύτηκα, παγιδευμένος, entrap, trap
παγώνω, πάγωσα, παγωμένος, vt.act. freeze, vi.act.mid.ppp. be frozen
παθαίνω, έπαθα, irr, vt.act. suffer, sustain, vi.act.mid. be moved
παίζω, έπαιζα, έπαιξα, παίχτηκα, παιγμένος , vt. play
παίρνω, έπαιρνα, πάρω, πήρα, πάρθηκα, παρμένος, irr, take, carry off, get, receive, accept
παλεύω, πάλέψα, vi. wrestle, struggle with
πάλλω, irr, vt.def.def. vibrate, πάλλομαι
παντρεύω, πάντρεψα, παντρεύτηκα, παντρεμένος, vt. marry, match, παντρεύομαι, vi.mid. get married
παραβαίνω, παρέβηκα, να παραβώ, irr, vt.act. break, disobey, infringe, transgress, violate
παραγγέλλω./ παραγγέλνω, παράγγειλα./ παρήγγειλα, παραγγέλθηκα, παραγγελμένος, , irr, order, command
παραγίνομαι, παραέγινα, παραγινωμένος, become to excess, go too far
παράγω, παρήγαγα, παράχθηκα, irr, vt. yield, produce, παράγομαι, vi. be derived
παραδειγματίζω, παραδειγμάτισα, παραδειγματίστηκα, παραδειγματισμένος,
παραδέρνω, παράδειρα, def.
παραδέχομαι, παραδέχτηκα./ παραδέχθηκα, (παραδεδεγμένος ), vt.dep. acknowledge, admit
παραδίδω./ παραδίνω, παρέδωσα./ παράδωσα, παραδόθηκα, παραδομένος,, irr, vt. surrender, give up, hand over
παραείμαι, παραήμουν, be exceedingly, too much
παραθερίζω, παραθέρισα,
παραθέτω, παρέθεσα, παρατέθηκα, irr, juxtapose, compare, cite, quote, offer, serve
παραιτούμαι, παραιτήθηκα, παραιτημένος,
παρακαλώ./ παρακαλάω, παρακάλεσα, ,, vt.act. ask, request, je vous prie, παρακαλούνται οι κύριοι επιβάτες να παραμείνουν στις θέσις τους...
παρακάμπω, παρέκαμψα, παρακάμφθηκα,
παρακάνω, παράκανα, irr
παρακινώ, παρακίνησα, παρακινήθηκα, παρακινημένος,
παρακμάζω, παράκμασα./ παρήκμασα, παρακμασμένος, vi.act.mid.ppp. decline
παρακολουθώ, παρακολούθησα, παρακολουθήθηκα, vt. watch, surveille, follow, attend, vi.
παρακούω, παράκουσα, vt.act. vi. misunderstand, disobey
παρακρατάω./ παρακρατώ, παρακράτησα, παρακρατήθηκα, παρακρατημένος,
παρακωλύω, παρακώλυσα, παρακωλύθηκα,
παραλαμβάνω./ παραλαβαίνω, παρέλαβα, παραλήφθηκα,, irr, vt. receive
παραλείπω, παρέλειψα, παραλείφθηκα./ παραλείφτηκα, omit, leave out, neglect
παραλύω, παρέλυσα./ παράλυσα, παραλυμένος, vt. paralyse, vi.ppp. become shaky, profligate
παραμένω, παρέμεινα, irr, vi. linger, remain, stay
παρανοώ, παρανόησα, παρανοήθηκα, vt. misinterpet
παραπατάω./ παραπατώ, παραπάτησα, vi. stagger, totter, take a false step
παραποιώ, παραποίησα, παραποιήθηκα, παραποιημένος , vt. distort
παραπονιέμαι./ παραπονούμαι, παραπονέθηκα, παραπονεμένος, vi.dep. complain
παρασκευάζω, παρασκεύασα, παρασκευάστηκα, παρασκευασμένος, vt. prepare
παραστέκομαι, παραστάθηκα
παρατάω./ παρατώ, παράτησα, παρατήθηκα, παρατημένος, vt. abandon, stop, quit, drop, dump
παρατείνω, παρέτεινα, παρατάθηκα, παρατεταμένος, irr, vt. prolong, extend
παρατηρώ, παρατήρησα, παρατηρήθηκα, παρατηρημένος, vt. observe, remark
παρεισφρέω, παρεισέφρησα, irr, vi.act. intrude oneself
παρελαύνω, παρέλασα./ παρήλασα, irr, vi. march past, parade, pass through
παρεμβαίνω, παρενέβηκα
παρέρχομαι, παρήλθα, irr, vi. pass, το παρελθόν, past
παρευρίσκομαι, παρευρέθηκα
παρέχω, παρείχα, παρασχέθηκα, παράσχω, παρέσχον, irr, vt. afford, provide, occasion, cause
παρίσταμαι, παρέστην, να παραστώ, irr, vi. be present, attend, assist, participate, παριστώ, def.
παριστάνω./ παρασταίνω, παράστησα./ παρέστησα, παρεστάθην,, irr, vt. represent, depict, perform, pretend to be
παρκάρω, πάρκαρα./ παρκάρισα, παρκαρισμένος, , vt.act. park
παρουσιάζω, παρουσίασα, παρουσιάστηκα, παρουσιασμένος, vt. present, display, exhibit, παρουσιάζομαι, vi.mid. appear, make an appearance, present myself
πάσχω, (έπαθα ), vi.act.def.mid. stand, tolerate, bear, (suffer )
πατάω./ πατώ, πάτησα, πατήθηκα, πατημένος, tread on, set foot
παύω, έπαψα./ έπαυσα, παύτηκα./ παύθηκα , vt. pause, stop, relieve someone of one's duties, fire, vi. stop
πάω, πηγαίνω, πήγα, πάω, (πήγαινε, πηγαίνετε ), irr, vi. go
πεδικλώνω./ περδικλώνω, vt.
πεθαίνω, πέθανα, πεθαμένος, vi.ppp. die, vt.act. kill
πείθω, έπεισα, πείστηκα, πεισμένος , persuade
πεινάω./ πεινώ, πείνασα, πεινασμένος, vi.act.mid.ppp. be hungry
πειράζω, πείραξα, πειράχτηκα, πειραγμένος , vt. vex, πειράζει, impers. to matter, πειράζομαι, vi.mid. be irritated
πέμπω, έπεμψα, επέμφθην, send
περατώνω, vt. finish
πέρδομαι, vi.dep. fart, break wind
περεχύνω, vt. pour liquid over, drench
περηφανεύομαι, περηφανεύτηκα
περιαρπάζω, vt. seize, abuse
περιαυτολογώ, vi. brag
περιβάλλω, περιέβαλλα, περιβλήθηκα, περιβλημένος./ περιβεβλημένος, , irr, vt. surround, clothe, το περιβάλλον, environment, η περιβολή, attire, dress
περιγελώ, vt. mock, cheat
περιγράφω, περιέγραψα, περιγράφτηκα./ περιγράφηκα, περιγεγραμμένος,, irr, vt. describe
περιδιαβάζω, vi. stroll
περιεργάζομαι, vt. scrutinize
περιέρχομαι, περιήλθα, irr, vi.dep. travel through
περιέχω, περιείχα, περιέχομαι, irr, vt.def.def. include, contain, η περιοχή region, area, district, το περιεχόμενο contents
περιηγούμαι, vt.dep. travel through, tour
περιθάλπω, vt. tend, care for
περικλείω, vt. enclose, contain
περικόπτω, vt. curtail
περικυκλώνω, vt. encircle
περιλαμβάνω./ περιλαβαίνω, περιέλαβα./ περίλαβα, περιλήφθηκα./ περιλήφτηκα,, irr, vt. contain, hold, include
περιλούζω, περιέλουσα, περιλούστηκα, περιλουσμένος, vt. shower
περιμαζεύω, περιμάζεψα, περιμαζεύτηκα, vt. pick up
περιμένω, (περίμεινα ), irr, vt. await
περιοδεύω, περιόδευσα, vi. tour
περιορίζω, περιόρισα, περιορίστηκα, περιορισμένος, vt. confine, restrict
περιπαίζω, περιέπαιξα , vt.act. mock, dupe
περιπίπτω, vt. fall into hands, η περίπτωση, case, circumstance
περιπλανιέμαι./ περιπλανώμαι./ περιπλανώ, περιπλανήθηκα, περιπλανημένος, vi.dep. wander, roam
περιπλέκω, περιέπλεξα, περιπλέχθηκα./ περιπλέχτηκα, περιπεπλεγμένος,, vt. interlace, entangle, complicate
περιπλέω, περιέπλευσα, vt. sail
περιποιούμαι./ περιποιώ, περιποιήθηκα, περιποιημένος , vt.dep. look after, ich kümmere mich um ...
περισπώ, περιέσπασα, περισπώμαι, περιεσπάσθν, vt.dep. distract (attention )
περισσεύω, περίσσεψα, vi. be left over, περισσευούμενα
περιστέλλω, vt. restrict, check, curb
περιστοιχίζω, vt. surround
περιστρέφω, περιέστρεψα, περιστράφηκα, περιστραμμένος,, irr, vt. rotate
περισυλλέγω, vt. pick up, harbor, rescue
περισώζω, vt. preserve, rescue
περιτοιχίζω, vt. build a wall around
περιτριγυρίζω, vt. encircle, go around, court
περιτυλίγω./ περιτυλίσσω, περιτύλιξα, περιτυλίχτηκα, περιτυλιγμένος,,
περιφέρω, περιέφερα, (def. περιφέρομαι )
περιφράζω, περιέφραξα, περιφράχτηκα, περιφραγμένος , vt. periprhase, summarize
περιφρονώ, περιφρόνησα, περιφρονήθηκα, περιφρονημένος, vt. despise, disdain
περιχύνω, περιέχυσα, περιχύθηκα, περιχυμένος, vt. splash, pour over
περνάω./ περνώ, πέρασα, περάστηκα, περασμένος,, vt. pierce, thread, cross, go through, vi. blow over, pass through, drop by
περονιάζω, vt. pierce
περπατάω./ περπατώ, περπάτησα, περπατημένος, vi.mid.ppp. walk
πετάω./ πετώ, πετάξα, πετάχτηκα, πεταμένος./ πεταγμένος,,. vt. throw, let drop, toss, waste, vi. fly, πετιέμαι./ πετάγομαι, vi.mid. hurry
πετρώνω, vt. petrify
πέφτω, έπεσα, πεσμένος, irr, vi.ppp. fall, μου έπεσε το βιβλίο, i dropped the book
πηγάζω, πήγασα, vi. rise, spring, stem from
πηδάω./ πηδώ, πήδηξα./ πήδησα, πηδήχτηκα,, jump, leap
πήζω, vt. curdle, thicken
πηλαλώ, vi. run
πιάνω, έπιασα, πιάστηκα, πιασμένος, vt. catch, clutch, grasp, seize, take hold of, πιάνομαι, vi.mid. catch on, get the idea, get caught, get stiff, hold on, quarrel with
πιέζω, πίεσα, πιέστηκα, πιεσμένος./ πεπιεσμένος, vt. press, squeeze
πικραίνω, make or become bitter, πικραίνομαι, vi.mid. be grieved
πικρίζω, vi. taste bitter
πίνω, ήπια, πιώθηκα, πιωμένος, irr, drink, πίνομαι, def.
πιστεύω, πίστεψα, vt.act. believe, think, πιστεύεται, impers. man glaubt, it is believed
πλάθω, έπλασα, πλάστηκα, πλασμένος , vt. shape, form, create
πλανώ./ πλανιέμαι./ πλανώμαι, πλανήθηκα, vt. mislead, vi.mid. wander, be mistaken
πλέκω, έπλεξα, πλέχτηκα, πλεγμένος,, vt. knit
πλένω./ πλύνω, έπλυνα, πλύθηκα, πλυμένος, irr, vt. wash, πλένομαι, vi.mid. wash (oneself )
πλέω, έπλεα, έπλευσα, vi. float, sail
πληγώνω, πλήγωσα, πληγώθηκα, πληγωμένος, vt. wound, hurt, offend
πληθαίνω, πλήθυνα, vt.act. multiply, vi.act. increase
πληροφορώ, πληροφόρησα, πληροφορήθηκα, πληροφορημένος, vt. inform
πληρώ, πληρούμαι, irr, vt.def. fill, fulfil
πληρώνω, πλήρωσα, πληρώθηκα, πληρωμένος, vt. pay for
πλησιάζω, πλησίασα, vt.act. approach, vi. get near, πλησιάζομαι, vi.mid. approach
πλήττω, έπληξα, πλήγηκα,, irr, vt. strike, wound, afflict, πλήττομαι, vi.mid. be bored
πνέω, έπνευσα, vt.act. blow, vi.mid. breathe one's last
πνίγω, έπνιξα, πνίγηκα, πνιγμένος,, irr, vt. drown, suffocate, choke, strangle
ποικίλλω, εποίκιλα, ποικιλμένος, irr, vt.act. vary, vi.act.mid.ppp. be diverse, varied, η ποικιλία, diversity, assortment
ποιούμαι./ ποιώ, ποιήθηκα, ποιημένος, make, do
πολεμάω./ πολεμώ, πολέμησα, πολεμήθηκα, vt. fight
πολιορκώ, πολιόρκησα, πολιορκήθηκα, πολιορκημένος, vt. besiege
πολλαπλασιάζω, πολλαπλασίασα, πολλαπλασιάστηκα, πολλαπλασιασμένος, vt. multiply
πολώνω, πόλωσα, πολώθηκα, πολωμένος, vt. polarize
ποναώ./ πονώ, πονούσα, πόνεσα, πονεμένος, vt.act. hurt smbdy, be attracted to, care for, vi.act.mid.ppp.mid. hurt, feel pain
ποτίζω, πότισα, ποτίστηκα, ποτισμένος, vt. water, irrigate, vi. steep in water, saturate
πουλαώ./ πουλώ, πούλησα, πουλιέμαι, πουλήθηκα, πουλημένος, vt. sell
πραγματοποιώ, πραγματοποίησα, προγματοποιήθηκα, πραγματοποιημένος , vt. realize, carry out, fulfill
πράττω, έπραψα, επράχθην, πεπραγμένος, vt.act. do, πράγμα thing, πράξη deed
πρέπει, έπρεπε, irr, vi.impers.def. it is necessary, must
πρήζω, έπρηξα, πρήστηκα, πρησμένος, irr, vt. swell, inflate, πρήζομαι, vi.mid. pester
πριμοδοτώ, πριμοδότησα, πριμοδοτήθηκα, πριμοδοτημένος, vt. subsidize, favor
πριονίζω, πριόνισα, πριονίστηκα, πριονισμένος, vt. cut with a saw (ένα πριόνι )
προάγω, προήγαγα, (προάχθηκα ), προηγμένος, irr, vt. advance, promote, facilitate
προαισθάνομαι, προαισθάνθηκα , irr, vt.dep. know in advance
προαλείφομαι, vi.dep.def.pres. +για prepare oneself for
προαναγγέλλω, προανήγγειλα./ προανάγγειλα, προαναγγέλθηκα, προαναγγελμένος, , irr, vt. announce in advance, predict
προαναφέρω, προανέφερα./ προανάφερα, προαναφέρθηκα./ προανεφέρθην, irr, vt. mention in advance
προασπίζω, προάσπισα, vt. defend
προβαίνω, (προέβη-προέβησαν ), (να προβώ ), irr, vi. advance
προβάλλω, πρόβαλα./ προέβαλα, προβλήθηκα, προβεβλημένος, , irr, vt. stick out, highlight, project, extend, cast (shadow ), offer (resistance ), show (film ), raise (objection ), vi. appear, προβάλλομαι, vi.mid. sell oneself
προβάρω, πρόβαρα./ προβάρισα, , vt.act. try on clothes, rehearse
προγραμματίζω, προγραμμάτισα, προγραμματίστηκα, προγραμματισμένος,
προγράφω, προέγραψα, προγράφτηκα./ προγράφηκα, προγραμμένος
προδιαθέτω, προδιέθεσα./ προδιάθεσα, προδιατίθεμαι, προδιατέθηκα, προδιατεθειμένος, irr,
προδίδω./ προδίνω, πρόδωσα, προδόθηκα, προδομένος,, irr, vt. betray, η προδοσία, betrayal
προειδοποιώ, προειδοποίησα, προειδοποιήθηκα, προειδοποιημένος , vt. forewarn, notify in advance
προηγούμαι, προηγήθηκα, vi.dep.gen. precede, come first, προηγούμενος adj. previous
προϊσταμαι, προέστην, προϊστάμενος vi.gen.dep. be at the head of
προκαλώ, προκάλεσα, προκλήθηκα, irr, vt. challenge, provoke
προκαταλαμβάνω, προκατέλαβα, προκατειλημμένος, irr, vt.act. occupy in advance, prepare, bias, spin
πρόκειται, επρόκειτο, vi.impers. it is a matter of, has to do with
προλαμβάνω./ προλαβαίνω, πρόλαβα, να προληφθώ,, irr, vt. avert, prevent, anticipate, forestall, wait (for the bus ), πριν προλάβει να ρωτήσει, before he could ask
προοδεύω, προόδευσα./ προόδεψα, προοδευμένος, vi.ppp. progress
προσαρμόζω, προσάρμοσα, προσαρμόστηκα, προσαρμοσμένος, vt. fit, fix, adapt, adjust
προσαρτώ, προσάρτησα, προσαρτήθηκα, προσαρτημένος, vt. annex
προσαυξάνω, προσαύξησα, προσαυξήθηκα, προσαυξημένος,, irr, vt. increase even more
προσβάλλω, πρόσβαλα./ προσέβαλα, προσβλήθηκα, προσβλημένος./ προσβεβλημένος, , irr, vt. insult, offend, affront, attack, το προσβολή, insult, attack
προσβλέπω, προσέβλεψα, vt.act, expect, count on
προσγειώνω, προσγείωσα, προσγειώθηκα, προσγειωμένος, vt. land (a plane )
προσδένω, προσέδεσα, προσδέθηκα, προσδεμένος./ προσδεδεμένος, vt. attach
προσδίδω, προσέδωσα, προσδόθηκα, irr, vt. lend, impart
προσδιορίζω, προσδιόρισα, προσδιορίστηκα, προσδιορισμένος, vt. determine, fix, ascertain
προσδοκώ, προσδοκώμαι, vt.def.def. hope for, expect
προσεγγίζω, προσέγγισα, προσεγγίστηκα, vt. bring near, approach, draw near, approximate, vi. approach
προσελκύω, προσέλκυσα, προσελκύστηκα, vt. attract attention
προσέρχομαι, προσήλθα, irr, vi.dep. present oneself
προσεταιρίζομαι, προσεταιρίστηκα, vt.dep. join forces, associate
προσεύχομαι, προσευχήθηκα, vt. pray
προσέχω, πρόσεξα, προσεγμένος, vt.act. observe, pay attention to, mind, care for, look after, vi.act.mid.ppp. be careful
προσηλυτίζω, προσηλύτισα, προσηλυτίστηκα, προσηλυτισμένος, vt. proselytize, convert
προσηλώνω, προσήλωσα, προσηλώθηκα, προσηλωμένος, vt. nail, fix
προσθαλασσώνω, προσθαλάσσωσα, προσθαλασσώθηκα, προσθαλασσωμένος,
προσθέτω, πρόσθεσα, προστίθεμαι, προστέθηκα, irr, vt. add, η πρόσθεσις, (process of ) addition, η προσθήκη, thing added
προσκαλώ, προσκάλεσα, προσκλήθηκα, προσκαλεσμένος./ προσκεκλημένος, , vt. invite, call, summon, cause, effect
πρόσκειμαι, vi.dep.def.log. be near, sympathize with, προσκείμενος, adjacent
προσκολλώμαι, προσκολλήθηκα, προσκολλημένος, vt.dep. adhere, be fixed./ attached
προσκομίζω, προσκόμισα, προσκομίστηκα, vt. bring forward, produce
προσκρούω, προσέκρουσα, vi. collide
προσκυνάω./ προσκυνώ, προσκύνησα, προσκυνημένος, vt.act. worship, pay respects to
προσλαμβάνω, προσέλαβα, προσλήφθηκα,, irr, vt. employ, engage, assume
προσμένω, (impf. πρόσμενα ), irr, vt.act.def. wait./ hope for
προσορμίζω, προσόρμισα, προσορμίστηκα, vi. put into port
προσπαθώ, προσπάθησα, vt.act. make an attempt, vi. try, προσπάθεια
προσπερνάω./ προσπερνώ, προσπέασα, vt.act. overtake, overcome, out distance, pass
προστατεύω, προσστάτεψα, προστατεύτηκα, προστατευμένος, vt. protect
προστυχαίνω, προστύχεψα, vt. make vulgar, vi. become vulgar
προσυπογράφω, προσυπέγραψα, προσυπογράφτηκα./ προσυπογράφτηκα, προσυπογραμμένος,, vt. countersign, approve
προσφέρω, πρόσφερα./ προσέφερα, προσφέρθηκα./ προσεφέρθην, irr, vt. offer, προσφέρομαι, vi.mid. offer one's services, be suitable for
προσφεύγω, προσέφυγα, irr, vi. (+σε ), resort to
προσφωνώ, προσφώνησα, vt. address, salute
προσχεδιάζω, προσχεδίασα, προσχεδιάστηκα, προσχεδιασμένος, draft, plan, prepare in advance
προσχωρώ, προσχώρησα, vi. (+σε ) adhere to
προσωποποιώ, προσωποποίησα, προσωποποιήθηκα, προσωποποιημένος , vt. personify
προτάσσω, προέταξα./ πρόταξα, προτάχθηκα./ προτάχτηκα,, put ahead, preceed, appose
προτείνω, πρότεινα, προτάθηκα, προτεταμένος, irr, vt. propose, suggest
προτιμάω./ προτιμώ, προτίμησα, προτιμήθηκα, vt. prefer
προϋποθέτει-προϋποθέτουν, προϋπέθετε-προϋπέθεταν, προϋποτίθεται def.
προϋπολογίζω, προϋπελόγισα, προϋπελογίσθν
προφταίνω, πρόφτασα, vt.act. anticipate, forestall, catch up with, vi. be or act in time
προφυλάσσω./ προφυλάω, προφύλαξα, προφυλάσσομαι./ προφυλάγομαι, προφυλάχθηκα./ προφυλάχτηκα, προφυλαγμένος,, irr, protect (oneself )
προχωράω./ προχωρώ, προχώρησα, προχωρημένος, vi.act.mid.ppp. proceed, progress, move forward
πυρώνω, πύρωσα, πυρώθηκα, πυρωμένος, vt. make red hot or warm
πωλώ, πώλησα, πωλήθηκα, vt. sell, πωλείται, for sale

ραβδίζω, ράβδισα, vt.act. beat with a stick
ράβω, έραψα, ράφτηκα, ραμμένος, vt. sew
ραγίζω./ ραΐζω, ράγισα./ ράισα, ραγισμένος./ ραϊσμένος, crack
ραδιουργώ, ραδιούργησα, vi. intrigue against
ραίνω, έρανα, vt.act. sprinkle
ραμφίζω, ράμφισα, vt.act. peck
ραντίζω, ράντισα, ραντίστηκα, ραντισμένος, vt. sprinkle, shower
ραπίζω, ράπισα, vt.act. slap the face of
ραφινάρω, ραφινάρισα, ραφιναρίστηκα, ραφιναρισμένος, vt. refine
ρέβω./ ρεύω, έρεψα./ έσκαψα, vi. decay, melt
ρεγουλάρω, ρεγουλάρισα, ρεγουλαρισμένος, vt. regulate
ρεζιλεύω, ρεζίλεψα, ρεζιλεύτηκα, ρεζιλεμένος, vt. ridicule, humiliate
ρελιάζω, ρέλιασα, ρελιάστηκα, ρελιασμένος, hem (a dress )
ρεμβάζω, ρέμβασα,
ρέπω, vt. incline
ρετουσάρω, ρετουσάρισα, ρετουσαρισμένος, vt. retouch (a photo )
ρεύομαι, ρεύτηκα, vi. burp. belch
ρευστοποιώ, ρευστοποίησα, ρευστοποιήθηκα, ρευστοποιημένος , vt. liquify (a gas )
ρεφάρω, ρεφάρισα, vi. (se ) refaire, remake, catch up (in a game )
ρέω, έρρευσα, vi. flow, το ρεύμα, current
ρημάζω, ρήμαξα, ρημαγμένος , vt.act. ruin, devastate, vi.act.mid.ppp. fall into ruin, neglect
ριγάω./ ριγώ, ρίγησα, vt.act. rule, make lines
ριγώνω, ρίγωσα, ριγωμένος, vt.act. rule, make lines
ριζώνω, ρίζωσα, ριζώθηκα, ριζωμένος, vt. root, fix
ρισκάρω, ρισκάρισα, vt.act. risk
ρίχνω, έριξα, ρίχτηκα, ριγμένος, vt. throw, cast, drop, pour, sprinkle, knock./ pull down, cheat, post a letter
ριψοκινδυνεύω, ριψοκινδύνεψα./ ριψοκινδύνευσα, vt.act. risk, vi.act. take risks
ρουφάω./ ρουφώ, ρούφηξα, ρουφήχτηκα, ρουφηγμένος,, vt. sip, suck, gulp, slurp, swallow, absorb, kiss passionately
ροχαλίζω, ροχάλισα, vi. snore
ρυθμίζω, ρύθμισα, ρυθμίστηκα, ρυθμισμένος, vt. regulate, arrange, configure, set up
ρυμουλκώ, ρυμούλκησα, ρυμουλκήθηκα, ρυμουλκημένος, vt. tow, lead by the nose
ρυπαίνω, ρύπανα, ρυπάνθηκα,, vt. make dirty
ρωτάω./ ρωτώ, ρώτησα, ρωτιέμαι, ρωτήθηκα, vt. ask

σαπίζω, σάπισα, σαπισμένος, vi.act.mid.ppp. rot, spoil
σαπουνίζω, σαπούνισα, σαπουνίστηκα, σαπουνισμένος, vt. soap
σατιρίζω, σατίρισα, σατιρίστηκα, σατιρισμένος, vt. satirize
σβήνω, έσβησα, σβήστηκα, σβησμένος, vi.vt. extinguish, quench, put out
σέβομαι, σεβάστηκα, irr, vt.dep. respect
σείω, έσεισα, σείστηκα,, irr, vt. shake, σείομαι./ σειέμαι, vi.mid. sway
σερβίρω./ σερβίρομαι./ σερβιρίζομαι, σέρβιρα./ σερβίρισα, σερβιρίστηκα, σερβιρισμένος, vt. serve
σέρνω, έσυρα, σύρθηκα, συρμένος, irr, vt. draw, pull, drag
σηκώνω, σήκωσα, σηκώθηκα, σηκωμένος, vt. stand./ stood up, lift up, σηκώνομαι, vi.mid. get up, σήκωσε!, stand up!
σημαίνω, σήμανα, σεσημασμένος, vt. mean, signify, vi.act.mid.ppp. matter, be important
σημειώνω, σημείωσα, σημειώθηκα, σημειωμένος, vt. mark, note, σημειώνεται, -ονται, impers. there is./ are
σιδερώνω, σιδέρωσα, σιδερώθηκα, σιδερωμένος, vt. iron
σιχαίνομαι, σιχάθηκα, σιχαμένος, vt.dep.mid.ppp. hate, be sick of
σιωπώ, σιώπησα, vi.act.mid. be./ remain silent
σκάβω, έσκαψα, σκάφτηκα, σκαμμένος, vt. dig, carve, hollow out
σκάζω./ σκάω, έσκαγα, έσκασα, σκασμένος, irr, vt.act. burst, vex, exasperate, be the death of, vi.act.mid.ppp. be chapped, burst open, σκάσε! shut up!
σκεπάζω, σκέπασα, σκεπάστηκα, σκεπασμένος, vt. cover, protect, roof, screen
σκέφτομαι./ σκέπτομαι, σκέφτηκα./ σκέφθηκα./ σκέπτηκα, (εσκεμμένος ),, vt.dep. think, vi.dep.
σκηνοθετώ, σκηνοθέτησα, σκηνοθετήθηκα, σκηνοθετημένος, vt. stage
σκιαγραφώ, σκιαγράφησα, σκιαγραφήθηκα, σκιαγραφημένος, vt. sketch
σκιάζω, σκίασα, σκιάστηκα, σκιασμένος, vt. shade, cast a shadow over
σκιάζω, έσκιαξα, σκιάχτηκα, σκιαγμένος , vt. frighten, σκιάζομαι, vi.mid. be scared./ frightened
σκιαμαχώ, def.
σκίζω./ σχίζω, έσκισα./ έσχισα, σκίστηκα./ σχίστηκα, σκισμένος./ σχισμένος, vt. tear
σκληραίνω./ σκληρύνω, σκλήρυνα, vt.act. harden
σκοπεύω, σκόπευσα, vt.act. vi. aim, intend
σκορπίζω./ σκορπάω, σκόρπισα, σκορπίστηκα, σκορπισμένος,, vt. scatter, σκορπίζομαι./ σκορπιέμαι
σκοτίζω, σκότισα, σκοτίστηκα, σκοτισμένος, vt. darken
σκοτώνω, σκότωσα, σκοτώθηκα, σκοτωμένος , vt. kill, σκοτώνομαι, vi.pass. be killed, vi.mid. kill oneself, suicide
σκούζω, έσκουξα , vi. howl
σκουληκιάζω, σκουλήκιασα, σκουληκιασμένος,
σκουντάω./ σκουντώ, σκούντησα./ σκούντηξα, (σκουντήχτηκα ), (σκουντηγμένος ), ( ), vt. prod, push, shove
σκουντουφλάω, σκουντούφλησα,
σκουντουφλιάζω, σκουντούφλιασα, σκουντουφλιασμένος,
σκουπίζω, σκούπισα, σκουπίστηκα, σκουπισμένος, vt. sweep, vacum, clean, wipe, dry, η σκούπα, broom
σκύβω, έσκυψα, σκυμμένος, vi.ppp. bend down, stoop over
σοκάρω, σόκαρα./ σοκάρισα, σοκαρίστηκα, σοκαρισμένος, ,
σοτάρω, σόταρα./ σοτάρισα, σοταρίστηκα, σοταρισμένος, ,
σουτάρω, σούταρα./ σουτάρισα,
σοφάρω, σοφάρισα,
σπάζω./ σπάω./ σπω, έσπαγα, έσπασα, σπάστηκα, σπασμένος, irr, vt. break, smash, rack, ο σπαστικός pain-in-the-ass, (adj. -ή, -ό ), handicapped, spastic, spasmodic
σπαταλώ./ σπαταλάω, σπατάλησα, σπαταλήθηκα, σπαταλημένος, vt. waste
σπείρω./ σπέρνω, έσπειρα, σπάρθηκα, σταρμένος, irr, vt. sow
σπεκουλάρω, σπεκουλάρισα,
σπεύδω, έσπευσα, εσπευσμένος, irr, vi. hasten, hurry, rush into
στάζω, έσταξα , vt.act. drip, leak
σταματάω./ σταματώ, σταμάτησα, σταματημένος, vt.act. stop
στεγνώνω, στέγνωσα, στεγνωμένος, vt.act. dry, vi.act.mid.ppp. dry oneself
στέκω./ στέκομαι, στάθηκα, irr, vi.dep.semi. stand up./ still, στάση station, στάσου! stand still! stop! detente!
στελεχώνω, στελέχωσα, στελεχώθηκα, στελεχμένος, executive
στέλνω./ στέλλω, έστειλα, στάλθηκα, σταλμένος, irr, vt. send
στενάζω, στέναξα , vi. lament, sigh, groan
στενεύω, στένεψα, στενεμένος, vt. take in, be too tight for, vi. be narrow
στενοχωρώ./ στεναχωρώ./ στεναχωράω, στενοχώρησα./ στεναχώρησα./ στεναχώρεσα, στενοχωρήθηκα./ στεναχωρήθηκα./ στεναχωρέθηκα, στενοχωρημένος./ στεναχωρημένος, vt. upset, στενοχορούμαι, vi.mid. be upset, get upset
στέργω, έστερξα,
στερεοποιώ, στερεοποίησα, στερεοποιήθηκα, στερεοποιημένος , make firm
στερεύω, στέρεψα, vt. dry (up )
στερεώνω, στερέωσα, στερεώθηκα, στερεωμένος, vt. fasten, make firm, make stable, fix, prop up, cement
στεριώνω, στέριωσα, στεριωμένος,
στερώ, στέρησα, στερήθηκα, στερημένος, vt. deprive sb of sth, στερούμαι, vi.mid. miss, lack, want for, do without
στεφανώνω, στεφάνωσα, στεφανώθηκα, στεφανωμένος, vt. crown, vi. be the best man, στεφανώνομαι, vi.mid. get married
στέφω, έστεψα, στέφθηκα, εστεμμένος,
στηλιτεύω, στηλίτευσα, στηλιτεύτηκα./ στηλιτεύθηκα, pillar
στήνω, έστησα, στήθηκα, στημένος, vt. stand./ set upright
στηρίζω, στήριψα, στηρίχτηκα./ στηρίχθηκα, στηριγμένος , vt. prop, support, vi. lean for support, be based or grounded on, στηρίζομαι σε, vi.mid. rely on
στιγματίζω, στιγμάτισα, στιγματίστηκα, στιγματισμένος, spot, condemn, mark, tarnish
στιλβώνω, στίλβωσα, στιλβώθηκα, στιλβωμένος,
στιχουργώ, στιχούργησα, versify
στοιβάζω, στοίβαξα, στοιβάχτηκα, στοιβαγμένος , to pile up, put in a pile, στοιβάζομαι, vi.mid. cram
στοιχηματίζω, στοιχημάτισα, vt.act. bet, vi. bet, το στοίχημα, bet
στοιχίζω, στοίχισα, vt.act. cost, upset, line up, ο στοίχος, line, vi. cost (alot ), στοιχίζομαι, vi.mid. get in line
στολίζω, στόλισα, στολίστηκα, στολισμένος, vt. adorn, embellish, trim, στολίζομαι, vi.mid. dress up
στρέφω, έστρεψα, στράφηκα, στραμμένος,, irr, vt. turn, vi.mid. turn oneself around, do an about face
στρίβω, έστριψα, στρίφτηκα, στριμμένος, vt.vi. turn, twist, twirl, spin, στρίβομαι...
στρυμώχνω, στρύμωξα, στρυμώχτηκα, στρυμωγμένος, squeeze, squash in crowd, press hard
στρώνω, έστρωσα, στρώθηκα, στρωμένος, vt. spread, cover, tile, pave, tidy, vi. fit, lie flat, settle down, run smoothly, στρώνομαι, vi.mid. install oneself
στύβω, έστυψα, στύφτηκα, στυμμένος, vt. squeeze, press, wring, drain, bleed dry
συγγράφω, συνέγραψα, συγγράφηκα, συγγραμμένος,, irr, vt. write, author
συγκαλύπτω, συνεκάλυψα, συνεκαλύφθν, συγκεκλυμμένος, vt. conceal, hush up
συγκρίνω, συνέκρινα, συνεκρίθην, συγκεκριμένος, irr, vt. compare
συγχαίρω, συγχάρηκα, irr, vt.semi. congratulate
συγχέω, συνέχυσα, συγχύθηκα, συγκεχυμένος, vt.dep.dep.* confound, confuse
συγχωράω./ συγχωρώ, συγχώρεσα./ συγχώρησα, συγχωρέθηκα./ συγχωρήθηκα, συγχωρεμένος./ συγχωρημένος, ,, vt. forgive
συζητάω./ συζητώ, συζήτησα, συζητιέμαι./ συζητούμαι, συζητήθηκα, συζητημένος, discuss, talk about
συζώ, vi.def. live together, σύζυγος, spouse
συκοφαντώ, συκοφάντησα, συκοφαντήθηκα, συκοφαντημένος, vt. calumniate, slander
συλλαβίζω, συλλάβισα, συλλαβίστηκα, συλλαβισμένος, vt. spell, read with difficulty
συλλαμβάνω, συνέλαβα, (συνελήφθη-συνελήφθησαν ),, irr, vt. catch, seize, apprehend, arrest, capture, conceive a child
συλλέγω, συνέλεξα, συλλέχθηκα./ συλλέχτηκα, συλλεγμένος,, irr, collect, gather, pick
συλλογίζομαι./ συλλογιέμαι, συλλογίστηκα, συλλογισμένος, irr, vt. think about, consider, vi. think
συλλυπούμαι, συλλυπήθηκα, send condolence
συλώ, σύλησα, συλήθηκα, συλημένος,
συμβαδίζω, συμβάδισα, vt. keep up with
συμβαίνει - συμβαίνουν, συνέβη-συνέβησαν./ συνέβηκε-συνέβηκαν, να συμβεί, irr, vi.semi.impers. happen, occur
συμβάλλω, συνέβαλα, συμβλήθηκα, συμβεβλημένος, , irr, vt. contribute to
συμβιβάζω, συμβίβασα, συμβιβάστηκα, συμβιβασμένος, vt. reconcile, συμβιβάζομαι, vi.mid. compromise, be reconciled with
συμβιώνω, συμβίωσα, coexist
συμβολίζω, συμβόλισα, συμβολίστηκα, συμβολισμένος, vt. symbolize
συμβουλεύω, συμβούλεψα, συμβουλεύτηκα, vt. advise, συμβουλεύομαι, vt.mid. consult
συμμαζεύω, συμμάζεψα, συμμαζεύτηκα, συμμαζεμένος, vt. pick up, get together, tidy up, put in order, restrain, curb, vi.
συμμαχώ, συμμάχτησα, ally
συμμερίζομαι, συμμερίστηκα, vt.dep. sympathize with, share
συμμετέχω, (συμμετείχα ), (να συμμετάσχω ), irr, vi. + σε participate, take part, join in
συμμορφώνω, συμμόρφωσα, συμμορφώθηκα, συμμορφωμένος, vt. bring into line, improve, knock into shape, smarten up, συμμορφώνομαι, vi.mid. tidy oneself up, comply with
συμπαθώ, συμπάθησα, like, feel for
συμπαραστέκομαι, συμπαραστάθηκα, irr, vt.dep. support, assist, συμπαρίσταμαι
συμπαρασύρω, συμπαρέυσα, irr
συμπάσχω, συνέπασχα,
συμπεθεριάζω, συμπεθέριασα,
συμπεραίνω, συμπέρασα, vt. conclude, infer, suppose, συμερεαίνεται, impers.
συμπεριλαμβάνω, συμπεριέλαβα, συμπεριλήφθηκα,, irr, vt. include
συμπεριφέρομαι, συμπεριφέρθηκα, irr, vi. behave
συμπιέζω, συμπίεσα, συμπιέστηκα, συμπιεσμένος, vt. compress
συμπίπτω, συνέπεσα, irr, vi. coincide, converge, befall, so happen, η σύμπτωση, coincidence
συμπλέκω, συνέπλεξα, (συμπλέχθηκα./ συνεπλάκην ) συνεπλάκη - συνεπλάκησαν, (συμπλεγμένος ),, irr, vt. assemble, combine, interlace, ο συμπλέκτης, clutch, το σύμπλεγμα, assembly, συμπλέκομαι, vi.mid. clash, come to blows, η συμπλοκή, affray, clash
συμπλέω, συνέπλευσα, sail together
συμπληρώνω, συμπλήρωσα, συμπληρώθηκα, συμπληρωμένος, vt. complete, finish off, complement
συμπτύσσω, συνέπτυξα, συνεπτύχθην, συνεπτυγμένος,, vt. shorten, abbreviate, vi. fall back (of troops )
συμφέρει, συνέφερε, vi.impers. it is to ones advantage, it pays
συμφιλιώνω, συμφιλίωσα, συμφιλιώθηκα, συμφιλιωμένος, vt. reconcile, συμφιλιώνομαι με, vi.mid. become reconciled with
συμφωνώ, συμφώνισα, συμφωνήθηκα, συμφωνημένος, vt. agree
συναγωνίζομαι, συναγωνίστηκα, vt.dep.def. fight together, compete with
συνανταώ./ συναντώ, συνάντησα, συναντιέμαι./ συναντώμαι, συναντήθηκα, vt. to meet, vi. be found (of quotations )
συνάπτω, σύναψα./ συνήψα, συνάφθηκα./ συνήφθην, συνημμένος,, irr, vt. append, contract, conclude, join (hands, battle )
συνδέω, σύνδεσα./ συνέδεσα, συνδέθηκα, συνδεμένος./ συνδεδεμένος, vt. connect, συνδέομαι, vi.mid. have a relation
συνδυάζω, συνδύασα, συνδυάστηκα, συνδυασμένος, vt. join, match, combine
συνειδητοποιώ, συνειδητοποίησα, συνειδητοποιήθηκα, συνειδητοποιημένος , vt. realize, become aware of
συνεισφέρω, συνεισέφερα, vt.vi. contribute
συνεπαίρνω, συνεπήρα, vt. carry away, overwhelm
συνέρχομαι, συνήλθα, irr, vi.dep. come together, reunite, recover, come to one's senses
συνεφέρνω, συνέφερα, irr, vt. revive, bring to, vi.act.mid. come to
συνεχίζω, συνέχισα, συνεχίστηκα, vt.vi.impers. continue
συνηθίζω, συνήθισα, συνηθισμένος, vt.act. get used to, be in the habit of, vi.act.mid.ppp. become accustomed
συνθέτω, συνέθεσα./ σύνθεσα, συντέθηκα, irr, vt. compose, συντίθεμαι vi.mid. be the synthesis, η σύνθεση, composition, η συνθήκη, treaty
συνθηκολογώ, συνθηκολόγησα, vi. capitulate, surrender
συνθλίβω, συνέθλιψα, συνθλίφτηκα, συνθλιμμένος./ συντεθλιμμένος, irr, vt. crush, destroy
συνίσταμαι, συνιστάμενος, irr, vi.dep.def. (+από ) consist of, be composed of, το μείγμα συνίσταται από τρία στοιχεία, the mixture consists of three elements
συνιστώ./ συσταίνω, συνέστησα./ σύστησα, συνιστώμαι, συστάθηκα./ συνεστήθην, συστημένος, irr, vt. constitute, establish, institute, set up, found, συνιστώ μια εταιρεία, to establish a company, introduce, advise, recommend
συνοδεύω, συνόδεψα, συνοδεύτηκα, συνοδευμένος, vt. accompany, escort
συντάσσω, συνέταξα, συντάχθηκα./ συντάχτηκα, συντεταγμένος./ συνταγμένος,, vt. write up, draft, line up, arrange, το σύνταγμα constitution, η σύνταξη editorial staff
συντονίζω, συντόνισα, συντονίστηκα, συντονισμένος, vt. to tune together, coordinate
συντρέχω, συνέτρεξα./ συνέδραμα, (aor.subj. συνδράμω ), irr, vt.act. aid, meet, contribute, lat. concurro
συντρίβω, συνέτριψα, συντρίφτηκα, συντετριμμένος, irr, vt. crush, smash
συνωμοτώ, συνωμότησα, vi. plot, conspire, κατά του κράτους, against the state
συρρέω, συνέρρευσα, vi. throng, flock
σύρω, έσυρα, σύρθηκα, συρμένος, irr, vt. draw, pull, drag
συσκευάζω, συσκεύασα, συσκευάστηκα, συσκευασμένος, vt. pack, box, put up./ away
συσσωρεύω, συσσώρευσα, συσσωρεύθηκα, συσσωρευμένος, vt. accumulate
συστέλλω, συνέστειλα, συνεστάλην, συνεσταλμένος, , contract, feel hesitant or shy
συστήνω, σύστησα, συστήθηκα, συστημένος, vt. introduce -> συνιστώ
συχνάζω, vi.def. (+ σε ) frequent, be a regular (customer ) of
σφάζω, έσφαξα, σφάχτηκα, σφαγμένος , vt. slaughter
σφάλλω, έσφαλα, εσφαλμένος, irr, vi.act.mid.ppp. be mistaken, make a misake, το σφάλμα, mistake
σφετερίζομαι, σφετερίστηκα, vt.dep. embezzle
σφηνώνω, σφήνωσα, σφηνώθηκα, σφηνωμένος, vt. wedge, vi. be jammed, stuck, σφηνώνομαι, vi.mid. get stuck
σφίγγω, έσφιξα, σφίχτηκα, σφιγμένος,, vt. squeeze, tighten, pinch, vi. σφίγγομαι, vi.mid. strain, try hard
σφουγγίζω, σφούγγισα, σφουγγίστηκα, σφουγγισμένος, vt. wipe
σφυρίζω./ σφυράω, σφύριξα, σφυρίχτηκα , vt. whistle, whisper, hiss (at ), vi.
σχεδιάζω, σχεδίασα, σχεδιάστηκα, σχεδιασμένος, draw, sketch, design, το σχέδιο, plan, drawing
σχετίζω, σχέτισα, σχετίστηκα, σχετισμένος, connect, associate, compare, relate, σχετίζομαι, vi.mid. be or get acquainted
σχηματίζω, σχμάτισα, σχηματίστηκα, σχηματισμένος, vt. form, shape, το σχήμα, design, figure
σχηματοποιώ, σχηματοποίησα, σχηματοποιήθηκα, σχηματοποιημένος , formalize, design
σχολάω./ σκολάω./ σχολάζω, σχόλασα./ σκόλασα, vi. not be at work, be on vacation, stop work, vi. let out of school, dismiss from job, fire
σχολιάζω, σχολίασα, σχολιάστηκα, σχολιασμένος, vt. comment on, criticize, annotate, edit
σώζω./ σώνω, έσωσα, σώθηκα, σωσμένος, vt. save, σώζομαι, vi.mid. escape, save myself, survive
σώνω, έσωσα, σώθηκα, σωμένος./ σωσμένος, vt. save, preserve, be enough, reach (with hands ), σώνομαι, vi.mid. use up, run out
σωπαίνω, σώπασα, vi.act.mid. be silent, quiet, σώπα!
σωρεύω, σώρευσα, σωρεύτηκα./ σωρεύθηκα, σωρευμένος,
σωριάζω, σώριασα, σωριάστηκα, σωριασμένος, vi. collapse
σωφρονίζω, σωφρόνισα, σωφρονίστηκα, σωφρονισμένος, vt. bring to reason, correct, reform

ταγγίζω, τάγγισα, ταγγισμένος, vi.act.mid.ppp. rot, go rancid
τάζω, έταξα , vt. vow, promise, vi.act.mid. make a vow
ταΐζω, τάισα, ταΐστηκα, ταϊσμένος, vt. feed
ταξιδεύω, ταξίδεψα, ταξιδεμένος, vt.act. transport, vi.act.mid.ppp. travel
τάσσω, έταξα, τάσσομαι, τάχθηκα./ τάχτηκα./ ετάχθην, ταγμένος./ τεταγμένος, vt. place, marshall, array
τείνω, έτεινα, ετάθην, τεταμένος, irr, vt. stretch, strain, vi. tend, lead to, be aimed at
τελειώνω, τέλειωσα./ τελείωσα, τελειωμένος, vt.act. end, give up, finish, vi.act.mid.ppp. exhaust, use up
τελώ, τέλεσα, τελέστηκα./ ετελέσθην, τετελεσμένος, , vt. do, make, perform, celebrate, hold, τελούμαι, vi.mid. be, exist, take place, τέλειος, -α, -ο, adj. perfect, τέλεια, adv. perfectly, τελείως, adv. completely, τελικά, adv. finally
τέμνω, έτεμνον, ετμήθην, τετμημένος, vt.def. cut, pass through (a road ), έτμησα, τμήθηκα, (τε )τμημένος
τεντώνω, τέντωσα, τεντώθηκα, τεντωμένος, vt. stretch, tighten, tone, τεντώνομαι, vi.mid. stretch, strain
τερματίζω, τερμάτισα, τερματίστηκα, τερματισμένος, vt. conclude, end, terminate, wind up
τέρπω, έτερψα, vt. give pleasure to
τηγανίζω, τηγανίσα, τηγανίστηκα, τηγανισμένος, vt. fry
τήκω, έτηξα, τετηγμένος, vt. melt, τήκουμαι, vi.mid. pine, languish
τηλεγραφώ, τηλεγράφησα, vt. cable, send a telegraph
τηλεφωνώ./ τηλεφωνάω, τηλεφώνησα, τηλεφωνήθηκα, vt. call, telephone, τηλεφωνιέμαι, vi.mid. speak on the phone
τηρώ, τήρησα, τηρήθηκα, τηρημένος, vt. uphold, honor, adhere to, abide by, keep, preserve, observe
τίκτω, έτεκον, ετέχθην, vt. give birth, bring forth
τιμάω./ τιμώ, τίμησα, τιμήθηκα, τιμημένος, vt. honor, pay tribute to, recognize, be a credit to, do justice to
τιμωρώ, τιμώρησα, τιμωρήθηκα, τιμωρημένος, vt. punish
τινάζω, τίναξα, τινάχτηκα, τιναγμένος , vt. toss, shake, beat, hurl, fling, τινάζομαι, vi.mid. jump up, start, brush something off one's clothes
τολμώ./ τολμάω, τόλμησα, vt.act. dare, vi.act.mid, take risks
τονίζω, τόνισα, τονίστηκα, τονισμένος, vt. stress, highlight, accent, accentuate
τοποθετώ, τοποθέτησα, τοποθετήθηκα, τοποθετημένος, vt. put, place, plant, τοποθετούμαι, vi.mid. position oneself, take a stand
τραβάω./ τραβώ, τράβηξα, τραβιέμαι, τραβήχτηκα, τραβηγμένος,, vt. draw, pull, drag
τραγουδάω./ τραγουδώ, τραγούδησα, τραγουδήθηκα, τραγουδισμένος, vt. sing
τρατάρω./ τρατέρνω, τράταρα./ τρατάρισα, , vt.act. offer, pay for
τραυματίζω, τραυμάτισα, τραυματίστηκα, τραυματισμένος, vt. wound, injure, το τραύμα, injury
τραχύνω, τράχυνα, τραχύνθηκα,, vt. roughen, worsen
τρελαίνω, τρέλανα, τρελάθηκα, τρελαμένος,, vt. drive someone insane, τρελαίνομαι, vi.mid. go mad, Τρελαθήκατε Κύριε Σποκ;
τρέμω, (τρεμάμενος ), vi.def. shake, shiver, tremble
τρενάρω, τρέναρα./ τρενάρισα, , vi. delay, drag on
τρέπω, έτρεψα, τράπηκα, τραμμένος, irr, vt.vi. turn, convert, divert, change
τρέφω, έθρεψα, τράφηκα./ θράφηκα, θρεμμένος, irr, vt. feed, foster, nourish, provide for, τρέφομαι, vi.mid. feed on, be raised on, be healed
τρέχω, έτρεξα, vi.act. run
τρίβω, έτριψα, τρίφτηκα, τριμμένος, vt. scrub, rub, sand, grate, grind, τρίβομαι, vi.mid. crumble, show signs of wear
τρίζω, έτριξα , vi. creak, squeak, grind teeth
τρομάζω, τρόμαξα, τρομαγμένος , vt.act. frighten
τρομοκρατώ, τρομοκράτησα, τρομοκρατήθηκα, τρομοκρατημένος, vt. terrorize
τροποποιώ, τροποποίησα, τροποποιήθηκα, τροποποιημένος , vt. modify
τροφοδοτώ, τροφοδότησα, τροφοδοτήθηκα, τροφοδοτημένος, vt. supply, fuel, feed, provide
τρυπώ./ τρυπάω, τρύπησα, τρυπήθηκα, τρυπημένος, make a hole in, pierce, puncture, punch, vi. have a puncture, be full of holes, τρυπιέμαι, vi.mid. shoot onself up (with drugs )
τρυπώνω, τρύπωσα, τρυπώθηκα, τρυπωμένος, vt. hide
τρω./ τρώω./ τρώγω, έφαγα, (φάω./ φάγω ), (φάγε./ φάε, φάτε ), τρώγομαι, φαγώθηκα, φαγωμένος,, irr, vt. eat
τσιμπάω./ τσιμπώ, τσίμπησα, τσιμπιέμαι, τσιμπήθηκα, τσιμπημένος, vt. prick, pinch, nip, bite, peck, eat lightly
τυλίγω, τύλιξα, τυλίχτηκα, τυλιγμένος,, vt. coil, wind, roll up, wrap
τυποποιώ, τυποποίησα, τυποποιήθηκα, τυποποιημένος , vt. standardize
τυπώνω, τύπωσα, τυπώθηκα, τυπωμένος, vt. print, publish
τυραννάω./ τυραννώ, τυράννησα, τυραννήθηκα, τυραννισμένος, be a tyrant, torment, harass
τυφλώνω, τύφλωσα, τυφλώθηκα, τυφλωμένος, vt. make blind, τυφλώνομαι, vi.mid. go blind
τυχαίνει - τυχαίνουν, έτυχα - έτυχαν, irr, vi.act.mid. (+gen. ) be lucky, happen to be, impers.

υγιαίνω, vi.act.mid. be in good health
υγραίνω, ύγρανα, υγράνθηκα,, vt. moisten, υγραίνομαι, vi.mid. grow moist, get damp
υγροποιώ, υγροποίησα, υγροποιήθηκα, υγροποιημένος , vt. liquefy
υδρεύομαι, υδρεύτηκα./ υδρεύθηκα, (υδρευμένος ) , vi.dep.mid. be supplied with water
υιοθετώ, υιοθέτησα, υιοθετήθηκα, υιοθετημένος, vt. adopt
υλοποιώ, υλοποίησα, υλοποιήθηκα, υλοποιημένος , vt. materialize, υλοποιούμαι, vi.mid. appear, become materialized
υμνώ, ύμνησα, υμνήθηκα, υμνημένος, celebrate
υπαγορεύω, υπαγόρευσα./ υπαγόρεψα, υπαγορεύτηκα./ υπαγορεύθηκα, υπαγορευμένος , vt. dictate
υπάγω, υπάχθηκα, vt. place under, vi. go, ύπαγε εν ειρήνη, go in peace, υπάγομαι σε, vi.mid. be classified as, be answerable to
υπαινίσσομαι, υπαινίχθηκα, vt.dep. hint at
υπακούω, υπάκουσα, vt.act. obey sbdy, vi. obey
υπαναχωρώ, υπαναχώρησα, vi. withdraw discretly
υπάρχω, υπήρξα, υπάρξω, irr, vi. exist, σκέφτομαι, άρα υπάρχω.
υπεκφεύγω, υπεξέφυγα
υπερασπίζω, υπεράσπισα, υπερασπίστηκα, vi.vt. defend
υπερβαίνω, υπερέβη - υπερέβησαν, να υπερβώ, irr, vi. go beyond, overstep, surpass, top, transgress
υπερβάλλω, υπερέβαλα, , irr, vt.act. exaggerate, exceed
υπογράφω, υπέγραψα./ υπόγραψα, υπογράφτηκα./ υπογράφηκα, υπογεγραμμένος./ υπογραμμένος, irr, vt. sign (on the dotted line ), sign up (subscribe )
υποθέτω, υπέθεσα, υποτίθεμαι, να υποτεθεί, irr, vt.impers. suppose, presume, υποθήκη, mortgage, υπόθεση, hypothesis, matter, affair, business
υποκλέπτω, υπέκλεψα, υποκλάπηκα, irr, vt. steal craftily
υποκλίνομαι, υποκλίθηκα, vi.dep. bow, curtsey
υποκρίνομαι, υποκρίθηκα, vt.dep. pretend, play, υποκρισία hypocrisy, insincere, feigned
υποκρύπτω, υπέκρυψα, υποκρύπτομαι,
υποκύπτω υπέκυψα, vi. bend, give way, succomb
υπολείπομαι, vi.dep.def. to be left over./ behind, inferior
υπολήπτομαι,
υπολογίζω, υπολόγισα, υπολογίστηκα, υπολογισμένος, vt. calculate
υπομένω, υπέμεινα, irr, vt.act. endure, vi.act. be patient
υπομνηματίζω, υπομνημάτισα, υπομνηματίστηκαμ υπομνηματισμένος, remind
υπονομεύω, υπονόμευσα, υπονομεύτηκα./ υπονομεύθηκα, υπονομευμένος, vt. undermine, dig a tunnel in
υπονοώ, (υπονόησα, υπονοήθηκα ), vt.def. imply, hint at, insinuate, υπονοείται, impers. it is understood
υποπίπτω, υπέπεσα, irr, vi + εις, fall into (error )
υποπτεύομαι, υποπτεύτηκα./ υποπτεύθηκα , vt.dep. suspect
υποσιτίζω, υποσίτισα, υποσιτίστηκα, υποσιτισμένος,
υποσκάπτω, υπέσκαψα, υποσκάτηκα./ υποσκάφτηκα,
υποσκελίζω, υποσκέλισα, υποσκελίστηκα, υποσκελισμένος, vt. supplant, thwart
υποστηρίζω, υποστήριξα, υποστηρίχτηκα./ υποστηρίχθηκα, υποστηριγμένος , vt. defend, support, η υποστήριξη, defense
υποστυλώνω, υποστύλωσα, υποστυλώθηκα, υποστυλωμένος,
υπόσχομαι, υποσχέθηκα, (υποσχεμένος ), irr, vt.dep. promise
υποτάσσω, υπέταξα, υποτάχθηκα./ υποτάχτηκα, υποταγμένος,, vt. bring into submission, vi. submit
υποφέρω, υπέφερα./ υπόφερα, vt.act. stand, tolerate, bear, endure, suffer, feel pain, υποφέρεται, impers. be tolerated
υποχρεώνω, υποχρέωσα, υποχρεώθηκα, υποχρεωμένος, oblige
υποχωρώ, υποχώρησα, vi. retreat, give way, abate, subside
υποψιάζομαι, υποψιάστηκα, υποψιασμένος, vi.dep. suspect
υστερώ, υστέρησα, vi. lag behind, be lacking in, not have (with gen. or σε )
υφαίνω, ύφανα, υφάνθηκα, υφασμένος,, vt. weave
υφίσταμαι, υπέστην, υποστώ, irr, vi.dep. exist, undergo
υψώνω, ύψωσα, υψώθηκα, υψωμένος, vt. raise, elevate, υψώνομαι vi.mid. climb

φαίνομαι, φάνηκα, irr, vi.dep. appear
φανερώνω, φανέρωσα, φανερώθηκα, φανερωμένος, vt. show, reveal, express, uncover, φανερώνομαι, vi.mid. appear
φαντάζομαι, φαντάστηκα, φαντασμένος, vt.dep. imagine, think
φαντάζω, φάνταξα , vi. make an effect, look glamorous
φαρδαίνω, φάρδυνα, widen
φεγγρίζω, vi. be semi-transparent
φέγγω, εφεξα, vi. shine
φείδομαι, εφείσθην, vi.gen. spare, abstain from hurting
φέρνω, έφερα, φέρθηκα, φερμένος, irr, vt. bring, brought, introduce, import, lead, conduct, go, call, produce, cause, raise, look like./ resemble somebody, φέρνομαι, vi.mid. behave, conduct myself
φέρω, έφερα, φέρθηκα, irr, vt. carry, bear, have, wear, behave, act like
φεύγω, έφυγα, irr, vi. flee, leave, depart, go (away )
φθείρω, έφθειρα, φθάρηκα./ εφθάρην, φθαρμένος, irr, vt. erode, ruin, waste, damage, spoil, impair, corrupt, perish, vi. wear out
φθίνω, irr, vi.def. decline, wane
φθονώ, φθόνησα, φυονούμαι, vt. envy
φιγουράρω, φιγουράρισα, vi. appear
φιλάω./ φιλώ, φίλησα, φιλήθηκα, φιλημένος, kiss
φιλεύω, φίλεψα, φιλεμένος, vt. give
φιλιώνω, φίλωσα, φιλωμένος,
φιλοδοξώ, φιλοδόξησα, vt. aspire to, φιλοδοξία ambition
φιλονικώ, φιλονίκησα, vi. argue
φιλοξενώ, φιλοξένησα, φιλοξενήθηκα, φιλοξενημένος, put up, take in, accomodate, host, publish
φιλοσοφώ, φιλοσόφησα, φιλοσοφημένος,
φιλοτεχνώ, φιλοτέχνησα, φιλοτεχνήθηκα, φιλοτεχνημένος, friend of the arts
φιλοτιμούμαι./ φιλοτιμιέμαι, φιλοτιμήθηκα, pride, conscientiousness
φιλτράρω, φίλτραρα./ φιλτράρισα, φιλτραρίστηκα, φιλτραρισμένος, , vt. filter
φοβάμαι./ φοβούμαι, φοβήθηκα, φοβισμένος, vt. fear, be afraid
φοβερίζω, φοβέρισα, vt.act. threaten
φοβίζω, φόβισα, φοβισμένος, vt.act.ppp. frighten, threaten, scare
φονεύω, φόνευσα, φονεύτηκα./ φονεύθηκα, φονευμένος, kill, murder
φοράω./ φορώ, φόρεσα, φοριέμαι, φορέθηκα, φορεμένος,, vt. wear
φορτώνω, φόρτωσα, φορτώθηκα, φορτωμένος, vt. load, take on cargo
φουντώνω, φούντωσα, φουντωμένος, vi.act.mid.ppp. grow tufty, larger
φράζω, έφραξα, φράχτηκα, φραγμένος , vt. enclose, fence
φρεσκάρω, φρέσκαρα./ φρεσκάρισα, φρεσκαρίστηκα, φρεσκρισμένος, , freshen
φροντίζω, φρόντισα, φροντισμένος, vi.ppp. (with για ) look after, mind, take care of
φρονώ, vt.act.def. think, judge
φρουρώ, φρούρησα, φρουρήθηκα, φρουρημένος, vt. guard, surveille
φρυγανίζω, φρυγάνισα, φρυγανίστηκα, φρυγανισμένος, vt. grill, fry
φταίω, έφταιξα, irr, vi.act.mid. blame
φτάνω./ φθάνω, έφτασα, φτασμένος, vt.act. reach, catch up with, vi.act.mid.ppp. be enough, arrive
φταρνίζομαι./ φτερνίζομαι, φταρνίστηκα./ φτερνίστηκα, vi.dep. sneeze
φτερουγίζω./ φτερουγάω./ φτερουγώ, φτερούγισα, vi. flutter
φτηναίνω, φτήνυνα, vt.vi. make./ become cheaper
φτιασιδώνομαι, φτιασιδώθηκα, φτιασιδωμένος,
φτιάχνω./ φτιάνω, έφτιαξα, φτιάχτηκα, φτιαγμένος, vt. arrange
φτουράω, no -ώ, vi. go a long way, be economical
φτυαρίζω, φτυάρισα,
φτύνω, έφτυσα, φτύστηκα, φτυσμένος, vt. spit on, vi.
φτωχαίνω, φτώχυνα, make or become poor
φυγαδεύω, φυγάδευσα./ φυγάδεψα, φυγαδεύτηκα./ φυγαδεύθηκα, φυγαδευμένος , vt. help to escape
φυγομαχώ, φυγομάχησα,
φυλακίζω, φυλάκισα, φυλακίστηκα, φυλακισμένος, vt. imprison
φυλάω./ φυλάγω, φύλαξα, φυλάχτηκα, φυλαγμένος, irr, vt. guard, φυλάγομαι, vi.mid. be careful, take precaution, beware of
φυλλομετράω./ φυλλομετρώ, φυλλομέτρησα, vt. leaf through (a book )
φυλλοροώ, φυλλορόησα, vi. shed leaves
φύομαι, vi.dep.def.pres. grow, be fond of (plants )
φυραίνω, φύρανα, vi. shrink, lose weight
φυσάω./ φυσώ, φύσηξα, vt. blow out, vi. puff, blow
φυσομανάω./ φυσομανώ, vi.def. rage
φυτεύω, φύτεψα, φυτεύτηκα, φυτεμένος, vt. plant, implant, bury
φυτοζωώ, vi. live penuriously, barely exist
φυτρώνω, φύτρωσα, φυτρωμένος, vi, grow, come up (plants )
φωλιάζω, φώλιασα, φωλιασμένος, vi. nestle
φωνάζω, φώναξα , vt.act. shout to./ at, call, vi. shout
φωνασκώ, vi. bawl
φωσφορίζω, φωταγωγώ, φωταγώγησα, φωταγωγήθηκα, φωταγωγημένος, vt. illuminate
φωτίζω, φώτισα, shine on, give light to, enlighten
φωτογραφίζω, φωτογράφισα, φωτογραφήκα, φωτογραφημένος, irr, vt. photograph
φωτοτυπώ, φωτοτύπησα, φωτοτυπήθηκα, φωτοτυπημένος,

χαζεύω, χάζεψα, vi. be stupid, gape, idle away one's time
χαζολογάω./ χαζολογώ, χαζολόγησα,
χαϊδεύω, χάιδεψα, χαϊδεύτηκα, χαϊδεμένος, vt. stroke, cuddle, caress, touch, pamper, χαϊδεύομαι, vi.mid. desire caresses
χαϊδολογάω./ χαϊδολογώ, χαϊδολόγησα, vt. caress repeatedly
χαίνω, vi. gape
χαιρετάω./ χαιρετώ, χαιρέτησα, χαιρετήθηκα, vt. greet, salute
χαιρετίζω, χαιρέτισα, χαιρετίστηκα, vt. greet, salute
χαίρω./ χαίρομαι, χάρηκα, irr, vi.dep. be glad, happy, enjoy, ich freue mich
χαλαρώνω, χαλάρωσα, χαλαρωμένος, vt. loosen, relax
χαλάω./ χαλώ./ χαλνώ, χάλασα, χαλασμένος, vt.act. break, put out of order, vi.act. deteriorate, spoil
χαλιναγωγώ, χαλιναγώγησα, χαλιναγωγήθηκα, χαλιναγωγημένος, vt. lead by bridle
χαλκεύω, χάλκευσα./ χάλκεψα, χαλκεύτηκα./ χαλκεύθηκα, χαλκευμένος , vt. make out of copper
χαλυβδώνω, χαλύβδωσα, χαλυβδώθηκα, χαλυβδωμένος, vt. steel-plate
χαμηλώνω, χαμήλωσα, χαμηλωμένος, vt. lower, bring down
χαμογελάω./ χαμογελώ, χαμογέλασα, vi. smile
χαμπαρίζω./ χαμπαριάζω, χαμπάρισα./ χαμπάριασα, vt. take notice of
χαντακώνω, χαντάκωσα, χαντακώθηκα, χαντακωμένος, vt. ruin (effect of )
χάνω, έχασα, χάθηκα, χαμένος, vt. lose, lost, miss, μη το χάσεις!, don't miss it!
χαράζω./ χαράσσω, χάραξα, χαράχτηκα, χαραγμένος , vt. carve, engrave, scratch, rule (lines ), vi. cut, χαράζει .impers. day breaks
χαρακτηρίζω, χαρακτήρισα, χαρακτηρίστηκα, χαρακτηρισμένος, vt. characterize
χαρακώνω, χαράκωσα, χαρακώθηκα, χαρακωμένος, vt. rule (lines ), vi. take shelter
χαραμίζω, χαράμισα, χαραμίστηκα, χαραμισμένος, vt. waste, spend in vain
χαρατσώνω, χαράτσωσα, χαρατσώθηκα, χαρατσωμένος, vt. (fam ) extract contribution from
χαριεντίζομαι, χαριεντίστηκα, vi. be in flirtatious mood, turn on the charm
χαρίζω, χάρισα, χαρίστηκα, χαρισμένος, vt. make a present, vi. treat with favor or indulgence
χαριτολογώ, χαριτολόγησα, vi. say witty things
χαρμανιάζω, χαρμάνιασα,
χαροπαλεύω, χαροπάλεψα,
χαροποιώ, χαροποίησα, vt. make happy
χαρτζιλικώνω, χαρτζιλίκωσα, χαρτζιλικώθηκα, χαρτζιλικωμένος
χαρτογραφώ, χαρτογράφησα, χαρτογραφήθηκα, χαρτογραφημένος
χαρτοπαίζω , def.
χαρτοσημαίνω, χαρτοσήμανα, χαρτοσημάνθηκα, χαρτοσημασμένος,
χασκογελάω./ χασκογελώ, def.
χάσκω, irr, vi.def. be wide open, gape
χασμουριέμαι./ χασμουρώμαι, χασμουρήθηκα , vi. yawn
χασομεράω./ χασομερώ, χασομέρησα, vt. waste time, loiter
χαστουκίζω, χαστούκισα,
χάφτω./ χάβω, έχαψα,, vt. gulp down, swallow
χαχανίζω, χαχάνισα,
χέζω, έχεσα, χέστηκα, χεσμένος, vt. (fam ) defecate (on ), vi. be in a funky mood
χειμάζομαι, χειμάστηκα, vi.dep. suffer hardships of winter
χειμωνιάζει, χειμώνιασε, v.imper winter comes on
χειραγωγώ, χειραγώγησα, χειραγωγήθηκα, χειραγωγημένος, vt. lead by the hand
χειραφετώ./ χειραφετούμαι, χειραφετήθηκα, χειραφετημένος, vt.dep. emancipate
χειρίζομαι, χειρίστηκα, vt. handle, manage, operate
χειροδικώ, χειροδίκησα,
χειροκροτάω./ χειροκροτώ./ χειροκροτιέμαι./ χειροκροτούμαι, χειροκρότησα, χειροκροτήθηκα, vt. applaud, clap
χειρονομώ, def.
χειροτερεύω, χειροτέρεψα, vt. make or become worse
χειροτονώ, χειροτόνησα, χειροτονήθηκα, χειροτονημένος,
χειρουργώ, χειρούργησα, χειρουργήθηκα, χειρουργημένος, vt. operate
χηρεύω, χήρεψα, vi.act.mid. be widowed
χιλιάζω, χίλιασα,
χιμάω./ χιμώ, χίμηξα,
χιονίζει, χιόνισε, vi.impers. it snows
χλευάζω, χλεύασα, χλευάστηκα, χλευασμένος, vt. mock, deride
χλιμιντρίζω, χλιμίντρισα, vi. neigh, whinney
χλωμιάζω, χλώμιασα, vi. grow pale
χνουδιάζω, χνούδιασα,
χολιάζω, χόλιασα, χολιασμένος, vt. annoy, vi. get annoyed
χολοσκάνω, irr, vt. upset, vi. get upset
χολώνω, χόλωσα, χολώθηκα, χολωμένος,
χοντραίνω, χόντρυνα, vt. make thicker or fatter, vi. become thicker
χορεύω, χόρεψα, vt.act. dance, vi. dance, χορεύεται, impers. es wird getanzt, (now ) we will dance
χορηγώ, χορήγησα, χορηγήθηκα, χορηγημένος, vt. provide, grant
χοροπηδάω./ χοροπηδώ, χοροπήδησα./ χοροπήδηξα, vi. gambol, jump about
χοροστατώ, χοροστάτησα,
χορταίνω, χόρτασα, χορτασμένος, vt.act. satisfy the hunger of; vi.act.mid.ppp. be satiated
χορταριάζω, χορτάριασα, χορταριασμένος, vi. get covered with grass
χουγιάζω, χούγιαξα, vt. drive flocks by shooing, shout at ,
χουζουρεύω, χουζούρεψα,
χουφτώνω, χούφτωσα, vt. grab
χρειάζομαι, χρειάστηκα, vt. need, require; vi. be necessary
χρεμετίζω, χρεμέτισα, vi. neigh, whinny
χρεοκοπώ, χρεοκόπησα, χρεοκοπημένος, vi. go bankrupt
χρεώνω, χρέωσα, χρεώθηκα, χρεωμένος, vt. debit, vi. incur debts
χρήζει-χρήζουν
χρηματίζω, χρημάτισα, χρηματίστηκα, vi. he served as mayor, take bribes
χρησιμεύω, χρησίμεψα, vi. be of use, serve
χρησιμοποιώ, χρησιμοποίησα, χρησιμοποιήθηκα, χρησιμοποιημένος , vt. use, utilize
χρησμοδοτώ, χρησμοδότησα, vt. finance
χρίζω./ χρίω, έχρισα, χρίστηκα, χρισμένος, vt. anoint
χρονίζω, χρόνισα, vi. take a long time, drag on
χρονογραφώ, χρονογράφησα, vi. cronicle
χρονολογώ, χρονολόγησα, χρονολογήθηκα, χρονολογημένος,
χρονομετράω./ χρονομετρώ, χρονομέτρησα, χρονομετρήθηκα, χρονομετρημένος,
χρονοτριβώ, vi.def. waste time, dawdle
χρυσίζω, vi. shine like gold
χρυσώνω, χρύσωσα, χρυσώθηκα, χρυσωμένος, vt. gild
χρωματίζω, χρωμάτισα, χρωματίστηκα, χρωματισμένος, vt. color, paint, dye, tint
χρωστάω./ χρωστώ, χρωστούσα, vt.def. be in debt, owe
χτενίζω, χτένισα, χτενίστηκα, χτενισμένος, vt. comb, dress hair
χτίζω, έχτισα, χτίστηκα, χτισμένος, vt. build, found city, wall in
χτικιάζω, χτίκιασα, χτικιασμένος, ppp
χτυπάω./ χτυπώ, χτύπησα, χτυπήθηκα, χτυπημένος, vt. knock, tap, beat, strike, χτυπιέμαι, vi.mid. fight, struggle, shout, beat one's chest
χυλώνω, χύλωσα, χυλωμένος, vi. form creamy consistency
χυμώ, χύμηξα, vi. rush, swoop
χύνω, έχυσα, χύθηκα, χυμένος, vt. pour, shed, spill, flow, spread, melt
χωλαίνω, vi. be lame, limp, make slow progress
χωνεύω, χώνεψα, χωνεύτηκα, χωνεμένος./ χωνευμένος, vi.vt. digest, smelt, be half spent or decomposed
χώνω, έχωσα, χώθηκα, χωμένος, vt. thrust, stuff, stick, force, χώνομαι, vi.mid. butt in, meddle
χωρατεύω, χωράτεψα,
χωράω./ χωρώ, χώρεσα, vt.act.act. hold, contain, have room for
χωρίζω, χώρισα, χωρίστηκα, χωρισμένος, vt. separate, part, divide, divorce, χωρίζομαι, vi.mid. break up, part ways

ψαλιδίζω, ψαλίδισα, ψαλιδίστηκα, ψαλιδισμένος, vt. cut, clip
ψάλλω, έψαλα, ψάλθηκα, ψαλμένος, irr, vt. sing, chant
ψαραίνω, vi. turn grey
ψαρεύω, ψάρεψα, ψαρεύτηκα, vt. fish (for ), vi. fish
ψαύω, έψαυσα, vt. touch, feel
ψάχνω, έψαξα, ψάχτηκα, ψαγμένος, vt. search (for ), vi. search one's pockets
ψαχουλεύω, ψαχούλεψα, search, grope
ψεγαδιάζω, vt. find fault with
ψέγω, έψεξα, vt. blame, reprehend
ψειριάζω, ψείριασα, ψειρασμένος, vi.act.mid.ppp. become lousy
ψειρίζω, ψείρισα, vt. get rid of lice
ψεκάζω, ψέκασα, ψεκάστηκα, ψεκασμένος, vt. spray
ψελλίζω, ψέλλισα, vt. stammer
ψέλνω, έψαλα, ψάλθηκα, ψαλμένος, irr, vt. sing
ψευδίζω, ψεύδισα, vi. lisp
ψευδολογώ, vi. tell lies
ψεύδομαι, εψεύσθην, irr, vi.dep.def. lie
ψευτίζω, ψεύτισα, ψευτισμένος, vt. lower quality of (goods )
ψευτοζώ./ ψευτοπερνώ, vi. scrape a living
ψηλαφίζω, ψηλάφισα,
ψηλαφώ, vt. feel, finger, grope
ψηλώνω, ψήλωσα, vt. make or grow higher or taller
ψήνω, έψησα, ψήθηκα, ψημένος, vt. bake, roast, cook, torment ψήνομαι, vi.mid. mature, ripen, get very hot
ψηφάω./ ψηφώ, ψήφησα, vt. heed respect
ψηφίζω, ψήφισα, ψηφίσυηκα, ψηφισμένος, vt. vote (for ), vi. vote
ψηφοθηρώ, vi. solicit votes
ψιθυρίζω, ψιθύρισα, vi. murmur, whisper
ψιλαίνω, vt. make thinner
ψιλοβρέχει, impers.
ψιλοκόβω, ψιλόκοψα, ψιλοκομμένος,
ψιλοκοσκινίζω, ψιλοκοσκίνισα, ψιλοκοσκινίστηκα, ψιλοκοσκινισμένος,
ψιλολογάω./ ψιλολογώ, ψιλολόγησα, vt. examine minutely
ψιλορωτώ, vt. ask someone many details
ψιττακίζω, vt. parrot
ψιχαλίζει, v.imper it drizzles
ψιψιρίζω, vt. examine minutely
ψοφάω./ ψοφώ, ψόφησα, vi. die (of animals )
ψοφολογώ, vi. sleep (pej )
ψυλλιάζομαι, ψυλλιάστηκα, ψυλλιασμένος, vt.dep. make suspicious, vi.dep.mid. become suspicious
ψυχαγωγώ, ψυχαγώγησα, ψυχαγωγήθηκα, ψυχαγωγημένος,
ψυχαναλύω, ψυχανέλυσα, vt.act. psychoanalyse
ψυχανεμίζομαι, ψυχανεμίστηκα,
ψυχολογώ, ψυχολόγησα, ψυχολογημένος, vt. read the mind of
ψυχομαχώ./ ψυχορραγώ, vi.mid.def. be in the throws of death
ψυχραίνω, ψύχρανα, ψυχράθηκα./ ψυχράνθηκα, ψυχραμένος,, vt. make cold, ψυχραίνομαι, vi.mid. get cold, cool off
ψύχω, έψυξα, ψύχθηκα,, vt. freeze, cool, make cold
ψωμοζώ, vi. eke out one's existence
ψωμώνω, vi. develop well, fill out
ψωνίζω, ψώνισα, ψωνίστηκα, vt. buy, vi. go shopping, queer or crazy, ψωνίζομαι, vi.mid. (of prostitutes ) go looking for a client
ψωριάζω, ψώριασα, ψωριασμένος, vi.act.mid.ppp. become mangy
ψωριώ, vi.mid. have scabies or mange

ωθώ, ώθησα, ωθήθηκα, vt. push, impell
ων, vi.part. being
ωριμάζω, ωρίμασα, ωριμασμένος , vi.act.mid.ppp. ripen, mature
ωρύομαι, vi.dep.def. howl
ωτακουστώ, vi. eavesdrop
ωφελώ, ωφέλησα, ωφελήθηκα, ωφελημένος, vt. benefit, ωφελούμαι, vi.mid. benefit, profit
ωχριώ, ωχρίασα, vi.act.mid. become pale

Revisão das 21h28min de 19 de dezembro de 2007

--143.107.27.159 21h28min de 19 de Dezembro de 2007 (UTC)ANEXO I. Grego Moderno na Universidade de São Paulo e em Portugal.

A Universidade de São Paulo [USP] tem mantido, desde 1990, um estreito relacionamento cultural e acadêmico com a Grécia , através do Ministério da Cultura daquele país e das Universidades Helênicas.. Este relacionamento vem se traduzindo por generosas doações de livros à Biblioteca Florestan Fernandes da FFLCH/USP e pela manutenção de um Professor- Visitante grego (Dimitris Anagnostópoulos), incumbido de ministrar aulas de cultura e língua neo-helênicas, no Departamento de Letras Modernas da Faculdade de Filosofia Letras e Ciências Humanas. No início deste mês, chegou à USP nova grande remessa de livros gregos, enviados pelo Ministério da Cultura da Grécia . Juntaram-se a outra remessa enorme, anterior, e já em avançado processo de tombamento.

O Curso de Lingua Neo-Helênica, na FFLCH, mais conhecido como Curso de Grego Moderno, é oferecido como matéria optativa do Curso de Letras e como Curso de Extensão Universitária, aberto aos interessados. Existe infelizmente ainda grande desconhecimento do público estudantil, e do público em geral, sobre a lingua grega moderna, oficialmente denominada Língua Neo-Helênica, e isto oficialmente pelos próprios gregos. O neo-helênico difere do grego clássico, na pronúncia, na ortografia, na gramática, bem como no vocabulário.

Do ponto de vista gramatical, o grego moderno é facílimo e pode ser aprendido rapidamente. O vocabulário, teoricamente, inclui todo o léxico do grego clássico, além de um grande número de termos modernos, de origem greco-demótica, sendo enormes também os empréstimos de outras línguas, principalmente européias , especialmente do inglês e do francês, mas também do turco. A sintaxe é simplicíssima e idêntica às das grandes línguas ocidentais latinas. É mais fácil do que alemão ou russo, e tão fácil quanto o inglês, o francês ou o espanhol.

As declinações simplificaram-se, e praticamente só os artigos se declinam, em todos os casos, como em alemão. O sistema verbal se deduz matematicamente do tema do presente e do aóristo. A ortografia foi novamente simplificada em 1982, abolindo-se os espíritos, os múltiplos acentos e os iotas subscritos, características do grego clássico. De acordo com este sistema ortográfico monotônico, todas as palavras gregas não-monossilábicas tem um acento agudo na sílaba tônica. Os monossílabos não tem acento.

Aprender a ler e traduzir grego moderno é mais fácil do que falá-lo, os pontos delicados desta língua são a pronúncia e a ortografia. A bibliografia em português ainda é muito escassa. Graças aos progressos da computação, podemos facilmente digitar com caracteres gregos , em nossos computadores, bastando ativar os recursos multilingües que já estão lá. Poderemos então acessar sites de universidades helênicas , e baixar textos acadêmicos em grego moderno, da maior importância, e em qualquer área de interesse.

Sendo o grego uma das línguas oficiais da Comunidade Européia, estão disponíveis em grego todos os documentos da União Européia , com as respectivas traduções em outras línguas. Cursos de grego na Internet são dezenas, competindo em didática e excelência. Isto dito, podemos considerar o grego moderno uma excelente introdução ao grego bíblico e ao grego clássico, nesta ordem. É também um mau aproveitamento do tempo estudar o grego moderno ignorando sistematicamente o grego bíblico, de grande interesse cultural e religioso. O grego bíblico é a primeira versão do grego moderno, sendo mais recente do que o grego alexandrino da Septuaginta, a Bíblia dos Setenta. [Tradutores], totalmente disponível na internet pela Universidade de Virgínia [USA.

Em Portugal, na Universidade Nova de Lisboa, sob a coordenação do Professor Dr. José António Costa Idéias, ministra-se também, já desde alguns anos, um Curso de Grego Moderno, Nea Elliniká, semelhante ao da Universidade de São Paulo, mas direcionado a um conjunto de destinatários muito mais amplo, principalmente universitário, a saber.o público em geral, classicistas, e helenistas interessados na língua e cultura neo-helênicas.

Atende também estudantes das licenciaturas, pós-graduações, cursos de especialização de línguas, tradutores e intérpretes, ciências da comunicação e da cultura e de outras áreas no domínio das ciências literárias e linguísticas, humanas e sociais e outros eventuais interessados na língua e cultura neo-helênicas, tais como, estudantes da Faculdade de Ciências Sociais e Humanas (FCSH) da Universidade Nova de Lisboa (UNL).,

Constatamos assim que um curso desta natureza e conteúdo pode preencher importante lacuna na formação de nossas elites universitárias . O curso da Universidade de São Paulo comportaria ampliação do conjunto de destinatários, aprofundamento dos seus objetivos acadêmicos, bem como e maior aproximação com outras disciplinas e áreas.

O Curso de Língua Neo-helênica da Universidade de São Paulo, ou Curso de Grego Moderno, como era chamado em sua origem, foi criado em 1990 pela Professora Doutora Isis Borges Belchior da Fonseca, então docente de Grego Clássico na USP, malgrado alvitre contrário do próprio Departamento onde atuava a professora. Devido à resistência do Departamento de Letras Clássicas e Vernáculas em acolher o projeto, o curso abrigou-se no Departamento de Letras Orientais, onde funcionou sob a docência e coordenação da referida docente até 2005.

O Curso de Língua Neo-helênica da Universidade de São Paulo, portanto, deve sua origem à Professora Doutora Isis Borges Belchior da Fonseca, docente aposentada desta Universidade, que a ele dedicou especial atenção, inspirada pelo apreço que devota à língua e à cultura da Grécia Moderna. Continua em atividade na área uma vez que, em 2004, publicou pela Editora Siciliano uma excelente tradução em português do romance de Nikos Kazantzakis " POBRE DE DEUS", voltando a publicar, em 2006, pela Editora Odysseus, a obra “POEMAS DE KONSTANTINOS KAVAFIS”, em edição bilingüe, com texto em grego moderno acompanhado de primorosa tradução em português.

Com a criação deste curso a Professora Isis procurava evidenciar o caráter de continuidade do idioma grego, que não morreu com a Época Clássica ou com o Grego Bíblico, mas que pulsa ainda nos tempos modernos, e em todo o mundo, mesmo que tenha sofrido certas alterações que o tempo impõe a todas as línguas. No lapso entre 1995 e 2000, o ensino de grego moderno passou às mãos da professora Eleni Ikonomopoulou que, vinda da Grécia em missão educacional, com esse fim específico, passou a reger o curso com grande êxito e com o apoio irrestrito e atento dos Ministérios da Cultura e da Educação da Grécia.

Do ano de 2001 até os dias atuais, o Curso de Grego Moderno na USP tem sido ministrado pelo Professor Dimitris Anagnostópoulos, que na seqüência daquela iniciativa ministerial que trouxe sua antecessora, tem logrado dar continuidade ao êxito já alcançado pelo curso, e até mesmo ampliá-lo, correspondendo assim não só às expectativas dos brasileiros que dele se beneficiam como às dos Ministérios da Cultura e da Educação da Grécia, responsáveis por esse projeto de intercâmbio cultural desde o seu início.

No ano de 2004, o curso teve seu nome alterado para "Língua Neo-helênica", consoante a tendência terminológica internacional, baseada na língua grega. No mesmo ano, o curso passa a seu atual Departamento, o de Letras Modernas, o que pareceu a todos os docentes envolvidos nele, direta ou indiretamente, uma realocação muito acertada, pois o grego moderno é uma das línguas vivas da Comunidade Européia. Desde os seus primórdios, o caráter oficial do Curso de Língua Neo-helênica, na Universidade de São Paulo, ficou estabelecido pela sua inclusão na graduação em Letras, como disciplina optativa (em quatro níveis, tendo cada um deles o valor de quatro créditos), e também no ambiente de Extensão Universitária , como curso livre, seguindo o modelo de outros cursos de línguas modernas, na mesma categoria de oferta.

O Curso de Extensão de Língua Neo-helênica, da Faculdade de Filosofia Letras e Ciências Humanas da USP, sempre despertou vivo interesse dos que desejam conhecer melhor essa língua que tem grande apelo cultural e afetivo. Esse público numeroso inclui também descendentes de gregos, que habitam a Região Metropolitana de São Paulo.Durante seus dezessete anos de funcionamento, o curso proporcionou inúmeras oportunidades de viagens de estudos a seus alunos, que, com bolsa oferecida pelas universidades gregas, puderam imergir na vida, na língua e na cultura da Hélade. A cada ano, quatro ou cinco estudantes desfrutam desta bolsa, com a qual, durante um mês, podem assistir aulas nas Universidades de Atenas ou de Tessalônica, com professores especializados no ensino da língua e da cultura grega para estrangeiros e conhecer melhor a história, a literatura e os lugares arqueológicos mais importantes do País, que transmitiu a luz da civilização ao mundo ocidental.

Neste ano, a Biblioteca de Letras da USP recebeu do Governo Grego um considerável acervo sobre a cultura neo-helênica, constituido por dicionários bilingües, enciclopédia , métodos para o ensino do grego moderno, gramáticas recentemente publicadas, em grego e em tradução, obras literárias, periódicos, e outros materiais de referência , frutos e confirmação do interesse do Ministério da Cultura da Grécia pelo curso , que, de resto, insere-se num projeto maior de difusão no Brasil de conhecimentos acerca da Grécia, de sua língua e de seu povo.

ANEXO 2. ESTE ANEXO CONTÉM DUAS LISTAS DE VERBOS. Fonte: http ://w ww.angelfire.com/linux/elvispresley/iordanidou4500/index.html.

LISTA DE VERBOS. [1] Formação da voz ativa e da voz passiva.

Nos verbos paroxítonos forma-se a voz passiva acrescentando-se a terminação ομαι ao tema do presente. Nos verbos oxítonos a voz passiva é formada acrescentando-se a mesma terminação μαι, porém precedida de vogais diferentes, ιέμαι, ώμαι, etc. Ενεργητική Φωνή Voz Ativa. Παθητική Φωνή Voz Passiva.

1, ενεργητική φωνή, λύνω, I untie. Desato / 2, παθητική φωνή, λύνομαι, I am untied. Sou desatado. 3, ενεργητική φωνή, δηλώνω, I declare. Declaro / 4, παθητική φωνή, δηλώνομαι, I am declared. Sou declarado. 5, ενεργητική φωνή, διαλύω, I dismantle. Desmantelo. / 6, παθητική φωνή, διαλύομαι, I am dismantled. Sou desmantelado. 7, ενεργητική φωνή, σκάβω, I dig. Cavo. / 8, παθητική φωνή, σκάβομαι, I am dug. Sou cavado. 9, ενεργητική φωνή, παραλείπω, I leave out Abandono. / 10, παθητική φωνή, παραλείπομαι, I am left out. Sou abandonado 11, ενεργητική φωνή, καλύπτω, I cover. Cubro. / 12, παθητική φωνή, καλύπτομαι, I am covered. Sou coberto. 13, ενεργητική φωνή, αλείφω, I spread. Espalho. / 14, παθητική φωνή, αλείφομαι, I am spread. Sou espalhado. 15, ενεργητική φωνή, βλάφτω, I harm. Prejudico. / 16, παθητική φωνή, βλάφτομαι, I am harmed. Sou prejudicado. 17, ενεργητική φωνή, μαζεύω, I gather. Colho. / 18, παθητική φωνή, μαζεύομαι, I am gathered. Sou colhido. 19, ενεργητική φωνή, δημοσιεύω, I publish. Publico. / 20, παθητική φωνή, δημοσιεύομαι, I am published. Sou publicado. 21, ενεργητική φωνή, τυλίγω, I coil.Aperto. / 22, παθητική φωνή, τυλίγομαι, I am coiled. Sou apertado. 23, ενεργητική φωνή, πειράζω, I vex. Vexo. / 24, παθητική φωνή, πειράζομαι, I am vexed. Sou vexado. 25, ενεργητική φωνή, πλέκω, I knit. / 26, παθητική φωνή, πλέκομαι, I am knit 27, ενεργητική φωνή, κηρύσσω, I preach. / 28, παθητική φωνή, κηρύσσομαι, I am preached. 29, ενεργητική φωνή, φτιάχνω, I make./ 30, παθητική φωνή, φτιάχνομαι, I am made. 31, ενεργητική φωνή, ελέγχω, I control./ 32, παθητική φωνή, ελέγχομαι, I am controlled. 33, ενεργητική φωνή, ορίζω, I define./ 34, παθητική φωνή, ορίζομαι, I am defined. 35, ενεργητική φωνή, αγοράζω, I buy. / 36, παθητική φωνή, αγοράζομαι, I am bought. 37, ενεργητική φωνή, πλάθω, I shape./ 38, παθητική φωνή, πλάθομαι, I am shaped. 39, παθητική φωνή, κλείνομαι, I am closed,/ 40, ενεργητική φωνή, αποκλείω, I block 41, παθητική φωνή, αποκλείομαι, I am blocked./ 42, ενεργητική φωνή, εμπνέω, I inspire. 43, παθητική φωνή, εμπνέομαι, I am inspired. / 44, ενεργητική φωνή, ζεσταίνω, I warm. 45, παθητική φωνή, ζεσταίνομαι, I am warmed. / 46, παθητική φωνή, θερμαίνομαι, I am heated up. 47, ενεργητική φωνή, βαραίνω, I am a burden on. //. 48, ενεργητική φωνή, διευρύνω, I widen./ 49, παθητική φωνή, διευρύνομαι, I am widened. 50, ενεργητική φωνή, ανασταίνω, I revive./ 51, παθητική φωνή, ανασταίνομαι, I am revived 52, ενεργητική φωνή, προφταίνω, I have time. // 53, ενεργητική φωνή, φρεσκάρω, I freshen up./ 54, παθητική φωνή, φρεσκάρομαι, I am freshened up. / 55, ενεργητική φωνή, αμπαλάρω,// 56, ενεργητική φωνή, γαρνίρω, I garnish./ 57, παθητική φωνή, γαρνίρομαι, I am garnished. 58, ενεργητική φωνή, αγαπάω, I love./ 59, παθητική φωνή, αγαπιέμαι, I am loved. 60, ενεργητική φωνή, ανακτώ, I regain 61, παθητική φωνή, ακακτώμαι, I am regained 62, ενεργητική φωνή, φοράω, I wear 63, παθητική φωνή, φοριέμαι, I am worn 64, ενεργητική φωνή, κοιτάω, I look at 65, παθητική φωνή, κοιτιέμαι, I am looked at 66, ενεργητική φωνή, τραβάω, I pull 67, παθητική φωνή, τραβιέμαι, I am pulled 68, ενεργητική φωνή, περνάω, I pass 69, παθητική φωνή, περνιέμαι, I am passed 70, ενεργητική φωνή, γυρνάω, I turn 71, ενεργητική φωνή, ανακλώ, I recall 72, παθητική φωνή, ανακλώμαι, I am recalled 73, ενεργητική φωνή, θεωρώ, I consider 74, παθητική φωνή, θεωρούμαι, I am considered 75, παθητική φωνή, περιποιούμαι, I look after 76, ενεργητική φωνή, διαιρώ, I divide 77, παθητική φωνή, διαιρούμαι, I am divided 78, παθητική φωνή, τελούμαι, I take place 79, παθητική φωνή, κοιμάμαι, I sleep 80, ενεργητική φωνή, αίρω, I raise 81, παθητική φωνή, αίρομαι, I am raised 82, παθητική φωνή, αισθάνομαι, I feel 83, ενεργητική φωνή, ακούω, I hear, listen 84, παθητική φωνή, ακούγομαι, I am heard 85, ενεργητική φωνή, αναγγέλλω, I announce 86, παθητική φωνή, αναγγέλλομαι, I am announced 87, ενεργητική φωνή, αναδεικνύω, I show off 88, παθητική φωνή, αναδεικνύομαι, I am shown off 89, παθητική φωνή, αναπαριστάνομαι, I am portrayed 90, παθητική φωνή, ανασκάπτομαι, I am dug 91, παθητική φωνή, αναστέλλομαι, I am suspended 92, ενεργητική φωνή, ανεβαίνω, I climb 93, ενεργητική φωνή, ανήκω, I belong 94, ενεργητική φωνή, αντιλέγω, I disagree 95, παθητική φωνή, απαλλάσσομαι, I 96, ενεργητική φωνή, απελαύνω, I expell 97, παθητική φωνή, απελαύνομαι, I am expelled 98, ενεργητική φωνή, απολαμβάνω, I enjoy 99, παθητική φωνή, αποπειρώμαι, I attempt 100, παθητική φωνή, αποφεύγομαι, I am shuned 101, ενεργητική φωνή, αρέσω, I please 102, ενεργητική φωνή, αρταίνω, I 103, παθητική φωνή, αρταίνομαι, I am 104, ενεργητική φωνή, αυξάνω, I increase 105, παθητική φωνή, αυξάνομαι, I am increased 106, ενεργητική φωνή, αφήνω, I let, allow 107, παθητική φωνή, αφήνομαι, I am let 108, ενεργητική φωνή, βάζω, I put 109, ενεργητική φωνή, βγαίνω, I come/go out 110, ενεργητική φωνή, βλέπω, I see, watch 111, παθητική φωνή, βλέπομαι, I am seen/watched 112, ενεργητική φωνή, βόσκω, I graze 113, παθητική φωνή, βρέχομαι, I get wet 114, ενεργητική φωνή, βρίσκω, I find 115, παθητική φωνή, βρίσκομαι, I am found 116, ενεργητική φωνή, βυζαίνω, I suckle 117, παθητική φωνή, βυζαίνομαι, I am suckled 118, ενεργητική φωνή, γδέρνω, I skin, scratch 119, παθητική φωνή, γδέρνομαι, I am skinned, scratched 120, ενεργητική φωνή, γέρνω, I tip, dip 121, παθητική φωνή, γίνομαι, I become 122, παθητική φωνή, γράφομαι, I am written 123, ενεργητική φωνή, διαβλέπω, I discern 124, παθητική φωνή, διακόπτομαι, I am disrupted 125, ενεργητική φωνή, διανέμω, I distribute 126, παθητική φωνή, διανέμομαι, I am distributed 127, παθητική φωνή, διαχέομαι, I am spread 128, ενεργητική φωνή, διαψεύδω, I prove false, deny 129, παθητική φωνή, διαψεύδομαι, I am proven false, denied 130, παθητική φωνή, δικαιούμαι, I am entitled to 131, ενεργητική φωνή, δίνω, I give 132, παθητική φωνή, δίνομαι, I am given 133, παθητική φωνή, εγκαθίσταμαι, I settle, establish myself 134, , είμαι, I am 135, ενεργητική φωνή, εισάγω, I introduce 136, παθητική φωνή, εισάγομαι, I am introduced 137, ενεργητική φωνή, εκθέτω, I expose 138, παθητική φωνή, εκτίθεμαι, I am exposed 139, ενεργητική φωνή, εκλέγω, I choose, select 140, παθητική φωνή, εκλέγομαι, I am chosen 141, ενεργητική φωνή, εκπίπτω, I decline in value 142, παθητική φωνή, εκρήγνυμαι, I explode 143, ενεργητική φωνή, εξεγείρω, I rouse 144, παθητική φωνή, εξεγείρομαι, I revolt 145, ενεργητική φωνή, επεμβαίνω, I intervene 146, ενεργητική φωνή, επιβάλλω, I impose 147, παθητική φωνή, επιβάλλομαι, I am imposed 148, ενεργητική φωνή, επιτυγχάνω | πετυχαίνω, I attain, am succesful 149, παθητική φωνή, επιτυγχάνομαι 150, παθητική φωνή, έρχομαι, I come 151, παθητική φωνή, εύχομαι, I wish 152, ενεργητική φωνή, εφευρίσκω, I invent 153, παθητική φωνή, εφευρίσκομαι, I am invented 154, , έχω, I have 155, παθητική φωνή, θάβομαι, I am buried 156, ενεργητική φωνή, θαρρώ, I think 157, ενεργητική φωνή, θέλω, I want 158, ενεργητική φωνή, καθιστώ, make, appoint, set up 159, παθητική φωνή, καθίσταμαι, I am appointed 160, παθητική φωνή, κάθομαι, I sit down 161, ενεργητική φωνή, καίω, I burn 162, παθητική φωνή, καίγομαι, I got burned 163, παθητική φωνή, καλούμαι, I am called 164, ενεργητική φωνή, κάνω, I do, make 165, ενεργητική φωνή, καταλαμβάνω, I understand 166, παθητική φωνή, καταλαμβάνομαι, I am understood 167, ενεργητική φωνή, καταπίνω, I swallow 168, ενεργητική φωνή, κατάσχω, I sequester 169, παθητική φωνή, κατάσχομαι, I am sequestered 170, παθητική φωνή, κλαίγομαι, I grumble, moan 171, παθητική φωνή, κόβομαι, I cut myself 172, ενεργητική φωνή, κρίνω, I judge 173, παθητική φωνή, κυλιέμαι, roll, wallow 174, ενεργητική φωνή, λέω, say, tell 175, παθητική φωνή, λέγομαι, I am told, called 176, ενεργητική φωνή, μαθαίνω, I learn 177, ενεργητική φωνή, μεθάω, I intoxicate 178, ενεργητική φωνή, μένω, I stay, remain 179, ενεργητική φωνή, μπαίνω, I enter, go in 180, παθητική φωνή, ντρέπομαι, I am ashamed 181, παθητική φωνή, ξαίνομαι 182, παθητική φωνή, ξεβγάζομαι, I am rinsed 183, παθητική φωνή, ξυπολιέμαι, barefoot? 184, ενεργητική φωνή, οφείλω, I owe 185, ενεργητική φωνή, παίρνω, I get, receive 186, ενεργητική φωνή, παραδίδω, I surrender 187, παθητική φωνή, παραδίδομαι, I am surrendered 188, παθητική φωνή, παρατείνομαι, I am prolonged 189, ενεργητική φωνή, παρεισφρέω, I intrude 190, ενεργητική φωνή, παρέχω, I afford, provide 191, παθητική φωνή, παρέχομαι, I am afforded, provided 192, ενεργητική φωνή, πάω | πηγαίνω, I go 193, ενεργητική φωνή, πέφτω, I fall 194, ενεργητική φωνή, πίνω, I drink 195, ενεργητική φωνή, πλένω, I wash 196, παθητική φωνή, πλένομαι, I wash myself 197, ενεργητική φωνή, πληρώ, I fill, fulfill 198, παθητική φωνή, πλήττομαι, I am struck, wounded, afflicted 199, παθητική φωνή, πνίγομαι, I am drowning, sufficate, choke 200, ενεργητική φωνή, προλαβαίνω, I anticipate, forestall 201, παθητική φωνή, σέβομαι, I respect 202, ενεργητική φωνή, σειώ, I shake 203, παθητική φωνή, σειέμαι, I am shaken 204, ενεργητική φωνή, σέρνω, draw, pull, drag 205, παθητική φωνή, σέρνομαι, drawn, pulled, dragged 206, ενεργητική φωνή, σπάω, I break, smash 207, παθητική φωνή, στέκομαι | στέκω, I stand up 208, ενεργητική φωνή, στέλνω, I send 209, παθητική φωνή, στέλνομαι, I am sent 210, παθητική φωνή, στρέφομαι, I turn around, revolve 211, ενεργητική φωνή, συγχαίρω, I congratulate 212, παθητική φωνή, συμπλέκομαι, I clash, come to blows 213, ενεργητική φωνή, συνάπτο, I join (hands, battle) 214, παθητική φωνή, συνέρχομαι, I come (to my senses), recover 215, ενεργητική φωνή, συντρέχω, I aid, meet; concurrent 216, παθητική φωνή, συντρίβομαι, I am crushed 217, ενεργητική φωνή, σύρω, I draw, pull 218, παθητική φωνή, σύρομαι, I was drawn, pulled 219, ενεργητική φωνή, τρέφω, I feed 220, παθητική φωνή, τρέφομαι, I was fed 221, ενεργητική φωνή, τρώω, I eat 222, παθητική φωνή, τρώγομαι, I am eaten 223, ενεργητική φωνή, υπάρχω, I exist 224, παθητική φωνή, υποκλέπτομαι, I was stolen craftfully 225, παθητική φωνή, φαίνομαι, I appear 226, ενεργητική φωνή, φέρνω, I carry 227, παθητική φωνή, φέρνομαι, I am carried 228, ενεργητική φωνή, φεύγω, I leave, flee 229, παθητική φωνή, φθείρομαι, I am worn out 230, ενεργητική φωνή, φταίω, I am to blame 231, ενεργητική φωνή, φυλάω, guard 232, παθητική φωνή, φωτογραφίζομαι, I am photographed 233, ενεργητική φωνή, ψάλλω, I sing, chant 234, παθητική φωνή, ψάλλομαι, I am sung 235, ενεργητική φωνή, ψέλνω, I sing, scold LISTA DE VERBOS [2].

Esta lista contem as informações necessárias para conjugar qualquer verbo grego, nas duas vozes , ativa e passiva. Assim, indica para cada verbo, as seguintes partes:

(1) a primeira pessoa do singular do presente do indicativo, que termina em ω ou ώ, para obter o tema do presente, que permite formar os tempos do aspecto imperfectivo.

(2) a primeira pessoa do singular do aoristo, também chamado passado simples, para obter o tema do aóristo (do futuro ou do indefinido), que termina em σα ou να, ou é irregular, para formar os tempos do aspecto perfectivo da voz ativa,

(3) a primeira pessoa do singular do presente do indicativo da voz passiva, que termina em μαι,

(4) a primeira pessoa do singular do aóristo da voz passiva, que termina em θηκα ou τηκα ,

( 5) o particípio passado passivo que termina em μένος

Não é necessário indicar todas essas partes para todos os verbos, nem o particípio presente, que se obtem substituindo o ω do presente do indicativo por οντας.

αβγαταίνω, αβγάτυνα, αβγατισμένος, vt.act. increase αβγατίζω, αβγάτισα, αβγατισμένος, vt.act. increase αγαθοφέρνω, irr, bring good luck αγαλλιάζω, αγαλλίασα, exult αγανακτώ./ αγαναχτώ, αγανάκτησα./ αγανάχτησα, αγανακτισμένος./ αγαναχτισμένος, vi.act.mid.ppp. be indignant, angry, exasperated αγαντάρω, αγάνταρα./ αγαντάρισα, αγανταρισμένος, αγαπίζω, αγάπισα, vt.act. reconcile, vi.act.mid. become reconciled αγαπώ./ αγαπάω, αγάπησα, αγαπιέμαι, αγαπήθηκα, αγαπημένος, vt. love αγγαρεύω, αγγάρεψα, αγγαρεύτηκα, αγγαρεμένος vt. impose a task on αγγέλλω, άγγειλα, αγγέλθηκα, αγγελμένος, irr, vt. announce αγγίζω./ εγγίζω, άγγιξα, αγγίχτηκα, αγγιγμένος , vt. touch, offend, hurt, approach, μη μ'αγγίζεις! αγιάζω, άγιασα./ αγίασα, αγιάστηκα, αγιασμένος, vt. sanctify αγκαζάρω, αγκαζάρισα, αγκαζαρισμένος, vt.act. engage, book reserve αγκαλιάζω, αγκάλισα, αγκαλιάστηκα, αγκαλιασμένος, vt. embrace, hug αγκιστρώνω, αγκίστρωσα, αγκιστρώθηκα, αγκιστρωμένος, αγκομαχαώ./ αγκομαχώ, vi. pant, be in the throes of death αγκυλώνω, αγκύλωσα, αγκυλώθηκα, αγκυλωμένος, vt. prick, sting αγκυροβολάω./ αγκυροβολώ, αγκυροβόλησα, αγκυροβολημένος, vi. anchor αγκωνιάζω, αγκώνιασα, αγκωνιάστηκα, αγκωνιασμένος, αγλαΐζω, vt. adorn αγναντεύω, αγνάντεψα, vt.act. to see from afar αγνοώ, αγνόησα, αγνοήθηκα, αγνοημένος, vt. ignore, αγνοούμαι, be ignored αγοράζω, αγόρασα, αγοράστηκα, αγορασμένος, vt. buy, αγοράζομαι, be bought αγορεύω, αγόρευσα./ αγόρεψα, vi. speak in public αγριεύω, αγρίεψα, αγριεύτηκα, αγριεμένος, vt. make wild or fierce, scare, αγριεύομαι, vi.mid. become scared αγριοκοιτάζω, vt. scowl at αγροικώ./ γρικάω, γρίκησα, γρικήθηκα, vt.vi. hear, understand αγρυπνάω./ αγρυπνώ, αγρύπνησα, αγρυπνισμένος, vi.act.mid.ppp. stay awake, keep watch αγχώνω, άγχωσα, αγχώθηκα, αγχωμένος, vt. put under stress, αγχώνομαι, vi.mid. be under stress άγω./ άγομαι, να αχθώ, irr, vt.vi.def.pres. lead, bring αγωνίζομαι, αγωνίστηκα, vi.dep. struggle, contend αγωνιώ, αγωνιούσα, vi.act.mid.def. to be death agony αδειάζω, άδειασα, vt.act. empty, have time to spage, discharge gun αδελφώνω./ αδερφώνω, αδέλφωσα./ αδέρφωσα, αδελφώθηκα./ αδερφώθηκα, αδελφωμένος./ αδερφωμένος, vt. reconcile, fraternize αδημονώ, αδημονούσα, vi.act.mid. be anxiously impatient αδιαθετώ, αδιαθέτησα, vi.act.mid. be unwell, menstruate αδιαφορώ, αδιαφόρησα, vt.act. to neglect, vi.act.mid. be uninterested αδικώ, αδίκησα, αδικήθηκα, αδικημένος, vt. wrong, do wrong, αδικούμαι, vi.mid. be wronged αδρανοποιώ, αδρανοποίησα, αδρανοποιήθηκα, αδρανοποιημένος , vt. inactivate αδρανώ, αδράνησα, vi.act.mid. be inactive, idle αδράχνω, άδραξα, vt.act.act. seize, grasp αδυνατίζω, αδυνάτισα, αδυνατισμένος, vt. weaken, make thin, vi.act.mid.ppp. lose weight αδυνατώ, αδυνατούσα, vi.act.mid. be unable άδω, sing αερίζω, αέρισα, αερίστηκα, αερισμένος, vt. fan, ventilate αεροβατώ, vi.act.mid. be in the clouds, dreaming αεροκοπανίζω, chatter αερολογώ, αερολόγησα, vi. talk nonsense αηδιάζω, αηδίασα, αηδιασμένος, vt.act. to disgust, vi.act.mid.ppp. feel disgust αθετώ, αθέτησα, αθετήθηκα, αθετημένος, vt. break word αθλούμαι, αθλήθηκα, vi.dep. exercise αθροίζω, άθροισα, αθροίστηκα, αθροισμένος, vt. assemble, add up αθωώνω, αθώωσα, αθωώθηκα, αθωωμένος, vt. acquit αιμάσσω, ήμαξα, ημαγμένος, bleed αίρω, ήρα, άρω, άρθηκα, ηρμένος , irr, vt. raise, lift αισθάνομαι, αισθάνθηκα , vt.dep. feel (the cold ), vi.mid.dep. feel (well ), sense αισχύνομαι, vi.dep. feel ashamed αιτιώμαι, vt.dep. blame αιτώ, αιτούμαι, vt. request./ beg something αιχμαλωτίζω, αιχμαλώτισα, αιχμαλωτίστηκα, αιχμαλωτισμένος, vt. take prisoner, capture, captivate αιωρούμαι, swing, waver ακινητώ./ ακινητοποιώ, ακινητοποίησα, ακινητοποιήθηκα, ακινητοποιημένος , vt. immobilize ακκίζομαι, vi.dep. assume coquettish airs ακμάζω, vi. flourish, prosper ακολουθώ./ ακολουθάω, ακολούθησα, ακολουθήθηκα, vt. follow ακονίζω, ακόνισα, ακονίστηκα, ακονισμένος, vt. sharpen, whet ακουμπώ./ ακουμπάω, ακούμπησα, ακουμπισμένος, vi.act.mid.ppp. lean, rest ακούω./ ακούγομαι, άκουσα, ακούστηκα, ακουσμένος , irr, vt. hear, listen, obey ακριβαίνω, ακρίβυνα, vt. raise price of, pass.mid. become more expensive ακροάζομαι, ακροάστηκα, vt.dep. listen to, auscultate ακροώμαι, dep. listen to, give audience, auscultate ακρωτηριάζω, vt. mutilate, amputate ακτινοσκοπώ, vt. x-ray ακυρώ./ ακυρώνω, ακύρωσα, ακυρώθηκα, ακυρωμένος, vt. nullify, clear αλαλάζω, αλάλαξα , vi. cry, shout in joy αλαλιάζω, αλάλιασα, αλαλιασμένος, vt.act. daze, stupefy, vi. be dazed αλατίζω, αλάτισα, αλατίστηκα, αλατισμένος, vt. salt αλαφιάζω, ... vi. be startled αλεγράρω, αλεγράρισα, vt.act. liven up αλέθω, άλεσα, αλέστηκα, αλεσμένος , vt. mill, grind corn αλείφω./ αλείβω, άλειψα, αλείφτηκα, αλειμμένος, vt. rub, smear, spread, coat αληθεύω, vi. come true, be right αλιεύω, αλίευσα, αλιεύτηκα./ αλιεύθηκα, αλιευμένος, vt.vi. fish for αλλάζω./ αλλάσσω, άλλαξα, αλλάχτηκα, αλλαγμένος , vt. change αλληλογραφώ, αλληλογράφησα, vi. correspond αλληλοσυγκρούομαι, vi. conflict αλληλοτρώγομαι, vi.dep. squabble with each other αλλοιθωρίζω, vi. squint αλλοιώνω, vt. alter, falsify, deteriorate αμαρτάνω./ αμαρταίνω, αμάρτησα, ημαρτημένος, irr, vi. commit a sin αμείβω, άμειψα, αμείφτηκα, vt. reward, recompense αμπαλάρω, αμπαλάρισα, αμπαλαρίστηκα, αμπαλαρισμένος, put in a package αμφιβάλλω, αμφέβαλλα, irr, vi. doubt αναβάλλω, ανέβαλα, αναβλήθηκα, (αναβεβλημένος ), irr, vt. postpone, anabolic steroids αναβιώ, vi. revive αναβλέπω, ανέβλεψα, ανάβλεψα, vt. look up, recover one's sight αναβλύζω./ αναβρύζω, ανέβλυσα, ανάβλυσα, ανέβρυσα, vt. well up ανάβω, άναψα, ανάφτηκα, αναμμένος, vt. light, ignite, turn on αναγαλλιάζω, αναγάλλιασα, αναγαλλιασμένος, vi. exult αναγγέλλω, ανάγγειλα./ ανήγγειλα, αναγγέλθηκα, αναγγελμένος, irr, vt. announce αναγινώσκω, vt. read αναγκάζω, ανάγκασα, αναγκάστηκα, αναγκασμένος, vt. force αναγνωρίζω, αναγνώρισα, αναγνωρίστηκα, αναγνωρισμένος, vt. recognize αναγορεύω, αναγόρευσα, αναγορεύτηκα./ αναγορεύθηκα, αναγορευμένος, vt. proclaim (ruler ) αναγράφω, ανέγραψα, αναγράφτηκα./ αναγράφηκα, αναγραμμένος, vt. inscribe ανάγω, ανήγαγα, (να αναχθώ ), irr, vt. raise, reduce, trace back, vi. relate to, date from αναδεικνύω./ αναδείχνω, ανέδειξα./ ανάδειξα, αναδείχθηκα./ αναδείχτηκα, αναδειγμένος, vt. set./ show off, select, αναδεικνύομαι, vi.mid. distinguish oneself αναδεύω, ανάδεψα, αναδεύτηκα, vt.vi. stir, move αναδέχομαι, vt. understand, sponsor, support αναδίδω, irr, vt. emit, give forth αναδίνω, ανάδωσα, irr, give off steam, smell αναδίφω, αναδίφησα, vt.act. search through, scrutinize αναδύομαι, αναδύθηκα./ ανεδύθην, vi.dep. emerge, break surface αναζητάω./ αναζητώ, αναζήτησα, αναζητήθηκα, vt. look up, search high and low for αναζωογονώ, vt. revivify αναζωπυρώ, vt. rekindle αναθαρρεύω./ αναθαρρώ, αναθάρρεψα./ αναθάρρησα, αναθαρρεμένος./ αναθαρρημένος, vi.act.mid.ppp. take fresh courage αναθεματίζω, αναθεμάτισα, αναθεματίστηκα, αναθεματισμένος, vt. interdict, curse αναθέτω, ανέθεσα./ ανάθεσα, ανατίθεμαι, ανατέθηκα./ ανετέθην, ανατεθειμένος, irr, vt. charge, entrust, present offering αναθρώσκω, vi. rise (of smoke ), be kindled (of hope ) αναιρώ, αναίρεσα, αναιρέθηκα, αναιρεμένος, , vt. refute, revoke αναισθητοποιώ, αναισθητοποίησα, αναισθητοποιήθηκα, αναισθητοποιημένος , vt. anaesthetize ανακαινίζω, ανακαίνισα, ανακαινίστηκα, ανακαινισμένος, vt. renovate, renew ανακαλύπτω, ανακάλυψα, ανακαλύφθηκα./ ανακαλύφτηκα, ανακαλυμμένος, vt. discover, find out ανακαλώ, ανακάλεσα, ανακλήθηκα, ανακλημένος, irr, vt. recall, revoke, countermand ανακατεύω, ανακάτεψα, ανακατεύθηκα, ανακατεμένος, vt. mix up, stir, involve, confuse, shake, ανακατεύομαι, vi.mid. get involved, interfere, feel sick ανακατώνω, ανακάτωσα, ανακατώθηκα, ανακατωμένος, -> ανακατεύω ανακινώ, ανακίνησα, ανακινήθηκα, ανακινημένος, vt. stir up, revive ανακλώ, ανάκλασα, ανακλώμαι, ανακλάστηκα, ανακλασμένος, vt. reflect ανακοινώνω./ ανακοινώ, ανακοίνωσα, ανακοινώθηκα, ανακοινωμένος, vt. announce ανακτώ, ανέκτησα, ανακτώμαι, ανακτήθηκα, ανακτημένος, vt. regain αναλαμβάνω./ αναλαβαίνω, ανέλαβα./ ανάλαβα, αναλήφθηκα, ανειλημένος, irr, vt. assume, recover, take over, undertake αναλύω, ανέλυσα./ ανάλυσα, αναλύθηκα, αναλυμένος, vt. analyse, melt αναμειγνύω./ αναμιγνύω, ανέμειξα./ ανάμειξα, ανεμείχθηκα./ αναμείχτηκα, αναμεμειγμένος./ αναμειγμένος, irr, vt. mix together, αναμιγνύομαι, vi.mid. get involved, interfere ανανεώνω, ανανέωσα, ανανεώθηκα, ανανεωμένος, vt. renew, replace, reform αναπαριστώ./ αναπαριστάνω, αναπαρέστησα, αναπαρίσταμαι./ αναπαριστάνομαι, αναπαραστάθηκα, αναπαραστημένος, irr, vt. reconstruct, represent, depict, portray αναπνέω, ανέπνευσα./ ανάπνευσα, vi. breathe αναπτύσσω, ανέπτυξα./ ανάπτυξα, αναπτύχθηκα, ανεπτυγμένος, vt. unfold, develop, expound, evolve, deploy (troops ), increase (speed ) ανασκάπτω, ανέσκαψα, ανασκάπτομαι, ανασκάφηκα./ ανασκάφτηκα, ανασκαμμένος, irr, vt. dig, excavate ανασκευάζω, ανασκεύασα, ανασκευάστηκα, ανασκευασμένος, vt. refute ανασταίνω, ανάστησα, αναστήθηκα, αναστημένος, vt. resurrect αναστατώνω, αναστάτωσα, αναστατώθηκα, αναστατωμένος, vt. disrupt, disturb, mess up αναστέλλω, ανέστειλα, αναστέλλομαι, (ανεστάλη-ανεστάλησαν ), irr, vt. check, stay, inhibit, suspend, stop αναστενάζω, αναστέναξα , vi. sigh αναστηλώνω, αναστήλωσα, αναστηλώθηκα, αναστηλωμένος, ανασυγκροτώ, ανασυγκρότησα, ανασυγκροτήθηκα, ανασυγκροτημένος, ανασυνδέω, vt. reconnect ανασυνθέτω, ανασύνθεσα./ ανασυνέθεσα, ανασυντέθηκα, irr, ανασυντάσσω, ανασύνταξα./ ανασυνέταξα, ανασυντάχθηκα, ανασυνταγμένος, reply, regroup, rewrite ανατέλλω, ανέτειλα./ ανάτειλα, irr, vi. rise, appear, dawn ανατριχίαζω, ανατρίχιασα, vi. shiver αναφέρω, ανέφερα./ ανάφερα, αναφέρθηκα, irr, vt. mention, αναφέρομαι σε, vi.mid refer to αναχωρώ, αναχώρησα, vi. depart, go away, leave ανεβάζω./ αναβιβάζω, ανέβασα, (ανέβηκα ), ανεβασμένος, vt.act.ppp. raise, carry./ lift./ put up ανεβαίνω./ αναβαίνω, ανέβηκα, ανέβω./ ανεβώ, (ανέβα, ανεβείτε ), ανεβασμένος, irr, vt.act.semi.ppp. ascend, climb passive of ανεβάζω: νέο έργο ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο ανέχομαι, ανέχτηκα./ ανέχθηκα, vt.dep. tolerate, bear ανήκω, (imperf. ανήκα ), irr, vt.def. belong ανησυχώ, ανησύχησα, vi. be worried, μην ανησυχείς, να είσαι καλά! don't worry; be happy! ανηφορίζω, ανηφόρισα, ανθίζω, άνθισα, ανθισμένος, vi.act.mid.ppp. flower, blossom, thrive ανθίσταμαι, αντιστάθηκα./ αντέστην, irr, vi.dep.def.pres. resist ανθολογώ, ανθολόγησα, ανθολογήθηκα, ανθολογημένος, select the best specimens, anthology ανθοφορώ, ανθρωπεύω, ανθρώπεψα, civilize, improve, become civilized ανθώ, άνθησα, ανθισμένος, vi. blossom, flourish ανιστορώ, ανιστόρησα, ανιστορήθηκα, ανιστορημένος, recollect, relate, decorate ανιχνεύω, ανίχνευσα, ανιχνεύτηκα./ ανιχνεύθηκα, ανιχνευμένος, vt. track, derect ανοιγοκλείνω, ανοιγόκλεισα, vt. open and close ανοίγω, άνοιξα, ανοίχτηκα, ανοιγμένος, vt. open ανοικοδομώ, ανοικοδόμησα, ανοικοδομήθηκα, ανοικοδομημένος, vt. rebuild ανορθώνω, ανόρθωσα, ανορθώθηκα, ανορθωμένος, vt. stand upright, raise, restore ανοσιουργώ, ανοσιούργησα, ανοσοποιώ, ανοσοποίησα, ανοσοποιήθηκα, ανοσοποιημένος, ανταγωνίζομαι, ανταγωνίστηκα, vt.dep. rival, conflict with ανταλλάσσω./ ανταλλάζω, αντάλλαξα, ανταλλάχθηκα./ ανταλλάχτηκα, ανταλλαγμένος, vt. exchange, antiallazo ανταμείβω, αντάμειψα, ανταμείφτηκα./ ανταμείφθηκα, vt. reward ανταμώνω, αντάμωσα, ανταμώθηκα, ανταμωμένος, meet αντανακλώ, αντανάκλασα, αντανακλάστηκα, αντανακλασμένος, reflect ανταπαιτώ, ανταπαίτησα, ανταπαντώ, ανταπάντησα, ανταποδίδω, ανταπέδωσα./ ανταπόδωσα, ανταποδόθηκα, ανταποδομένος, irr, vt. render, return, give back ανταποκρίνομαι, ανταποκρίθηκα, ανταριάζω, αντάριασα, ανταριασμένος, ανταρτεύω, αντάρτεψα, αντενδείκνυται, αντενδείκνυνται, be contradicted αντεπεξέρχομαι, αντεπεξήλθα, irr, vi.dep. face αντεπιτίθεμαι, αντεπιτέθηκα, counter-attack αντερωτώ, αντερώτησα, αντεύχομαι, αντευχήθηκα, αντέχω, άντεχα./ άντεξα, vt.act. resist, endure, hold firm, vi. tolerate, withstand αντιγράφω, αντέγραψα, αντιγράφτηκα./ αντιγράφηκα, αντιγραμμένος, vt. copy αντιδρώ./ αντιδράω, αντέδρασα, vi. react, be opposed to αντιθέτω, αντέθεσα, αντιτίθεμαι, αντετέθην./ αντιτέθηκα, irr, vt. set against, oppose, vi. be opposed αντιλαμβάνομαι, αντιλήφθηκα, irr, vt.dep. understand, perceive, notice αντιλέγω, αντείπα, irr, vt.act. contradict, vi.act. disagree, object, retort, say the opposite αντιμετωπίζω, αντιμετώπισα, αντιμετωπίστηκα, vt. resist, confront, face, brave αντιπροσωπεύω, αντιπροσώπευσα, αντιπροσωπεύτηκα./ αντιπροσωπεύθηκα, αντιπροσωπευμένος, vt. represent αντιτάσσω, αντέταξα, αντιτάχθηκα./ αντιτάχτηκα, array αντιτείνω, αντέτεινα, irr, vi. object to proposal αντιτίθεμαι, αντιτέθηκα, vi.dep. be opposed αντλώ, άντλησα, αντλήθηκα, αντλημένος, vt. draw (conclusion ), find (information ), pump (liquid ) αξίζω, άξισα , vi.def. be worth, cost, deserve αξιολογώ, αξιολόγησα, αξιολογήθηκα, αξιολογημένος, distinguish, noteworthy αξιοποιώ, αξιοποίησα, αξιοποιήθηκα, αξιοποιημένος , vt. develop, exploit αξιώνω, αξίωσα, αξιώθηκα, vt. judge worthy, αξιώνομαι, vi.mid. manage, contrive απαγέλλω, απήγγειλα./ απάγγειλα, απαγγέλθηκα, απαγγελμένος απαγκιάζω, απάκιασα απαγκιστρώνομαι, απαγκιστρώθηκα, απαγκιστρωμένος απαγορεύω, απαγόρευσα./ απαγόρεψα, απαγορεύτηκα./ απαγορεύθηκα, απαγορευμένος , vt. ban, forbid, prohibit απάγω, απήγαγα, απήχθη - απήχθησαν, irr, vt. abduct, carry off απαιτώ, απαίτησα, απαιτήθηκα, vt. demand, claim, require απαλλάσσω, απάλλαξα, απαλλάσσομαι, απαλλάχθηκα./ απαλλάχτηκα, να απαλλαχτώ./ απαλλαγώ, απαλλαγμένος, irr, vt. exempt, deliver, release, absolve, relieve (of duties ) απαντάω./ απαντώ, απάντησα, απαντιέμαι./ απαντώμαι, απαντήθηκα, απαντημένος, vt. to answer απατάω./ απατώ, απάτησα, απατήθηκα, απατημένος, vt. cheat, deceive, απατιέμαι./ απατώμαι, vi.mid. be mistaken, misstep απειλώ, απείλησα, απειλήθηκα, απειλημένος, vt. threaten απελαύνω, απέλασα./ απήλασα, απηλάθηκα, irr, vt. deport απευθύνω, απηύθυνα./ απεύθυνα, απευθύνθηκα, vt. deliver, απευθύνομαι, vi.mid, address, appeal, apply to απεχθάνομαι , vi.dep.def. loathe απέχω, απείχα, irr, vi. be far from απηχώ, απιθώνω, απίθωσα, απιθώθηκα, απιθωμένος, απλοποιώ, απλοποίησα, απλοποιήθηκα, απλοποιημένος , vt. simplify απλουστεύω, απλούστευσα./ απλούστεψα, απλουστεύτηκα./ απλουστεύθηκα, απλουστευμένος , vt. simplify απλώνω, άπλωσα, απλώθηκα, απλωμένος, spread, stretch out, hang, απλώνομαι, vi.mid. extend one's activities αποβαίνει, αποβαίνουν, (να αποβεί - να αποβούν ), αποβάλλω, απέβαλα, αποβλήθηκα, αποβλημένος, irr, vt. cast off, dismiss, lose, vi. miscarry απογίνομαι, απόγινα./ απέγινα, irr, αποδεικνύω./ αποδείχνω, απέδειξα./ απόδειξα, αποδείχθηκα./ αποδείχτηκα, αποδειγμένος./ αποδεδειγμένος, prove, demonstrate αποδίδω, απέδωσα./ απόδωσα, αποδόθηκα, αποδομένος./ αποδοσμένος, irr, vt. give back, return, attribute, credit with, render αποθαρρύνω, αποθάρρυνα, αποθαρρύνθηκα, αποθαρρημένος, vt. discourage, demoralize αποθέτω, απέθεσα./ απόθεσα, αποτίθεμαι, αποτέθηκα, irr, vt. put down, deposit, confide, αποθήκη, store αποθηκεύω, αποθήκευσα./ αποθήκεψα, αποθηκεύτηκα./ αποθηκεύθηκα, αποθηκευμένος , vt. store αποκαλύπτω, αποκάλυψα, αποκαλύφθηκα./ αποκαλύφτηκα, vt. uncover, reveal αποκάνω./ αποκάμνω, απόκανα./ απόκαμα, αποκαμωμένος, irr, vt.act. finish off, vi.act.mid.ppp. get tired, get weary αποκλείω, απέκλεισα./ απόκλεισα, αποκλείστηκα, αποκλεισμένος, vt. close off, αποκλείεται! ausgeschloßen, out of the question! αποκρίνομαι, αποκρίθηκα, αποκρούω, απέκρουσα./ απόκρουσα, αποκρούστηκα, vt. refute, reject, repel, repulse αποκτάω./ αποκτώ./ αποχτώ, απόκτησα./ απέκτησα, αποκτιέμαι./ αποκτώμαι, αποκτήθηκα./ αποχτήθηκα, αποκτημένος, vt. acquire, obtain, αποκτήστε το τώρα! get it today! απολαμβάνω./ απολαύω, απήλαυσα./ απόλαυσα, απολαύσω, απέλαβον, irr, vt.act. gain, get, enjoy, relish, vi.gen. enjoy, experience απολεπίζω, απολέπισα, απολεπίστηκα, απολεπισμένος, απολήγω, def. απολιθώνω, απολίθωσα, απολιθώθηκα, απολιθωμένος, απολογούμαι./ απολογιέμαι, απολογήθηκα, vi.dep. defend onself, apologize απολυμαίνω, απολύμανα, απολυμάνθηκα, απολυμασμένος, vt. decontaminate, disinfect, fumigate απολύω, απέλυσα./ απόλυσα, απολύθηκα, απολυμένος, vt. release, dismiss, let loose, (absolve -> απαλλάσσω ) απομακρύνω, απομάκρυνα, απομακρύνθηκα, απομακρυσμένος, move away, entfernen απομένω, απέμεινα./ απόμεινα, remain απομονώνω, απομόνωσα, απομονώθηκα, απομονωμένος, vt. insulate, isolate, separate, απομονώνομαι από, vi.mid. withdraw from αποπαίρνω, αποπήρα, irr. αποπειρώμαι, αποπειράθηκα, irr, vi.dep. attempt αποπέμπω, απέπεμψα, αποπέμφθηκα, αποπερατώνω, αποπεράτωσα, αποπερατώθηκα, αποπερατωμένος, αποπλανώ, αποπλάνησα, αποπλανήθηκα, αποπλανημένος, αποπλέω, απέπλευσα, αποπνέω, αποποιούμαι, αποποιήθηκα, αποπροσανατολίζω, αποπροσανατόλισα, αποπροσανατολίστηκα, αποπροσανατολισμένος, απορρέω, vi.def. flow (from ) απορρίπτω, απέρριψα./ απόρριψα, απορρίφθηκα./ απορρίφτηκα, vt. refuse απορρίχνω, απόρριξα, miscarry απορώ, απόρησα, απορημένος, vi.act.mid.ppp. be astonished, surprised, wonder αποσπώ./ αποσπάω, απέσπασα, αποσπάστηκα, αποσπασμένος, vt. detach αποστάζω, απόσταξα./ απέσταξα, αποσταγμένος./ απεσταγμένος , ppp αποσταίνω, απόστασα, αποστασμένος,vi.ppp. be tired αποστασιοποιούμαι, αποστασιοποιήθηκα, αποστασιοποιημένος, αποστατώ, αποστάτησα, αποστειρώνω, αποστείρωσα, αποστειρώθηκα, αποστειρωμένος, αποστέλλω, απέστειλα, απεστάλη-απεστάλησαν, απεσταλμένος, irr, αποσυνδέω, αποσύνδεσα, αποσυνδέθηκα, αποσυνδεμένος./ αποσυνδεδεμένος, vt. disconnect αποσυντίθεμαι, αποσυντέθηκα, αποσυντεθειμένος, irr, vi.dep. decompose, rot αποσύρω, απόσυρα, αποσύρθηκα, αποσυρμένος, irr, vt. withdraw, retract, take away αποτελώ, αποτέλεσα, αποτελέστηκα, αποτελούμενος, vt. to be, make up, form, constitute, αποτελούμαι, vi.mid.def. consist of αποτίω./ αποτίνω, απέτισα, αποτίομαι, pay αποτυχαίνω./ αποτυγχάνω, απέτυχα./ απότυχα, αποτυχημένος, irr, vi.act.mid.ppp. fail, be unsuccesful αποφασίζω, αποφάσισα, αποφασίστηκα, αποφασισμένος, vt. decide on αποφέρω, απέφερα, irr, vi. produce αποφεύγω, απέφυγα./ απόφυγα, αποφεύγομαι, αποφεύχθηκα, irr, vt. avoid, escape αποφλοιώνω, αποφλοίωσα, αποφλοιώθηκα, αποφλοιωμένος, αποφοιτώ, αποφοίτησα, αποφορτίζω, αποφόρτισα, αποφορτίστηκα, αποφορτισμένος, αποφράζω, απέφραξα./ απόφραξα, αποφράχτηκα./ αποφράχθηκα , αποφυλακίζω, αποφυλάκισα, αποφυλακίστηκα, αποφυλακισμένος, αποχαιρετάω./ αποχαιρετώ./ αποχαιρετίζω, αποχαιρέτισα, αποχαιρετίστηκα, αποχαλινώνω, αποχαυνώνω, αποχρωματίζω, αποχωρίζω, αποχώρισα, αποχωρίστηκα, αποχωρισμένος, vt. separate, αποχωρίζομαι, vi.mid. part from αποχωρώ, αποχώρησα, vi. withdraw, resign αποψιλώ, άπτομαι, απωθώ, αραδιάζω, αράζω, άραξα, αραγμένος , moor, tie up, come to rest αραιώνω, αραίωσα, αραιώθηκα, αραιωμένος, thin or spread out, dilute, make or become fewer αργάζω, άργασα, αργάστηκα, αργασμένος, vt. tan αργώ, άργησα, vt.act. delay, make late, hold up, vi.act.mid be late, μην αργήσεις! αρέσω, άρεσα, irr, vi. be pleasing to, την αρέσω, she likes me. αρκώ, άρκεσα./ ήρκεσα, αρκέστηκα./ ηρκέσθην, irr, vt. suffice αρμόζει, αρμόζουν, vi.impers. fit, be suitable αρνούμαι./ αρνιέμαι, αρνήθηκα, vt.dep. deny, refuse, negate αρπάζω, άρπαξα, αρπάχτηκα, αρπαγμένος , vt. snatch, catch, seize, steal, grab, αρπάζομαι, vi.mid. come to blows, lose one's temper αρραβωνιάζω, αρραβώνιασα, αρραβωνιάστηκα, αρραβωνιασμένος, vt. betroth, αρραβωνιάζομαι, vi.mid. get engaged αρρωσταίνω, αρρώστησα, αρρωστημένος, vt.act. make sick./ ill, vi.act.mid.ppp. get sick αρταίνω, άρτυσα, αρτύθηκα, αρτυμένος./ αρτυσμένος, irr, vt. spice, αρταίνομαι αρχαΐζω, αρχίζω, άρχισα, αρχινισμένος, vt.act. begin, start αρχινάω./ αρχινώ, αρχίνησα, αρχινισμένος, vt. begin αρωματίζω, αρωμάτισα, αρωματίστηκα, αρωματισμένος, ασβεστώνω, ασβέστωσα, ασβεστώθηκα, ασβεστωμένος, ασεβώ, ασέβησα, ασελγώ, ασέλγησα, ασημώνω, ασήμωσα, ασημώθηκα, ασημωμένος, ασθενώ, ασθένησα, ασθμαίνω, vi.def. pant, be out of breath ασκητεύω, ασκήτεψα, ασκώ, άσκησα, ασκήθηκα, ασκημένος, vt. exercise, practise, ασκούμαι, vi.mid. exercise oneself, η άσκηση, the exercize ασπάζομαι, ασπάστηκα, ασπρίζω, άσπρισα, ασπρίστηκα, ασπρισμένος, αστειεύομαι, αστειεύτηκα, vi.dep. be joking αστικοποιώ, αστικοποίησα, αστικοποιήθηκα, αστικοποιημένος, αστοχώ, αστόχησα, αστράφτω, άστραψα, vi. flash, lighten, shine, sparkle, αστράφτει, vi.impers. it's lightening αστυνομεύω, αστυνόμευσα, ασφαλίζω, ασφάλισα, ασφαλίστηκα, ασφαλισμένος, ασφαλτοστρώνω, ασφαλτόστρωσα, ασφαλτοστρώθηκα, ασφαλτοστρωμένος, ασφύκτιώ, ασχημαίνω, ασχήμυνα, ασχημίζω, ασχήμισα, ασχημονώ, ασχολούμαι./ ασχολιέμαι, ασχολήθηκα, vi.dep.mid. engage in, keep busy, occupy myself ατενίζω, ατένισα, ατιμάζω, ατίμασα, ατιμάστηκα, ατιμασμένος, ατονώ, ατόνησα, ατροφώ, ατρόφησα, ατσαλώνω, ατσάλωσα, ατσαλώθηκα, ατσαλωμένος, ατυχώ, ατύχησα, vi.act.mid. be unlucky αυγοκόβω, αυγόκοψα, αυγοκομμένος, αυθαδιάζω, αυθαδίασα, αυθαιρετώ, αυθαιρέτησα, αυθυποβάλλομαι, αυθυποβλήθηκα, αυλακώνω, αυλάκωσα, αυλακώθηκα, αυλακωμένος, αυνανίζομαι, αυνανίστηκα, αυξάνω./ αυξαίνω, αύξησα, αυξήθηκα, αυξημένος, irr, vt. increase αυξομειώνω, αυξομείωσα, αυξομειώθηκα, αυτενεργώ, αυτενέργησα, αυτοεξυπηρετούμαι, αυτοεξυπηρετήθηκα, αυτοκτονώ, αυτοκτόνησα, vi. commit suicide, kill oneself αυτοματοποιώ, αυτοματοποίησα, αυτοματοποιήθηκα, αυτοματοποιημένος , vt. automate αυτομολώ, αυτομόλησα, αυτονομούμαι, αυτονομήθηκα, αυτονομημένος, αυτοπατώμαι, αυτοσχεδιάζω, αυτοσχεδίασα, αφαιρώ, αφαίρεσα, αφαιρέθηκα, αφαιρεμένος, vt. abstract, cut, remove, steal, distract αφανίζω, αφάνισα, αφανίστηκα, αφανισμένος, vt. annihilate, harass, αφανίζομαι vi.mid. vanish, be destroyed αφηγούμαι, αφηγήθηκα, vt.dep. narrate αφήνω, άφησα./ άφηκα, αφέθηκα, αφημένος, irr, vt. let, leave αφθονώ, vi.def. abound αφιερώνω, αφιέρωσα, αφιερώθηκα, αφιερωμένος, vt. dedicate, devote, αφιερώνομαι σε κάτι, vi.mid. devote oneself to sth αφιονίζω, αφιόνισα, αφιονίστηκα, αφιονισμένος, αφίσταμαι, απέστην, dep. to differ, hold aloof αφομοιώνω, αφομοίωσα, αφομοιώθηκα, αφομοιωμένος, vt. assimilate αφοπλίζω, αφόπλισα, αφοπλίστηκα, αφοπλισμένος, αφορά-αφορούν, imperf. αφορούσε-αφορούσαν, vt.impers. relate to, concern αφορίζω, αφόρισα, αφορίστηκα, αφορισμένος, αφοσιώνομαι, αφοσιώθηκα, αφοσιωμένος, vi.dep.mid. to devote oneself αφουγκράζομαι, αφουγκράστηκα, αφρίζω, άφρισα, αφρισμένος, αφυπηρετώ, αφυπηρέτησα, αφυπνίζω, αφύπνισα, αφυπνίστηκα, αφυπνισμένος, αχνίζω, άχνισα, αχνοφέγγω, αχολογάω./ αχολογώ, αχολόγησα, αχρηστεύομαι, αχρηστεύτηκα./ αχρηστεύθηκα, αχρηστευμένος, αψηφάω./ αψηφώ, αψήφησα, vt. brave, narguer, mépriser, neglect, forget, defy αψιμαχώ, vi.def. skirmish

βαβίζω, βάβισα, vi. bark, cry, scream βαδίζω, βάδισα, vi. walk, march, move βάζω./ βάνω, έβαλα, βάλθηκα, βαλμένος, irr, vt. lay, place, wear, put ./ down./ in./ on, κάτω./ μέσα. βαθαίνω, βάθυνα, vt.act. make deeper, vi. get deeper, grow hollow, widen βαθμολογώ, βαθμολόγησα, βαθμολογήθηκα, βαθμολογημένος, vt. note, grade βαθουλώνω, βαθούλωσα, βαθουλωμένος, vt.act. sculpt, empty, hollow out, vi. become hollow βαίνω, έβην, come, venir, go βαλαντώνω, βαλάντωσα, βαλαντωμένος, vi.ppp. be tired, exhausted βάλλω, έβαλα, βλήθηκα./ εβλήθην, βεβλημένος, irr, vt. to throw βαλσαμώνω, βαλσάμωσα, βαλσαμώθηκα, βαλσαμένος, vt. embalm, stuff βαλτώνω, βάλτωσα, βαλτωμένος, vi.ppp. stagnate, sink, become a marsh βαραθρώνω, βαράθρωσα, βαραθρώθηκα, βαραθρωμένος, vt. throw over a precepice, destroy, ruin βαραίνω, βάρυνα, vt. be a burden on, vi. weigh, become heavy βαράω./ βαρώ, βάρεσα, βαρεμένος, vt. bang, beat, kick, do, hit, shoot, vi. be hurt βαριακούω, vi.def. be hard on the ears βαριαναστενάζω, βαριαναστέναξα , vi. sigh, shiver βαριαρρωστάω./ βαριαρρωστώ, βαριαρρώστησα, vi. become very sick βαριέμαι, βαρέθηκα, (βαριεστισμένος ), vt.dep. be bored with, vi.dep. be bored βαριεστάω, βαριέστησα, βαριεστημένος, vi.ppp. have enough, be bored βαριοφαίνεται-βαριοφάνηκα, irr, vi.def.impers. displease βαρυγκωμάω./ βαρυγκωμώ, βαρυγκώμησα, βαρύνω, βάρυνα, βαρύνθηκα-εβαρύνθην, βεβαρημένος, vt. weigh down, βαρύνομαι, vi.mid.def. be laid to one's charge βαρυστομαχιάζω, βαρυστομάχιασα, βαρυστομαχιασμένος, vi.ppp. have indigestion, stomach ache βασανίζω, βασάνισα, βασανίστηκα, βασανισμένος, vt. torment, torture, βασανίζομαι, vi.mid. struggle, torture oneself βασίζω, βάσισα, βασίστηκα, βασισμένος, vt. base, βασίζομαι, vi.mid. rely βασιλεύω, βασίλεψα, vi. reign, set (sun ) βασκαίνω, βάσκανα, βασκάθηκα, βασκαμένος, vt. cast evil eye upon βαστάζω, βάσταξα, βαστάχτηκα, βασταγμένος , vt. carry, support βαστάω./ βαστώ, βάσταξα./ βάστηξα, βαστάχτηκα./ βαστήχτηκα, βασταγμένος./ βαστηγμένος, vt. hold, contain, support, carry, keep, βαστιέμαι, vi.mid. control oneself βατεύω, βάτεψα, βατεύτηκα, βατεμένος, vt. cover an animal βαυκαλίζω, βαυκάλισα, βαυκαλίστηκα, βαυκαλισμένος, vt. rock./ lull to sleep βαφτίζω./ βαπτίζω, βάφτισα, βαφτίστηκα, βαφτισμένος, vt. baptize, name, call, christen βάφω, έβαφα, έβαψα, βάψε, βάψου, βάφηκα./ βάφτηκα, βαμμένος, irr, vt. paint βγάζω, έβγαλα, βγάλθηκα, βγαλμένος, irr, vt. take out./ off, get off, remove, extract βγαίνω, βγήκα, βγω, (βγες./ έβγα, βγείτε ), βγαλμένος, irr, vi.ppp.semi. come./ go out, exit βεβαιώνω, βεβαίωσα, βεβαιώθηκα, βεβαιωμένος, vt. affirm, assure, βεβαιώνομαι, vi.mid. make sure βεβηλώνω, βεβήλωσα, βεβηλώθηκα, βεβηλωμένος, vt. desecrate βελάζω, βέλαξα , vi. bleat βελονιάζω, βελόνιασα, βελονιάστηκα, βελονιασμένος, vt. thread, stitch, prick βελτιώνω, βελτίωσα, βελτιώθηκα, βελτιωμένος, vt. improve, enhance, βελτιώνομαι, vi.mid. get./ become better, η βελτίωση, improvement βερνικώνω, βερνίκωσα, βερνικώθηκα, βερνικωμένος, vt. varnish βηματίζω, βημάτισα, vi. walk, pace βήχω, έβηξα, vi.act. cough βιάζω, βίασα./ έβιασα, βιάστηκα, βιασμένος, vt. force, urge, rape, βιάζομαι vi.mid, be in a hurry βιαιοπραγώ, βιαιοπράγησα, vi. act with violence βιβλιοδετώ, βιβλιοδέτησα, βιβλιοδετήθηκα, βιβλιοδετημένος, vt. bind a book βιγλίζω, βίγλισα, vt.act. keep a look-out (for ), vi. keep guard, βιδώνω, βίδωσα, βιδώθηκα, βιδωμένος, vt. screw βιντεοσκοπώ, βιντεοσκόπησα, βιντεοσκοπήθηκα, βιντεοσκοπημένος, vt. video-record βιομηχανοποιώ, βιομηχανοποίησα, βιομηχανοποιήθηκα, βιομηχανοποιημένος , industrialize βιράρω, βιράρισα, vi. weigh anchor βιώνω, βίωσα, βιώθηκα, βιωμένος, vt. live, experience, participate βλάπτω./ βλάφτω, έβλαψα, βλάφτηκα, βλαμμένος, vt. harm, damage βλασταίνω./ βλαστάνω./ βλαστίζω, βλάστησα, vi. sprout, grow shoots βλαστημάω./ βλαστημώ, βλαστήμησα, vt.act.vi. curse, blaspheme βλαστολογώ, βλαστολόγησα, vt. ? vignard βλασφημώ, βλασφήμησα, vt.act.vi. blaspheme βλέπω, είδα, (δω, δεις, δούμε... ), (δες, δέστε./ δείτε ), βλέπομαι, ειδώθηκα, ιδωθώ, ιδωμένος, irr, vt. to see, look, watch, be seen βλογάω./ βλογώ, βλόγησα, βλογήθηκα, βλογημένος, vt. bless, ευλογώ, βογκαώ./ βογκώ./ βογγάω, βόγκηξα, vi. groan, moan βοηθάω./ βοηθώ, βοήθησα./ βόηθησα, βοηθήθηκα, βοηθημένος, vt. help βολεί-βολούσε, βόλεσε, impers. βολεύω, βόλεψα, βολεύτηκα, βολεμένος, vt. fit in, cope with, manage, βολεύομαι, vi.mid. be comfortable βολιδοσκοπώ, βολιδοσκόπησα, βολιδοσκοπήθηκα, βολιδοσκοπημένος, vt. sound, fathom βολοδέρνω, βολόδειρα, irr, vi. break soil, struggle, wrestle βολτάρω, βόλταρα./ βολτάρισα, vi. go for a walk βομβαρδίζω, βομβάρδισα, βομβαρδίστηκα, βομβαρδισμένος, vt. bomb βοσκάω./ βοσκώ./ βόσκω./ βοσκιέμαι./ βόσκομαι, βόσκησα, βοσκήθηκα, βοσκημένος, irr, vt. graze, browse, wander βοτανίζω, βοτάνισα, βοτανίστηκα, βοτανισμένος, vt. weed the garden βουβαίνω, βούβανα, βουβάθηκα, βουβαμένος, vt. make dumb βουίζω, βούιξα , vi. buzz, hum, roar, make a confused noise βουλιάζω, βούλιαξα, βουλιαγμένος , vt.act. ruin, collapse, vi.ppp. sink βούλομαι, βουλήθηκα, irr, vt.dep. wish, want βουλώνω, βούλωσα, βουλωμένος, vt.act. seal, stop up, block, close, vi.ppp. become stopped up βουρκώνω, βούρκωσα, βουρκωμένος, vi.ppp. brim with tears, threaten rain, get muddy βουρλίζω, βούρλισα, βουρλίστηκα, βουρλισμένος, vt. drive mad, βουρλίζομαι, vi.mid. become furious, desire madly βουρτσίζω, βούρτσισα, βουρτσίστηκα, βουρτσισμένος, vt. brush βουτάω, βούτηξα, βουτήχτηκα, βουτηγμένος, vt. dip, grab, snatch, steal, vi. jump, βουτιέμαι, vi.mid. fight βουτυρώνω, βουτύρωσα, βουτυρώθηκα, βουτυρωμένος, vt. butter βραβεύω, βράβευσα, βραβεύτηκα./ βραβεύθηκα, βραβευμένος, vt. reward, give prize to βραδιάζει, βράδιασε, vi.impers. evening falls βραδύνω, βράδυνα, vi. be slow or late βραδυπορώ, vi.def. go slowly, lag βράζω, έβρασα, βράστηκα, βρασμένος, vt. boil, seethe, ferment βραχνιάζω, βράχνιασα, βραχνιασμένος, vt.act. make, vi.ppp. become hoarse βραχυκυκλώνω, βραχυκύκλωσα, βραχυκυκλώθηκα, βραχυκυκλωμένος, vt. short-circuit βρέχω, έβρεξα, βράχηκα, βρεμένος./ βρεγμένος, irr, vt. wet, moisten, βρέχομαι, vi.mid. get wet, βρέχει, impers. it is raining βρίζω, έβρισα, βρίστηκα, βρισμένος, vt. abuse, revile, swear at βρίθει-βρίθουν, έβριθε-έβριθαν, vi.def.third. (+gen ) teem with, be full of, βρίθω βρικολακιάζω, βρικολάκιασα, βρικολακιασμένος, vi.ppp. become a vampire βρίσκω, βρήκα./ ήβρα, (βρω, βρεις.. ), (βρες, βρείτε ), βρέθηκα, βρισκόμενος, irr, vt.semi. find βρομάω./ βρωμάω./ βρομώ, βρόμησα, vi. stink, smell βρομίζω, βρόμισα, βρομίστηκα, βρομισμένος, vt. make./ get dirty, vi. irritate, annoy, pollute βρομοκοπάω./ βρομοκοπώ, βρομοκόπησα, vi. stink βροντάω./ βροντώ, βρόντηξα./ βρόντησα, vt.act. slam, bang on, vi. boom, βροντάει, impers. thunder βροντοκοπάω./ βροντοκοπώ, βροντοκόπησα, vi. bang, thump βροντοφωνάζω, βροντοφώναξα , vi. yell, scream βρυχιέμαι./ βρυχώμαι, βρυχήθηκα, vi.dep. roar βυζαίνω, βύζαξα, βυζάχτηκα, βυζαγμένος, irr, vt. suckle, breastfeed βυθίζω, βύθισα, βυθίστηκα, βυθισμένος, vt. immerse, plunge, sink, sank, sunk βυθομετρώ./ βυθομετράω, βυθομέτρησα, vi. test the depth βυσσοδομώ, βυσσοδόμησα, vi. machinate, intrigue (against )

γαρνίρω, γαρνίρισα, γαρνιρίστηκα, γαρνιρισμένος, vt. garnish γδέρνω, έγδαρα, γδάρθηκα, γδαρμένος, irr, vt. skin, scratch, scuff γδύνω, έγδυσα, γδύθηκα, γδυμένος, vt. undress, γδύνομαι, vi.mid. get undressed γειτονεύω, γειτόνεψα, be in the neighborhood of γελάω./ γελώ, γέλασα, γελάστηκα, γελασμένος, vi. (with με ) to laugh at, γελιέμαι, vi.mid. be deceived or mistaken γεμίζω, γέμισα, γεμισμένος, vt.act. fill, stuff, vi. be full γεννάω./ γεννώ, γέννησα, γεννήθηκα, γεννημένος, vt. bear, γεννιέμαι, vi.mid. be born γερνάω./ γερνώ, γέρασα, γερασμένος, vt.act. make old, vi.act.mid.ppp. get old γέρνω, έγειρα, γερμένος, irr, vt.act. tip, dip, bend, bow, vi.ppp. middle γεύομαι, γεύτηκα, vt.dep. taste, try, η γεύση γιατρεύω, γιάτρεψα, γιατρεύτηκα, γιατρεμένος, vt. cure, heal γίνομαι, έγινα./ γίνηκα, γίνω./ γένω, γινωμένος, irr, vi.dep.semi. become, get, γίνεται, happen, occur, γεγονός, event, fact γιορτάζω, γιόρτασα, γιορτάστηκα, γιορτασμένος, vt. to celebrate γκαστρώνω, γκάστρωσα, γκαστρώθηκα, γκαστρωμένος, vt. make pregnant, keep waiting, pester γκρεμίζω, γκρέμισα, γκρεμίστηκα, γκρεμισμένος, vt. demolish, γκρεμίζομαι, vi.mid. collapse, be destroyed γκρινιάζω, γκρίνιαξα , vt.act. nag, vi. moan, grumble γλεντάω./ γλεντώ, γλέντησα, vi. amuse oneself γλιστράω./ γλιστρώ, γλίστρησα, vi. slip γλιτώνω./ γλυτώνω, γλίτωσα./ γλύτωσα, γλιτωμένος, vt.act. to save, rescue, vi.act.mid.ppp. escape, survive, get away with sthg, have a close shave γνέφω, έγνεψα, vt.act. nod./ wave to, wink at, vi. signal γνωρίζω, γνώρισα, γνωρίστηκα, vt. know, introduce, γνωρίζομαι, vi.mid. be./ get acquainted, meet./ know each other γονατίζω, γονάτισα, γονατισμένος, vt.act. make kneel, weigh down γονιμοποιώ, γονιμοποίησα, γονιμοποιήθηκα, γονιμοποιημένος , fertilize γουστάρω, γούσταρα./ γουστάρισα, vt.act. like, want, please, το γούστο, taste γράφω, έγραψα, γράφηκα./ γράφτηκα, γραμμένος, irr, vt. write γρηγορώ, def. watch, be vigilant γρικάω./ γρικώ, γρίκησα, hear γριπιάζομαι./ γριπώνομαι, γριπάστηκα./ γριπώθηκα, γριπιασμένος./ γριπωμένος, vi. have a cold γρονθοκοπάω./ γρονθοκοπώ, γρονθοκόπησα, γρονθοκοπήθηκα, γρονθοκοπημένος, vt. fist-fight γρούζω, έγρουξα , vi. grogner, gronder, groan, complain γρουσουζεύω, γρουσούζεψα, vt. bring bad luck γρυλίζω, γρύλισα, vi. grogner, grincer γυαλίζω, γυάλισα, γυαλίστηκα, γυαλισμένος, vt. polish, shine γυμνάζω, γύμνασα, γυμνάστηκα, γυμνασμένος, vt. exercize γυμνώνω, γύμνωσα, γυμνώθηκα, γυμνωμένος, vt. undress, make nude γυναικοκρατούμαι, vi.dep. be dominated by women, effeminize γυναικοφέρνω, vi. act like a woman γυρεύω, γύρεψα, vt.vi. look, search for γυρνάω./ γυρνώ./ γυρίζω, γύρισα, γυρίζομαι, γυρίστηκα, γυρισμένος, vt. to turn, return, go around γυροφέρνω, γυρόφερα, vi. parade γυψώνω, γύψωσα, γυψώθηκα, γυψωμένος, vt. plaster γωνιάζω, γώνιασα, γωνιάστηκα, γωνιασμένος, vt. make square

δαγκώνω./ δαγκάνω, δάγκωσα, δαγκώθηκα, δαγκωμένος, vt. bite δαιμονίζω, δαιμόνισα, δαιμονίστηκα, δαιμονισμένος, δακρύζω, δάκρυσα, δακρυσμένος, vi.act.mid.ppp. shed tears, cry, δακρύνω δακτυλογραφώ, δακτυλογράφησα, δακτυλογραφήθηκα, δακτυλογραφημένος, vt. type δαμάζω, δάμασα, δαμάστηκα, δαμασμένος, vt. tame δανείζω, δάνεισα, δανείστηκα, δανεισμένος, vt. lend, δανείζομαι, vt.mid. borrow, δανεικός, adj. borrowed δανειοδοτώ, δανειοδότησα, δανειοδοτήθηκα, δανειοδοτημένος, accord loans, lend δαπανάω./ δαπανώ./ δαπανιέμαι./ δαπανώμαι, δαπάνησα, δαπανήθηκα, δαπανημένος, vt. spend δασκαλεύω, δασκάλεψα, δασκαλεύτηκα, δασκαλεμένος, vt. teach, give lessons to, instruct δασμολογώ, δασμολόγησα, δασμολογήθηκα, δασμολογημένος, vt. impose import duties δασύνομαι,vt.dep.def. mettre l'esprit rude? δασύνω δειλιάζω, δείλιασα, vi. be afraid, lack courage δεινοπαθώ, δεινοπάθησα, vi. be sick, suffer δειπνώ, δείπνησα, vi. dine, eat δείχνω./ δεικνύω, έδειξα, δείχτηκα, δειγμένος, vt. show, point out δεκάζω, δέκασα, δεκάστηκα, δεκασμένος, δεκαπλασιάζω, δεκαπλασίασα, δεκαπλασιάστηκα, δεκαπλασιασμένος, δελεάζω, δελέασα, δελεάστηκα, δελεασμένος, vt. allure, tempt δένω, δέσω, έδεσα, δέθηκα, δεμένος, vt. tie, bind δεξιώνομαι, δεξιώθηκα, vt.dep. receive, welcome, entertain δέομαι, δεήθηκα, vi.dep. pray, supplicate, beg δέρνω, έδειρα, δάρθηκα, δαρμένος, irr, vt. beat, δέρνομαι, vi.mid. wail, mourn δεσμεύω, δέσμευσα, δεσμεύτηκα./ δεσμεύθηκα, δεσμευμένος, vt. bind δεσπόζω, def. vi. reign, dominate δευτερολογώ, δευτερολόγησα, vi. reply, respond δέχομαι, δέχτηκα./ δέχθηκα (./ εδέχθην ), (δεδεγμένος ), vt.dep. accept, receive δηλητηριάζω, δηλητηρίασω, δηλητηριάστηκα, δηλητηριασμένος, vt. poison δηλώνω, δήλωσα, δηλώθηκα, δηλωμένος, vt. declare δημιουργώ, δημιούργησα, δημιουργήθηκα, δημιουργημένος, vt. create δημοπρατώ, δημοπράτησα, δημοπρατήθηκα, δημοπρατημένος, vt. auction δημοσιεύω, δημοσίευσα, δημοσιεύτηκα./ δημοσιεύθηκα, δημοσιευμένος, vt. publish δημοσιογραφώ, δημοσιογράφησα, vi. be a journalist, journalize, report διαβάζω, διάβασα, διαβάστηκα, διαβασμένος, vt. read, study διαβαίνω, διάβηκα, διαβώ, irr, vt.semi. cross, pass by διαβάλλω, διέβαλα, διαβκήθηκα, , irr, defame, calumniate, curse, accuse διαβεβαιώνω, διαβεβαίωσα, διαβεβαιώθηκα, διαβεβαιωμένος, vt. assure, affirn, confirm, certify, swear διαβιβάζω, διαβίβασα, διαβιβάστηκα, διαβιβασμένος, vt. transmit, send διαβλέπω, διέβλεψα./ διείδα, vt.act. discern διαγράφω, διέγραψα, διαγράφηκα./ διαγράφτηκα, διαγραμμένος, delete, erase διαθέτω, διέθεσα, διατίθεμαι, διατέθηκα, διατεθειμένος, irr, vt. have at one's disposal, bequeath, διαθήκη, last will and testament, διάθεση, disposition διαθλώ, (διέθλασα ), (διαθλάστηκα ), vt. refract διαιρώ, διαίρεσα, διαιρέθηκα, διαιρεμένος, vt. divide διαισθάνομαι, διαισθάνθηκα , vt. see in advance, sense, prescient διαιωνίζω, διαιώνισα, διαιωνίστηκα, διαωνισμένος, vt. perpetuate διακανονίζω, διακανόνισα, διακανονίστηκα, διακανονισμένος, organize, regiment διακατέχω./ διακατέχομαι, irr, vt.act.def.def, inhabit, motivate, animate διάκειμαι, διέκειντο, vi.dep.def. de disposed./ inclined to διακηρύσσω, διακήρυψα, διακηρύχθηκα./ διακηρύχτηκα, διακηρυγμένος, vt. proclaim διακινδυνεύω, διακινδύνευσα./ διακινδλυνψα, vt.act. risk, bet, compromise, expose oneself, gamble, play διακινώ, διακίνησα, διακινήθηκα, vt. distribute, transport διακλαδίζομαι./ διακλαδώνομαι, διακλαδίστηκα./ διακλαδώθηκα, διακλαδισμένος./ διακλαδωμένος, vi.dep. branch διακομίζω, διακόμισα, διακομίστηκα, διακομισμένος, vt. transport (the sick or injured ) διακονεύω, διακόνεψα, διακόπτω, διέκοψα, διακόπτομαι, διακόπηκα, διακεκομμένος, irr, vt. interrupt, disrupt, cut off διακοσμώ, διακόσμησα, διακοσμήθηκα, διακοσμημένος, vt. decorate διακρίνω, διέκρινα, διακρίθηκα, διακεκριμένος, irr, distinguish, differentiate, vi.mid. be outstanding διαλέγω, διάλεξα, διαλέχτηκα, διαλεγμένος, vt. choose, pick out, select διαλύω, διέλυσα./ διάλυσα, διαλύθηκα, διαλυμένος, vt. dissolve, dismantle, wear out διαμαρτύρομαι, διαμαρτυρήθηκα, irr, vi.dep. (για κάτι ) protest διαμαρτυρώ, διαμαρτύρησα, διαμαρτυρήθηκα, διαμαρτυρημένος, vt. protest (bill ), διαμαρτυρούμαι, vi.mid. protest διανέμω, διένειμα, διανεμήθηκα, διανεμημένος, irr, vt. distribute διαρρέω, διέρρευσα, vi. flow (through ), διαρρέομαι, def. διαρρηγνύω, διέρρηξα, irr, vt. tear, burst, break, burgle διασκεδάζω, διασκέδασα, διασκεδάστηκα, διασκεδασμένος, vt. entertain sbdy, vi. amuse./ enjoy myself, have fun, διασκεδάζομαι, vt.dep. resolve, remove διασκευάζω, διασκεύασα, διασκευάστηκα, διασκευασμένος, vt. arrange, adapt (a book ) διασπώ./ διασπάω, διέσπασα, διασπάστηκα, διασπασμένος, vt. split διατάζω, διέταξα, διατάχθηκα./ διατάχτηκα vt. command, order, vi. give orders διατάσσω, διέταξα, διατάχθηκα./ διατάχτηκα, διαταγμένος./ διατεταγμένος, vt. arrange, order, position, η διάταξη, arrangement διατηρώ, διατήρησα, διατηρήθηκα, διατηρημένος, vt. conserve, keep, maintain διατυπώνω, διατύπωσα, διατυπώθηκα, διατυπωμένος, vt. express, declare, ask, formulate, word, η διατύπωση, expression, statement, phrasing, style διαφαίνομαι, διαφάνηκα, (διαφαινόμενος ), irr, vi.dep.mid. show through διαφεντεύω, διαφέντεψα, διαφεντεύτηκα, διαφεντε (υ )μένος, διαφέρω, διέφερα, irr, vi.act.mid. be different διαφεύγω, διέφυγα, irr, vt.act. escape, vi. leak διαφημίζω, διαφήμισα, διαφημίστηκα, διαφημισμένος, vt. advertise, promote, η διαφήμιση, advertisement, publicity διαφθείρω, διέφθειρα, διαφθάρηκα, διεφθαρμένος, irr, corrupt, seduce διαφιλονικώ, διαφιλονίκησα, διαφοροποιώ, διαφοροποίησα, διαφοροποιήθηκα, διαφοροποιημένος, διαφυλάσσω, διαφύλαξα, διαφυλάχθηκα./ διαφυλάχτηκα, διαφυλαγμένος, διαφωνώ, διαφώνησα, vt.act. disagree διαφωτίζω, διαφώτισα, διαφωτίστηκα, διαφωτισμένος, vt. solve, clear up, enlighten διαχειμάζω, διαχείμασα, vi. winter διαχειρίζομαι, διαχειρίστηκα, vt.dep. manage, handle, administer διαχέω./ διαχύνω, διέχυσα, διαχύθηκα, irr, vt. spread, give off, διαχέομαι διαχωρίζω, διαχώρισα, διαχωρίστηκα, διαχωρισμένος, partition, split, sort out διαψεύδω, διέψευσα, διαψεύστηκα, διαψευσμένος, irr, vt. prove false, deny διδάσκω, δίδαξα, διδάχτηκα./ διδάχθηκα, διδαγμένος, vt. teach διεγείρω, διήγειρα./ διέγειρα, διεγέρθηκα, διεγερμένος, irr, excite, arouse, stimulate διέγνωσα (να διαγνώσω ), (ag.aor. διαγιγνώσκω ), διεθνοποιώ, διεθνοποίησα, διεθνοποιήθηκα, διεθνοποιημένος, διεισδύω, διείσδυσα, διεκδικώ, διεκδίκησα, διεκδικήθηκα, διεκπεραιώνω, διεκπεραίωσα, διεκπεραιώθηκα, διεκπεραιωμένος, διεκτραγωδώ, διεκτραγώδησα, διεκτραγωγήθηκα, διενεργώ, διενήργησα./ διενέργησα, διενεργήθηκα, διεξάγω, διεξήγαγα, διεξάχθηκα, διέπω./ διέπομαι, vt.dep.dep. govern, determine διερευνώ, διερεύνησα, διερευνώμαι, διερευνήθηκα, vt. investigate διευθετώ, διευθέτησα, διευθετήθηκα, διευθετημένος, vt. arrange, settle διευθύνω, διηύθυνα./ διεύθυνα, (def. διευθύνθηκα ), vt. manage, direct, διευθύνομαι προς, vi.mid. head for διευκολύνω, διευκόλυνα, διευκολύνθηκα, vt. facilitate, make easy διευκρινίζω, διευκρίνισα, διευκρινίστηκα, διευκρινισμένος, vt. clarify διευρύνω, διεύρυνα, διευρύνθηκα, διευρυμένος, vt. widen διηγούμαι./ διηγιέμαι, διηγήθηκα, vt.dep. relate, tell δικάζω, δίκασα, δικάστηκα, δικασμένος, vt. judge, try δικαιολογώ, δικαιολόγησα, δικαιολογήθηκα, δικαιολογημένος, vt. excuse, justify δικαιούμαι, irr, vi.dep.def. be entitled to δικαιώνω, δικαίωσα, δικαιώθηκα, δικαιωμένος, vt. justify, δικαιώνομαι, vi.mid. be vindicated δίνω./ δίδω, έδωσα, δόθηκα./ εδόθην, δοσμένος./ δεδομένος, irr, vt. give διορθώνω, διόρθωσα, διορθώθηκα, διορθωμένος, vt. correct διορίζω, διόρισα, διορίστηκα, διορισμένος, vt. appoint διπλασιάζω, διπλασίασα, διπλασιάστηκα, διπλασιασμένος, vt. double διπλώνω, δίπλωσα, διπλώθηκα, διπλωμένος, vt. fold, wrap, vi. double up, διπλώνομαι, vi.mid, curl up διστάζω, δίστασα, vi. hesitate διψάω./ διψώ, δίψασα, διψασμένος, vi.act.mid.ppp. be thirsty διώχνω, έδιωξα, διώχτηκα, διωγμένος, vt. send away, dismiss δοκιμάζω, δοκίμασα, δοκιμάστηκα, δοκιμασμένος, vt. try out./ on δολοφονώ, δολοφόνησα, δολοφονήθηκα, δολοφονημένος, vt. murder δολώνω, δόλωσα, δολώθηκα, δολωμένος, δομώ, δόμησα, δομήθηκα, δομημένος, δονώ, δόνησα, δονήθηκα, δοξάζω, δόξασα, δοξάστηκα, δοξασμένος, δοξολογώ, δοξολόγησα, δουλεύω, δούλεψα, δουλεύτηκα, δουλεμένος, vt. work, kid, joke δραματοποιώ, δραματοποίησα, δραματοποιήθηκα, δραματοποιημένος , dramatize δραπετεύω, δραπέτευσα, vi. escape δρασκελίζω, δρασκέλισα, stride δραστηριοποιώ, δραστηριοποίησα, δραστηριοποιήθηκα, δραστηριοποιημένος , vt. activate, vi.mid. take action δράττομαι, (επωφελούμαι ) της ευκαιρίας δρέπω, έδρεψα, δρομολογώ, δρομολόγησα, δρομολογήθηκα, δρομολογημένος, schedule, route δροσίζω, δρόσισα, δροσίστηκα, δροσισμένος, vt. make cool, refresh, δροσίζει, impers. it's getting cool δρω, έδρασα, vi.act.mid. act, be active δύναμαι, ηδυνήθην, irr, vi.dep.mid.def.pres. be able, can, δυνατότητα possibility, capability δυναμιτίζω, δυναμίτισα, δυναμιτίστηκα, δυναμώνω, δυνάμωσα, δυναμωμένος, vi. boost, pump up the volume δυναστεύω, δυνάστευσα, δυναστεύτηκα./ δυναστεύθηκα, δυναστευμένος, δυσανασχετώ, δυσανασχέτησα, vi.act.mid. be indignant δυσαρεστώ, δυσαρέστησα, δυσαρεστήθηκα, δυσαρεστημένος, δυσκολεύω, δυσκόλεψα, δυσκολεύτηκα, vt. hamper, impede, make difficult./ hard, δυσκολεύομαι, vi.mid. have difficulty, hesitate δυσπιστώ, δυστυχώ, δυστύχησα, δυστυχισμένος, vi.act.mid.ppp. be unfortunate, unhappy, in distress δυσφημώ./ δυσφημίζω, δυσφήμησα./ δυσφήμισα, δυσφημήθηκα./ δυσφημίστηκα, δυσφημημένος./ δυσφημισμένος, defame, vilify, slander δυσφορώ, δυσφόρησα, vi. be displeased, have a malaise δυσχεραίνω, δυσχέρανα, δύω, έδυσα, vi.act.mid. set, decline, be on the wane δωρίζω, δώρισα, δωρίστηκα, δωρισμένος, vt. give as a present δωροδοκώ, δωροδόκησα, δωροδοκήθηκα, δωροδοκημένος, vt. bribe

εγγράφω, ενέγραψα, εγγράφηκα, εγγεγραμμένος, vt. enroll, register εγγυώμαι, εγγυήθηκα, εγγυημένος, vt.dep. guarantee εγείρω, ήγειρα, ηγέρθην, εγερμένος, irr, vt.act.def. raise, erect, waken, rouse, εγείρομαι, vi.mid. get up εγκαθιστώ./ εγκαθίσταμαι, εγκατέστησα, εγκαταστάθηκα, εγκατεστημένος./ εγκαταστημένος, irr, vt. install, vi. settle, establish oneself εγκαινιάζω, εγκαινίασα, εγκαινιάστηκα, εγκαινιασμένος, inaugurate εγκαταλείπω, εγκατέλειψα, εγκαταλείφθηκα, εγκαταλελειμμένος./ εγκαταλειμμένος vt. abandon, desert εθνικοποιώ, εθνικοποίησα, εθνικοποιήθηκα, εθνικοποιημένος , vt. nationalize ειδικεύω, ειδίκευσα, ειδικεύομαι, ειδικεύτηκα./ ειδικεύθηκα, ειδικευμένος, vt. specify, vi.mid. (with σε ) specialize in ειδοποιώ, ειδοποίησα, ειδοποιήθηκα, ειδοποιημένος , vt. notify, inform είμαι, ήμουν, irr, vi.def. to be ειρηνέυω, ειρήνευσα./ ειρήνεψα, vi. pacify, calm, make peace, live in peace ειρωνεύομαι, ειρωνεύτηκα./ ειρωνεύθηκα , vi.dep. speak ironically, mock εισάγω, εισήγαγα, (εισάχθηκε ) εισήχθη - εισήχθησαν, (εισαγμένος ), irr, vt. insert, put in, introduce, import εισπράττω, εισέπραξα, εισπράχθηκα, εισπραγμένος, cash, collect, receive εκδηλώνω, εκδήλωσα, εκδηλώθηκα, εκδηλωμένος, vt. show, manifest εκδίδω, εξέδωσα, εκδόθηκα, irr, vt. issue, publish εκθέτω, εξέθεσα, εκτίθεμαι, εκτέθηκα, εκτεθειμένος, irr, vt. expose, put out in the open, vi. be exposed./ compromised εκλαμβάνω, εξέλαβα, (εξελήφθη-εξελήφθησαν ), irr, vt. take, interpret, construe εκλέγω, εξέλεξα, εκλέξω, εκλέχθηκα./ εκλέχτηκα, εκλεγμένος, irr, vt. elect εκλείπω, εξέλειψα./ εξέλιπε, vi. vanish, be hidden, η έκλειψη, eclipse εκμεταλλεύομαι, εκμεταλλεύτηκα./ εκμεταλλεύθηκα , vt.dep. exploit, operate, take advantage of εκμυστηρεύομαι, εκμυστηρεύτηκα./ εκμυστηρεύθηκα , vt.dep. confide in εκνευρίζω, εκνεύρισα, εκνευρίστηκα, εκνευρισμένος, vt. irritate, annoy εκπέμπω, εξέπεμψα, εξεπέμφθην, vt. emit, broadcast εκπίπτω, εξέπεσα, irr, vi. decline in value εκπλήττω./ εκπλήσσω, εξέπληξα, εκπλήγηκα, (εξεπλάγην, εκπλαγώ ), irr, vt. astonish, surprise, εκπληκτικός adj., έκπληξη n. εκπνέω, εξέπνευσα, vi. expire, die εκποιώ, εκποίησα, εκποιήθηκα, vt. sell, dispose of εκρήγνυμαι, εξερράγην, εκραγώ, irr, vi.dep. explode, η έκρηξη, n. explosion εκτείνω, εξέτεινα, εκτάθηκα, εκτεταμένος, vt. stretch, vi. extend, last εκτελώ, εκτέλεσα, εκτελέστηκα, εκτελεσμένος, vt. execute, carry out, operate, perform εκτελωνίζω, εκτελώνισα, εκτελωνίστηκα, εκτελωνισμένος, vt. clear through customs εκτιμάω./ εκτιμώ, εκτίμησα, εκτιμώμαι, εκτιμήθηκα, εκτιμημένος, appreciate, estimate, esteem εκτίω./ εκτίομαι, εξέτισα, serve sentence, pay penalty εκφράζω, εξέφρασα./ έκφρασα, εκφράστηκα, εκφρασμένος vt. express, εκφράζομαι, vi.mid. express onself ελαττώνω, ελάττωσα, ελαττώθηκα, ελατωμένος, reduce, decrease, ελαττώνομαι, vi.mid. diminish ελέγχω, έλεγξα, ελέγχομαι, ελέγχθηκα./ ελέγχτηκα, ελεγμένος./ ηλεγμένος, vt. check, control ελευθερώνω, ελευθέρωσα, ελευθερώθηκα, ελευθερωμένος, vt. (set ) free, ελευθερώνομαι, vi.mid. give birth, η ελευθερία, freedom, liberty ελκύω, έλκυσα, ελκύστηκα, ελκυσμένος, vt. attract, charm ελπίζω, έλπισα./ ήλπισα, vt.act. hope (for ), expect vi. εμμένω, ενέμεινα, irr, vt.εις abide by, adhere to εμπιστεύομαι, εμπιστεύτηκα./ εμπιστεύθηκα , vt.dep. trust, have confidence in εμπλέκω, ενέπλεξα, ενεπλάκη-ενεπλάκησαν, irr, involve, μπλέκω εμπλουτίζω, εμπλούτισα, εμπλουτίστηκα, εμπλουτισμένος, εμπνέω, ενέπνευσα, εμπνεύστηκα, εμπνευσμένος, vt. inflate, inspire, εμπνέομαι, vi.mid. draw inspiration, conceive idea of εμποδίζω, εμπόδισα, εμποδίστηκα, εμποδισμένος, vt. impede, prevent, hinder, obstruct, prohibit εμποιώ, vt. cause, inspire εμπορεύομαι, εμπορεύτηκα./ εμπορεύθηκα, εμποτίζω, εμπότισα, εμποτίστηκα, εμποτισμένος, vt. impregnate, imbue εμφανίζω, εμφάνισα, εμφανίστηκα, εμφανισμένος, vt. present, show, reveal, εμφανίζομαι, vi.mid. appear, show up, emerge, come into view, manifest itself ενδείκνυται./ ενδέχεται, ενδεδειγμένος, vi.impers. it is likely./ possible ενδιαφέρω, ενδιέφερα, ενδιαφέρθηκα, (ενδιαφερόμενος ), irr, vt.def. interest, ενδιαφέρομαι (για ), vi.mid. be interested (in ) ενεργοποιώ, ενεργοποίησα, ενεργοποιήθηκα, ενεργοποιημένος , vt. activate ενεργώ, ενήργησα./ ενέργησα, ενεργήθηκα, vi.act. take steps, vi.mid. take place ενημερώνω, ενημέρωσα, ενημερώθηκα, ενημερωμένος, vt. inform, update ενθαρρύνω, ενθάρρυνα, ενθαρρύνθηκα, vt. encourage ενθουσιάζω, ενθουσίασα, ενθουσιάστηκα, ενθουσιασμένος, vt. fill with enthusiasm, ενθουσιάζομαι, vi.mid. am./ become enthusiastic εννοώ, εννόησα, εννοήθηκα, vt. mean, intend, expect, understand ενοικιάζω, ενοικίασα, ενοικιάστηκα, ενοικιασμένος, for rent ενοποιώ, ενοποίησα, ενοποιήθηκα, ενοποιημένος , vt. unify ενοχλώ, ενόχλησα, ενοχλήθηκα, ενοχλημένος, vt. annoy, trouble, molest, pester, bother ενοχοποιώ, ενοχοποίησα, ενοχοποιήθηκα, ενοχοποιημένος , vt. incriminate εντάσσω, ενέταξα, εντάχθηκα./ εντάχτηκα, ενταγμένος, vt. place, εντάσσομαι, vi.mid. fit into εντυπώνω, εντύπωσα, εντυπώθηκα, εντυπωμένος, vt. remember, take note εντυπωσιάζω, εντυπωσίασα, εντυπωσιάστηκα, εντυπωσιασμένος, vt. impress εξαγριώνω, εξαγρίωσα, εξαγριώθηκα, εξαγριωμένος, vt. outrage, εξαγριώνομαι, vi.mid. go wild εξάγω, εξήγαγα, (εξάχθηκε ) εξήχθη - εξήθησαν, (εξαγμένος ), irr, vt. export, smuggle out, extract εξαίρω, εξήρα, (εξάρθηκα ) εξήρθην, (εξηρμένος ) , stress, praise εξαιρώ, εξαίρεσα, εξαιρέθηκα, vt. except, exempt, exclude, leave off εξακολουθώ, εξακολούθησα, vi. continue εξακριβώνω, εξακρίβωσα, εξακριβώθηκα, εξακριβωμένος, vt. verify, ascertain, check up, find out εξανίσταμαι, εξανέστη-εξανέστησαν, irr, vi.dep. revolt, protest εξαντλώ, εξάντλησα, εξαντλήθηκα, εξαντλημένος, vt. use up, exhaust, εξαντλούμαι, vi.mid. run out εξαπατάω./ εξαπατώ, εξαπάτησα, εξαπατήθηκα, εξαπατημένος, cheat, deceive, εξαπατώμαι εξαργυρώνω, εξαργύρωσα, εξαργυρώθηκα, εξαργυρωμένος, vt. cash εξαρτώ, εξάρτησα, εξαρτήθηκα, εξαρτημένος, vt. make dependent, εξαρτώμαι, vi.mid. be dependent (από ) upon εξασφαλίζω, εξασφάλισα, εξασφαλίστηκα, εξασφαλισμένος, vt. secure εξαφανίζω, εξαφάνισα, εξαφανίστηκα, εξαφανισμένος, vt. obliterate, hide, spirit away, get rid of, wipe out, eliminate, kill off, εξαφανίζομαι, vi.mid. disappear, become extinct εξαχρειώνω, εξαχρείωσα, εξαχρειώθηκα, εξαχρειωμένος, vt. corrupt, deprave εξεγείρω, εξήγειρα./ εξέγειρα, εξεγέρθηκα, εξεγερμένος, irr, vt. rouse, εξεγείρομαι, vi.mid. revolt, be indignant εξελίσσομαι, εξελίχθηκα./ εξελίχτηκα, εξελιγμένος, vi.dep. evolve, develop, unfold, η εξέλιξη, n. evolution, development εξετάζω, εξέτασα, εξετάστηκα, εξετασμένος, vt. examine εξηγώ, εξήγησα, εξηγήθηκα, εξηγημένος, vt. explain εξολοθρεύω, εξολόθρευσα./ εξολόθρεψα, εξολοθρεύτηκα./ εξολοθρεύθηκα, εξολοθρευμένος./ εξολοθρεμένος , vt. destroy utterly, exterminate, wipe out εξορίζω, εξόρισα, εξορίστηκα, εξορισμένος, vt. banish, exile εξουσιάζω, εξουσίασα, vt. rule, master, τον εαυτό μου, be one's own master, εξουσιάζομαι, vi.mid. be in charge εξυψώνω, εξύψωσα, εξυψώθηκα, εξυψωμένος, vt. exalt, extoll, elevate, raise επαινώ, επαίνεσα, επαινέθηκα, επαινεμένος, vt. praise επαναλαμβάνω, επανέλαβα, επαναλήφθηκα, επανειλημμένος, irr, vt. repeat επαναστατώ, επαναστάτησα, επαναστατημένος, vi. rebel, revolt, η επανάσταση, revolution επεκτείνω, επέκτεινα, επεκτάθηκα, επεκταμένος, irr, vt. extend, spread επεμβαίνω, επέμβηκα./ επενέβην, irr, vt.act.semi. intervene, interfere επεξεργάζομαι, επεξεργάστηκα, επεξεργασμένος, vt.dep. process, work on έπεται οτι, impers. it follows, επόμενος, adj. next επηρεάζω, επηρέασα, επηρεάστηκα, επηρεασμένος, vt. influence επιβάλλω, επέβαλα, επιβλήθηκα, επιβεβλημένος, irr, vt. impose, enforce επιδεικνύω./ επιδείχνω, επέδειξα, επιδείχθηκα./ επιδείχτηκα, display, exhibit, show off επιδεινώνω, επιδείνωσα, επιδεινώθηκα, επιδεινωμένος, vt. make worse επιδένω, επέδεσα, επιδέθηκα, επιδέχομαι, vt.dep.def. admit of, put up with επιδίδω, επέδωσα, επιδόθηκα, irr, vt. hand over, present, επιδίδομαι, vi.mid. apply oneself επιδικάζω, επιδίκασα, επιδικάστηκα, επιδικασμένος, vt. (law ) award επιδιορθώνω, επιδιόρθωσα, επιδιορθώθηκα, επιδιορθωμένος, vt. repair επιδιώκω, επιδίωξα./ επεδίωξα, vt. seek, be ambitious of, aim at, επιδιώκεται επιδοκιμάζω, επιδοκίμασα, επιδοκιμάστηκα, επιδοκιμασμένος, vt. approve of επιδοτώ, επιδότησα, επιδοτήθηκα, επιδοτημένος, subsidize επιδρώ./ επιδράω, επέδρασα, vi. influence, have an effect on επιζώ, επέζησα, vi. survive επιθέτω, επίθεσα./ επέθεσα, vt. place./ apply on top of, το επίθετο, epithet, adjective επιθυμώ, επιθύμησα./ πεθύμησα, vt. desire, wish for, την επιθύμησε, he missed her επικάθομαι, επικάθισα, irr, επικαλούμαι, επικαλέστηκα, vt.dep. invoke, appeal to επικασσιτερώνω, επικασσιτέρωσα, επικασσιτερώθηκα, επικασσιτερωμένος, επίκειται, επίκεινται, vi.impers be imminent επικεντρώνω, επικέντρωσα, επικεντρώθηκα, επικεντρωμένος, vt. focus, επικεντρώνομαι, vi.mid. be focused (σε )on επικηρύσσω, επικήρυξα, επικηρύχθηκα./ επικηρύχτηκα, επικηρυγμένος, vt. reward, put a price on the head of επικοινωνώ, επικοινώνησα, vi. (με ) communicate επικολλώ, επικόλλησα, επικολλώμαι, επικολλήθηκα, επικολλημένος, vt. stick on, paste επικρατώ, επικράτησα, vi. (+ gen ) prevail agaonst, predominate επικρέμαται, επικρέμανται, vi.dep.impers. threaten, be imminent επικρίνω, επέκρινα, επικρίθηκα, irr, vt. criticize, censure επικροτώ, επικρότησα, επικροτήθηκα, vt. approve, applaud επικυρώνω, επικύρωσα, επικυρώθηκα, επικυρωμένος, vt. ratify, confirm επιλαμβάνομαι, επιλήφθηκα, irr, vi.dep. (+ gen ) broach (subject ), address oneself to (task ) επιλέγω, επέλεξα, επιλέχθηκα./ επιλέχτηκα, επιλεγμένος, irr, vt. choose, select επιλύω, επέλυσα, επιλύθηκα, vt. resolve επιμελούμαι, επιμελήθηκα, επιμελημένος, vt.dep. look after, care for επιμένω, επέμεινα, irr, vi. (+ να ) insist επισκέπτομαι, επισκέφτηκα./ επισκέφθηκα, vt.dep. visit, η επίσκεψη, the visit επισκευάζω, επισκεύασα, επισκευάστηκα, επισκευασμένος, vt. repair επιστρέφω, επέστρεψα, επιστράφηκα, irr, vt. return something, vi. return επιτείνω, επέτεινα, επετάθην, επιτεταμένος, irr, vt. intensify επιτελώ, επιτέλεσα, επιτελέστηκα, επιτελεσμένος, επιτέλους, adv. finally, at last επιτηδεύομαι , vi.dep.def.mid. feign, affect, be skilled in επιτηρώ, επιτήρησα, επιτηρήθηκα, vt. supervise, keep watch on επιτίθεμαι, επιτέθηκα, vt.dep. attack, assault, η επίθεση, attack επιτιμώ, επιτίμησα, επιτιμώμαι, επιτιμήθηκα, επιτιμημένος, vt. reprimand επιτρέπω, επέτρεψα, επιτράπηκα, (επιτετραμμένος ), irr, vt. permit επιτυγχάνω./ πετυχαίνω, επέτυχα./ πέτυχα, επιτεύχθηκα, επιτυχημένος, irr, vt. attain, achieve, manage, succeed εργάζομαι, εργάστηκα, (εργασμένος ), vt.dep. work, function ερεθίζω, ερέθισα, ερεθίστηκα, ερεθισμένος, vt. excite, inflame, irritate, stimulate ερειπώνω, ερείπωσα, ερειπώθηκα, ερειπωμένος, vt. demolish, destroy, ruin ερευνάω./ ερευνώ./ ερευνώμαι, ερεύνησα, ερευνήθηκα, research ερμηνεύω, ερμήνευσα, ερμηνεύτηκα./ ερμηνεύθηκα, ερμηνευμένος, vt. explain, expound, interpret, play, sing έρπω, vi.def. crawl έρχομαι, ήρθα./ ήλθα, έρθω./ έλθω, (έλα, ελάτε ), irr, vi.dep. come ερωτεύομαι, ερωτεύθηκα, ερωτευμένος, vt.dep. fall in love (with ), vi.dep.mid. fall in love ερωτώ, ερώτησα./ ηρώτησα, ερωτήθηκα./ ηρωτήθην, vt. ask εστιάζω, εστίασα, εστιάστηκα, εστιασμένος, vt. focus ετοιμάζω, ετοίμασα, ετοιμάστηκα, ετοιμασμένος, vt. prepare, ετοιμάζομαι, vi.mid. get ready, prepare oneself ευαισθητοποιώ, ευαισθητοποίησα, ευαισθητοποιήθηκα, ευαισθητοποιημένος , vt. make aware, η ευαισθησία, sensitivity ευθυμώ, ευθύμησα, vi. be gay, a litle drunk ευθύνομαι, vi.dep.def. be responsable ευκαιρώ, ευκαίρησα, vi. have free time ευκολύνω, ευκόλυνα, ευκολύνθηκα, vt. simplify, make easy, facilitate ευλογώ./ ευλογάω, ευλόγησα, ευλογήθηκα, ευλογημένος, vt. bless, consecrate ευνουχίζω, ευνούχισα, ευνουχίστηκα, ευνουχισμένος, vt. emasculate, castrate ευνοώ, ευνόησα, ευνοήθηκα, ευνοημένος, vt. favor, priviledge, encourage ευοδώνομαι, ευοδώθηκα, dep. succeed, acomplish ευπορώ, def. be rich, prosper ευπρεπίζω, ευπρέπισα, ευπρεπίστηκα, ευπρεπισμένος, vt. make presentable ευρίσκω, εύρον, ευρέθην, find ευρύνω, εύρυνα, ευρύνθηκα, ευρθμμένος, vt. enlarge ευσταθεί-ευσταθούν, ευσταθούσε-ευσταθούσαν, vi.impers. hold, be valid ευτυχώ, ευτύχησα, ευτυχισμένος, vi.act.mid.ppp. prosper, be happy ευφραίνω, εύφρανα, ευφράνθηκα, enjoy oneself, relax ευχαριστώ, ευχαρίστησα, ευχαριστήθηκα, ευχαριστημένος, vt. thank you, ευχαριστούμαι./ ευχαριστιέμαι, vi.mid. be pleased./ content./ happy εύχομαι, ευχήθηκα, irr, vt.dep. wish ευχρηστώ, vi. be in common use εφαρμόζω, εφάρμοσα, εφαρμόστηκα, εφαρμοσμένος, vt. fit, apply, put into effect, η εφαρμογή, the (software ) application εφευρίσκω, εφεύρα./ εφηύρα, εφευρέθηκα, (εφευρεμένος ), irr, vt. invent, contrive εφημερεύω, vi.def. be on call εφησυχάζω, εφησύχασα, εφησυχασμένος, vi.ppp. (με ) rely (on ) εφιστώ, επέστησα, irr, vt.act. draw attention [to] εφοδιάζω, εφοδίασα, εφοδιάστηκα, εφοδιασμένος, vt. supply εχθρεύομαι, εχθρεύτηκα, vt.dep. hate, ο εχθρός, enemy έχω, είχα, irr, vt.def. have, possess

ζαλίζω, ζάλισα, ζαλίστηκα, ζαλισμένος, vt. make dizzy, ζαλίζομαι, vi.mid. feel dizzy ζεσταίνω, ζέστανα, ζεστάθηκα, ζεσταμένος, vt. heat, make hot, warm up, ζεσταίνομαι, vi.mid. i am hot ζεύω, έζεψα, ζεύτηκα, ζεμένος, vt. yoke, harness ζηλεύω, ζήλεψα, ζηλεμένος, vt.act. envy, be jealous of ζημιώνω, ζημίωσα, ζημιώθηκα, ζημιωμένος, vt. damage, ζημιώνομαι, vi.mid. be harmed, take a loss ζητάω./ ζητώ, ζήτησα, ζητήθηκα, (ζητημένος ), vt. ask, seek, look for, search ζητωκραυγάζω, ζητωκραύγασα, vt. defeat, acclaim ζορίζω, ζόρισα, ζορίστηκα, ζορισμένος, vt. force, push, become difficult ζουλάω, ζούληξα, ζουλήχτηκα, ζουληγμένος, vt. squeeze ζουπάω, ζούπηξα, ζουπήχτηκα, ζουπηγμένος, vt. squeeze ζουρλαίνω, ζούρλανα, ζουρλάθηκα, ζουρλαμένος, vt. drive crazy, annoy ζοχαδιάζω, ζοχάδιασα, ζοχαδιάστηκα, ζοχαδιασμένος, vt. annoy, drive crazy ζυγιάζω, ζύγιασα, ζυγιάστηκα, ζυγιασμένος, vt. weigh, balance ζυγίζω, ζύγισα, ζυγίστηκα, ζυγισμένος, vt. weigh, ζυγίζομαι, vi.mid. fall in rank ζυμώνω, ζύμωσα, ζυμώθηκα, ζυμωμένος, vt. knead (dough ), ζυμώνομαι, vi.mid. ferment ζω, έζησα, vt.act. experience, do, vi. live, be alive, exist ζωγραφίζω, ζωγράφισα, ζωγραφίστηκα, ζωγραφισμένος, to paint, draw

ηγεμονεύω, ηγεμόνευσα, vi. rule, prince ηγούμαι, ηγήθηκα./ ηγήθην, vi.gen. lead, be in command ηδονίζομαι, ηδονίστηκα, dep. pleasure ηθικολογώ, vi. moralize ηλεκτρίζω, ηλέκτρισα, ηλεκτρίστηκα, ηλεκτρισμένος, electrify, rouse to enthusiasm ημερώνω, ημέρωσα, ημερώθηκα, ημερωμένος, vt. tame, cultivate, civilize ηρεμώ, ηρέμησα, vt.act. calm down, vi.act.mid. be calm, ηρέμησε!, calme-toi! ησυχάζω, ησύχασα, ησυχασμένος, vt.act. make quiet, calm, vi.act.mid.ppp. be./ come calm, quiet ηττώμαι, ηττήθηκα./ ηττήθην, ηττημένος, vi. be defeated ηχογραφώ, ηχογράφησα, ηχογραφήθηκα, ηχογραφημένος, vt. record on disc or tape ηχώ, ήχησα, vi. sound, ring, echo

θάβω, έθαψα, θάβομαι, θάφτηκα./ τάφηκα, θαμμένος, θαμπώνω, θάμπωσα, θαμπώθηκα, θαμπωμένος, vt. amaze, blur, dazzle, dim θαρρώ, θάρρεψα, irr, vt. think, believe θαυμάζω, θαύμασα, θαυμάστηκα, vt. admire, marvel, wonder θέλω, ήθελα, θέλησα, irr, vt. want, wish θερίζω, θέρισα, θερίστηκα, θερισμένος, vt. harvest θερμαίνω, θέρμανα, θερμάνθηκα, θερμασμένος, vt. warm up θέτω, έθεσα, τίθεμαι, τέθηκα, (βαλμένος ), irr, vt. put, set, impose, submit θεωρώ, θεώρησα, θεωρήθηκα, θεωρημένος, vt. consider θίγω, έθιξα, θίχτηκα./ εθίγην, θιγμένος, vt. touch upon, offend θυμάμαι./ θυμούμαι, θυμήθηκα, vt.dep. remember, recall θυμίζω, θύμισα, θυμισμένος, vt.act.ppp. remind, recall θυμώνω, θύμωσα, θυμωμένος, vt.act. make angry, vi.act.mid.ppp. be./ become./ get angry θυσιάζω, θυσίασα, θυσιάστηκα, θυσιασμένος, vt. sacrifice

ιδρύω, ίδρυσα, ιδρύθηκα, ιδρυμένος, vt. found, establish ιδρώνω, ίδρωσα, ιδρωμένος, vi.act.mid.ppp. sweat, perspire ικανοποιώ, ικανοποίησα, ικανοποιήθηκα, ικανοποιημένος , vt. satisfy ικετεύω, ικέτεψα./ ικέτευσα, vt.act. beg, implore, supplicate ισοσκελίζω, ισοσκέλισα, ισοσκελίστηκα, ισοσκελισμένος, vt. balance an account ίσταμαι, έστην./ εστάθην, vi. stand ισχύω, ίσχυσα, vt.act. have effect on, vi.act.mid. be valid

καθαρίζω, καθάρισα, καθαρίστηκα, καθαρισμένος, vt. clean καθίζω, κάθισα, καθισμένος, vt.act. seat, place, strand (ship ) καθιστώ, κατέστησα, καθίσταμαι, κατέστην - κατέστησαν, κατεστημένος, irr, vt. make, appoint, set up, render κάθομαι, έκατσα./ κάθισα, καθισμένος, irr, vi.dep. be seated, sit down, κάτσε! καθορίζω, καθόρισα, καθορίστηκα, καθορισμένος, vt. define, determine, set, fix, state precisely καθρεφτίζω, καθρέφτισα, καθρεφτίστηκα, καθρεφτισμένος, vt. mirror, reflect, καθρεφτίζομαι, vi.mid. look in the mirror, mirror oneself καθυστερώ, καθυστέρησα, καθυστερημένος, vt.act. delay, make late, vi.act.mid. be late καίω, έκαψα, καίγομαι, κάηκα, καμένος, irr, vt. burn, shrivel κακοποιώ, κακοποίησα, κακοποιήθηκα, κακοποιημένος , vt. ill-treat, rape καλλιεργώ, καλλιέργησα, καλλιεργήθηκα, καλλιεργημένος, vt. farm, grow, cultivate καλύπτω, κάλυψα, καλύφθηκα./ καλύφτηκα, καλυμμένος, vt. conceal, cover καλώ, κάλεσα, καλέστηκα, καλεσμένος, irr, vt. call, summon καλωσορίζω, καλωσόρισα, vt.act. welcome κανονίζω, κανόνισα, κανονίστηκα, κανονισμένος, vt. regulate, arrange, adjust κάνω./ κάμω, έκανα./ έκαμα, καμωμένος, irr, vt.act. do, make καπνίζω, κάπνισα, καπνισμένος, vt.act. smoke καρτεράω./ καρτερώ, καρτέρεσα vi. wait patiently καρυδώνω, καρύδωσα, vt.act. strangle καρυκεύω, καρύκευσα./ καρύκεψα, καρυκεύτηκα./ καρυκεύθηκα, καρυκευμένος , vt. season, spice καρφιτσώνω, καρφίτσωσα, καρφιτσώθηκα, καρφιτσωμένος, épingler καρφώνω, κάρφωσα, καρφώθηκα, καρφωμένος, vt. nail, plunge, stab, καρφώνομαι, vi.mid. stick καταβάλλω, κατέβαλα, καταβλήθηκα, καταβεβλημένος./ καταβλημένος, , irr, vt. exhaust, lay low καταβαραθρώνω, καταβαράθρωσα, καταβαραθρώθηκα, καταβαραθρωμένος, καταβιβάζω, κατεβάζω καταβρέχω, κατάβρεξα, καταβρέχτηκα./ καταβράχηκα, καταβρεγμένος, vt. spray, sprinkle, water the garden καταβροχθίζω, καταβρόχθισα, καταβροχθίστηκα, vt. devour καταβυθίζω, καταβύθισα, καταβυθίστηκα, καταβυθισμένος, vt. sink (in liquid ) καταγγέλλω, κατήγγειλα./ κατάγγειλα, καταγγέλθηκα, καταγγελμένος, irr, vt. charge, denounce καταγίνομαι, vi.dep.mid.def. be busy κατάγω, κατήχθην, κατηγμένος, vt. win, κατάγομαι, irr, vi.dep.mid. be descended from καταδεικνύω./ καταδείχνω, κατέδειξα, καταδείχθηκα./ καταδείχυηκα, irr, vt. prove, demonstrate καταδέχομαι, καταδέχτηκα, vt. deign to accept, take notice of καταδίδω./ καταδίνω, κατέδωσα./ κατάδωσα, καταδόθηκα, irr, vt. betray καταδικάζω, καταδίκασα, καταδικάστηκα, καταδικασμένος, vt. condemn, sentence καταδιώκω, καταδίωξα, καταδιώχτηκα./ καταδιώχθηκα, καταδιωγμένος, vt. pursue, chase, persecute καταδυναστεύω, καταδυνάστευσα./ καταδυνάστεψα, καταδυναστεύτηκα./ καταδυναστεύθηκα, καταδυναστευμένος , vt. oppress καταδύομαι, καταδύθηκα, vi.dep. dive καταζητώ, καταζητούμαι, vt.def. search for, hunt, want (for crime ) καταθέτω, κατέθεσα./ κατάθεσα, κατατίθεμαι, κατατέθηκα, κατετέθην, κατατεθειμένος, irr, vt. deposit, testify κατακαθίζω, κατακάθισα, vi. sink, κατακάθομαι, irr, vi.dep. κατακαίω, κατάκαψα./ κατέκαψα, κατακάηκα, κατακαμένος, irr, κατακλίνομαι, vi.dep. lie down κατακλύζω, κατέκλυσα, κατακλύστηκα, κατακλυσμένος, vt. inundate, flood κατακόβω, vt. cut deeply or in many places vi.mid. get exhausted, make great efforts κατακοτώνω, κατακρατώ, κατακράτησα, κατακρατήθηκα, κατακρατημένος, vt. withhold unlawfully κατακρεουργώ, καταρεούργησα, κατακρεουργήθηκα, κατακρεουργημένος, vt. butcher κατακρημνίζω, vt. hurl down, demolish κατακρίνω, κατέκρινα./ κατάκρινα, κατακρίθηκα, irr, vt. censure, blame κατακτώ./ κατακτάω./ κατακτιέμαι./ κατακτώμαι, κατέκτησα./ κατάκτησα, κατακτήθηκα, κατακτημένος, vt. conquer, gain, win κατακυρώνω, κατακύρωσα, κατακυρώθηκα, κατακυρωμένος,vt. award καταλαβαίνω, κατάλαβα, irr, vt. understand καταλαγιάζω, καταλάγιασα, vi.calm down καταλαμβάνω, κατέλαβα, καταλήφθηκα, κατειλημμένος, irr, vt. occupy, take, hijack, seize καταλήγω, κατέληξα, vi. lead (σε ) to, end, conclude, η κατάληξη, ending, conclusion καταλογίζω, καταλόγισα, καταλογίστηκα, καταλογισμένος, vt. impute, charge up καταλύω, κατέλυσα, καταλύθηκα, abolish, be billeted καταλώ, vt. wear out, use up, digest καταμερίζω, vt. apportion καταμετρώ, καταμέτρησα, καταμετρήθηκα, καταμετρημένος, vt. measure, count, survey καταναγκάζω, κατανάκασα, καταναγκάστηκα, καταναγκασμένος, καταναλώνω./ καταναλίσκω, κατανάλωσα, καταναλώθηκα, καταναλωμένος, vt. consume, spend, use up κατανέμω, κατένειμα, κατανεμήθηκα, κατανεμημένος, irr, vt. divide up, allot, assign κατανεύω, vi. nod assent κατανικώ, κατανίκησα, κατανικήθηκα, κατανικημένος, κατανοώ, κατανόησα, κατανοήθηκα, vi.vt. fully understand καταντάω./ καταντώ, vi.act.mid. be reduced to, end up as καταξιώνω, καταξίωσα, καταξιώθηκα, καταξιωμένος, καταξοδεύω, καταξόδεψα, καταξοδεύτηκα, καταπατώ./ καταπατάω, καταπάτησα, καταπατήθηκα, καταπατημένος, vt. trample on, violate, trespass καταπέφτω, κατάπεσα, irr, καταπιάνομαι, καταπιάστηκα, dep. start work on, take up καταπιέζω, καταπίεσα, καταπιέστηκα, καταπιεσμένος, vt. oppress καταπίνω, κατάπια, καταπιώθηκα, καταπιωμένος, irr, vt. swallow (up ) καταπίπτω, κατέπεσα, irr, vi. fall, collapse, subside, decline καταπλακώνω, καταπλάκωσα, καταπλακώθηκα, καταπλακωμένος, vt. flatten, squash καταπλέω, κατέπλευσα, sail in, down (a river ) καταπλήσσω, κατέπληξα, κατεπλάγην, vt.irr. amaze καταπνίγω, κατέπνιξα, καταπνίγηκα, irr, vt. stifle, suppress καταπολεμάω./ καταπολεμώ, καταπολέμησα, καταπολεμήθηκα, vt. combat καταποντίζομαι, καταποντίστηκα, καταποντισμένος, sink, founder καταπονώ, καταπόνησα, καταπονήθηκα, καταπονημένος, vt. tire out, exhaust, vi.mid. get exhausted καταπραΰνω, καταπράυνα, καταπραΰνθηκα, καταπραϋμένος, καταπτοώ, καταπτόησα, καταπτοήθηκα, καταπτοημένος, καταργώ, κατάργησα./ κατήργησα, καταργήθηκα, καταργημένος, vt. abolish, abrogate καταριέμαι, καταράστηκα, καταραμένος, vt.dep. curse, καταρώμαι, curse καταρρακώνω, καταρράκωσα, καταρρακώθηκα, καταρρακωμένος, vt. tear./ wear to shreds καταρρέω, κατέρρευσα, vi. crumble, collapse καταρρίπτω, κατέρριψα, κατερρίφθην, vt. fell, shoot down, demolish, beat record καταρτίζω, κατάρτισα, καταρτίστηκα, καταρτισμένος, vt. form, put together, prepare κατασκευάζω, κατασκεύασα, κατασκευάστηκα, κατασκευασμένος, vt. make, build, construct κατασκοτώνω, vt. beat unmercifully, vi.mid. get tired κατασπαράσσω, vt. tear to pieces κατασταίνω, κατάστησα, καταστάθηκα, καταστημένος κατασταλάζω, vi. (sediment ) settles, reach a decision καταστέλλω, vt. repress, curb καταστρατηγώ, vt. get around the law καταστρέφω, κατέστρεψα./ κατάστρεψα, καταστράφηκα, κατεστραμμένος./ καταστραμμένος, irr, vt. destroy, ruin καταστρώνω, κατάσχω, κατάσχω, κατάσχεσα, κατασχέθηκα, κατασχεμένος, irr, vt. sequestrate, confiscate κατατάσσω, vt. classify, vi.mid. enlist κατατοπίζω, vt. direct, κατατοπίζομαι, vi. get one's bearings κατατρέχω, vt. persecute κατατρίβω, vt. wear down, vi.mid. waste one's time κατατροπώνω, vt. rout κατατρύχω, vt. torment καταυλίζομαι,vi. bivouac καταφέρνω, κατάφερα, irr, vt.act. accomplish, manage, persuade, beat, succeed καταφέρω, κατέφερα, καταφέρθηκα, irr, vt. inflict, land./ deal./ strike a blow, καταφέρομαι, vi.mid. speak against, attack καταφεύγω, κατέφυγα, irr, vi. take refuge in καταφθάνω, κατέφθασα, vi. arrive unexpectedly, catch up with καταφρονώ, καταφρόνησα, καταφρονήθηκα, καταφρονημένος./ καταφρονεμένος, vt. disdain, scorn καταχερίζω, καταχέρισα, vt. smack καταχρώμαι, καταχράστηκα, vt.dep. abuse, embezzle καταχωνιάζω, καταχώνιασα, καταχωνιάστηκα, καταχωνιασμένος, vt. swallow up, hide away καταχωρίζω./ καταχωρώ, καταχώρισα, καταχωρίστηκα, καταχωρισμένος, vt. enter καταψηφίζω, καταψήφισα, καταψηφίστηκα, καταψηφισμένος, vt. vote against καταψύχω, κατέψυξα./ κατάψυξα, καταψύχθηκα, κατεψυγμένος./ καταψυγμένος, vt. refrigerate κατεβάζω, κατέβασα, κατεβασμένος, bring./ carry./ take./ let down κατεβαίνω, κατέβηκα, κατέβω./ κατεβώ, (κατέβα, κατεβείτε ), κατεβασμένος, irr, vt.semi. descend, go down κατεδαφίζω, κατεδάφισα, κατεδαφίστηκα, κατεδαφισμένος, vt. demolish building κατεργάζομαι, κατεργάστηκα, κατεργασμένος, vt.dep. work, fashion, plot κατέρχομαι, κατήλθα, irr, vt.dep.log. descend, come down κατευδώνω, κατευόδωσα, κατευθύνω, κατηύθυνα./ κατεύθυνα, κατευθύνθηκα, vt. direct, turn, orient, point, lead, vi. turn, go, head for κατευνάζω, κατεύνασα, κατευνάστηκα, κατευνασμένος, vt. appease, calm, assuage κατέχω, κατείχα, irr, vt. have, hold, occupy, know, κατοχή, possession κατηγορώ, κατηγόρησα, κατηγορήθηκα, κατηγορημένος, vt. accuse, blame κατηφορίζω, κατηφόρισα, vi. go downhill κατηχώ, κατήχησα, κατηχήθηκα, κατηχημένος, vt. catechize, initiate, admonish κατοικώ, κατοίκησα, κατοικήθηκα, κατοικημένος, vt. dwell, live, κατοικούμε, catacombs, We live (underground ) κέκτημαι, εκτήθην, κεκτημένος κεντάω./ κεντώ, κέντησα, κεντήθηκα, κεντημένος, vt. embroider κερδίζω, κέρδισα, κερδήθηκα, κερδισμένος, irr, vt. win κερνάω./ κερνώ, κέρασα, κεράστηκα, κερασμένος, vt.acc.acc. offer, invite, treat, stand, buy κηρύσσω./ κηρύττω, εκήρυξα./ κήρυξα, εκηρύχθην./ κηρύχθηκα./ κηρύχτηκα, κηρυγμένος./ κεκηρυγμένος, vt. preach, herald, proclaim, announce κινδυνεύω, κινδύνεψα, vt.act. endanger, risk, (vi.act.mid. be in danger, threatened - no mp ) κινηματογραφώ, κινηματογράφησα, κινηματογραφήθηκα, κινηματογραφημένος, vt. film κινητοποιώ, κινητοποίησα, κινητοποιήθηκα, κινητοποιημένος, vt. mobilize, κινητικότητα mobility κινώ./ κινάω, κίνησα, κινήθηκα, vt. move, κίνηση movement κιτρινίζω, κιτρίνισα, κιτρινισμένος, vi.act.mid.ppp. turn yellow κλαδεύω, κλάδεψα, κλαδεύτηκα, κλαδεμένος, vt. prune, cut back κλαίω, έκλαψα, κλαίγομαι, κλαύτηκα, κλαμένος, irr, vi.ppp. cry, weep, vi.mid. grumble, mumble, moan, complain κλατάρω, κλάταρα./ κλατάρισα, κλαταρισμένος, , vi.act.mid.ppp. burst, give way κλέβω./ κλέπτω, έκλεψα, κλέφτηκα./ κλάπηκα, κλεμμένος./ κεκλεμμένος, irr, vt. steal κλειδώνω, κλείδωσα, κλειδώθηκα, κλειδωμένος, vt. lock, vi. lock, κλειδώνομαι, vi.mid. lock oneslf away κλείνω./ κλείω, έκλεισα, κλείστηκα, κεκλεισμένος./ κλεισμένος, vt. shut, close κληρονομώ./ κληρονομάω, κληρονόμησα, κληρονομήθηκα, κληρονομημένος, vt. inherit κληρώνω, κλήρωσα, κληρώθηκα, κληρωμένος, draw, choose by lot, κληρώνομαι, vi.mid. be drawn κλίνω, έκλινα, κλίθηκα, κεκλιμένος, irr, vi. vt. lean, decline κλωτσάω./ κλωτσώ./ κλοτσάω, κλώτσησα./ κλότσησα, vt.act. kick, vi.act. recoil (of a gun ) κόβω, έκοψα, κόπηκα, κομμένος, irr, vt. cut κοιμάμαι./ κοιμούμαι, κοιμήθηκα, κοιμισμένος, vi.dep. sleep κοιμίζω, κοίμισα, κοιμισμένος, vt.act.ppp. put someone to sleep κοινοποιώ, κοινοποίησα, κοινοποιήθηκα, κοινοποιημένος , vt. communicate, present, notify κοινωνάω./ κοινωνώ, κοινώνησα, κοινωνικοποιώ, κοινωνικοποίησα, κοινωνικοποιήθηκα, κοινωνικοποιημένος, κοιτάζω./ κοιτάω./ κοιτώ, κοίταξα, κοιτάχτηκα, κοιταγμένος, vi. look at κολλάω./ κολλώ, κόλλησα, κολλήθηκα, κολλημένος, vt. glue, stick together κολυμπώ./ κολυμπάω, κολύμπησα, vi. swim κοντεύω, κόντεψα, vi. draw near, approach κορνάρω, κόρναρα./ κορνάρισα, vi. honk (my horn ) κοροϊδεύω, κορόιδεψα, vt.act. mock, make fun of κορτάρω, κόρταρα./ κορτάρισα, vt.act. court, flirt with κορυφώνομαι, κορυφώθηκα, vi.dep. reach culmination κορώνω, κόρωσα, vt.act. heat, inflame, vi.act.mid. get hot, inflamed κοσκινίζω, κοσκίνισα, κοσκινίστηκα, κοσκινισμένος, vt. sift κοσμώ, κόσμησα, vt.act. decorate, adorn κοστίζω, κόστισα, vi. cost κουβαλάω./ κουβαλώ, κουβάλησα, κουβαλήθηκα, κουβαλημένος, vt. carry, bring, κουβαλιέμαι, vi.mid. turn up uninvited κουβεντιάζω, κουβέντιασα, κουβεντιάστηκα, κουβεντιασμένος, talk κουμπώνω, κούμπωσα, κουμπώθηκα, κουμπωμένος, vt. button, κουμπώνομαι, vi.mid. be stand-offish κουνάω./ κουνώ, κούνησα, κουνήθηκα, κουνημένος, vt. displace, move, set in motion, stir, κουνιέμαι, vi.mid. hurry up κουράζω, κούρασα, κουράστηκα, κουρασμένος, vt. tire, κουράζομαι, vi.mid. get tired κουρδίζω./ κουρντίζω, κούρδισα./ κούρντισα, κουρδίστηκα./ κουρντίστηκα, κουρδισμένος./ κουρντισμένος, vt. wind up, tune κρατάω./ κρατώ, κράτησα, κρατιέμαι, κρατήθηκα, κρατημένος, vt. hold, tener κρεμνώ./ κρεμώ./ κρεμάω, κρέμασα, κρεμάστηκα, κρεμασμένος, vt. hang, suspend, κρεμιέμαι, vi.mid. hang on (από to ), hang (από from ), hang oneself, κρέμομαι, vi.dep.def. be hanging κρίνω, έκρινα, κρίθηκα, κεκριμένος, irr, vt. judge κριτικάρω, κριτικάρισα, κριτικαρίστηκα, vt. criticize, judge κρούω, έκρουσα, κρουστήκα, κρουσμένος, vt. strike, knock on, ring bell, play instrument κρύβω, έκρυψα, κρύφτηκα, κρυμμένος, vt. hide, κρύβομαι, vi.mid. hide myself κρυολογώ, κρυολόγησα, κρυολογημένος, vi.act.mid. catch a cold κρυώνω, κρύωσα, κρυωμένος, vt.act. chill, cool, vi.act.mid.ppp. be cold, mir ist kalt κυβερνάω./ κυβερνώ, κυβέρνησα, κυβερνήθηκα, κυβερνημένος, govern, rule κυλάω./ κυλώ, κύλησα, κυλιέμαι, κυλίστηκα, κυλισμένος, irr, roll over./ along κυμαίνομαι, κυμάνθηκα, vi.dep. fluctuate, vary κυματίζω, vt.def. wave, flap, vi.def. fly, το κύμα, wave, μήκος κύματος, wavelength, κύμα καύσωνα./ ζέστης, heat wave κυνηγάω./ κυνηγώ, κυνήγησα, κυνηγήθηκα, κυνηγημένος, vt. chase, hunt κυριαρχώ, κυριάρχησα, κυριαρχούμαι, vt. dominate κυριεύω, κυρίευσα./ κυρίεψα, κυριεύτηκα./ κυριεύθηκα, κυριευμένος , conquer, seize

λαμβάνω./ λαβαίνω, έλαβα, (ελήφθη-ελήφθησαν ), (ειλημμένος ), irr, vt. take, receive, get, accept λάμνω, vi.def. to row λάμπω, έλαμψα, vi. glitter, shine λανθάνω, έλαθον, λανθασμένος, irr, vi.ppp. be latent, vi.ppp be mistaken λατρεύω, λάτρεψα, λατρεύτηκα, λατρεμένος, vt. adore, worship, love λαχαίνω, έλαχα, irr, vt. meet by chance, vi. befall λαχανιάζω, λαχάνιασα, λαχανιασμένος, vi. gasp, pant λείβομαι, λείφτηκα, vi.dep.mid. be insufficent, lacking λείπω, έλειψα./ έλειπα, vi. (+gen ) lack, be absent, miss λειτουργαώ./ λειτουργώ, λειτούργησα, λειτουργήθηκα, λειτουργημένος, vt. function, work, λειτουργούμαι./ λειτουργιέμαι, vi.mid. go to church λεπταίνω, λέπτυνα, vi. lose weight, become thin λέω./ λέγω, είπα, πω, (πες, πέστε./ πείτε ), λέγομαι, ειπώθηκα, ειπωμένος, irr, vt. say, tell λήγω, έληξα, vi. terminate, expire, end λησμονώ./ λησμονάω, λησμόνησα, λησμονήθηκα, λησμονημένος, vt. forget, λησμονούμαι, vi.mid. be forgetful, η λησμοσύνη, n. forgetfulness λιποθυμάω./ λιποθυμώ, λιποθύμησα, λιποθυμισμένος, vi.ppp. faint λιώνω, έλιωσα, λιωμένος, vi.act.mid.ppp. melt λογαριάζω, λογάριασα, λογαριάστηκα, λογαριασμένος, vt. count, calculate λογικεύομαι, λογικεύτηκα, λογικευμένος, vi.dep. think sensibly, become sensible, come to one's senses, (reason ) λούζω, έλουσα, λούστηκα, λουσμένος, vt. wash, ablute, bathe, give a bath, λούζομαι, vi.mid. bathe, take a bath λυγίζω./ λυγάω, λύγισα, λυγιέμαι, λυγισμένος, irr, bend, λυγιέμαι, vi.mid.def. sway λύνω, έλυσα, λύθηκα, λυμένος, vt. solve, untie λυπώ, λύπησα, λυπάμαι./ λυπούμαι, λυπήθηκα, λυπημένος, vt. sadden, distress, vi.mid. be sorry

μαγαρίζω, μαγάρισα, μαγαρίστηκα, μαγαρισμένος, vt. pollute, make dirty μαγειρεύω, μαγείρεψα, μαγειρεύτηκα, μαγειρεμένος, vt. cook, plot μαγεύω, μάγεψα, μαγεύτηκα, μαγεμένος, vt. bewitch, fascinate μαγκώνω, μάγκωσα, μαγκώθηκα, μαγκωμένος, μαγνητίζω, μαγνήτισα, μαγνητίστηκα, μαγνητισμένος, vt. magnetize μαγνητοσκοπώ, μαγνητοσκόπησα, μαγνητοσκοπήθηκα, μαγνητοσκοπημένος, μαγνητοφωνώ, μαγνητοφώμησα, μαγνητοφωνήθηκα, μαγνητοφωνημένος, μαδάω./ μαδώ, μάδησα, μαδήθηκα, μαδημένος, pluck, moult, shed hair μαζεύω, μάζεψα, μαζεύτηκα, μαζεμένος, vt. gather, collect μαζώνω, μάζωξα, μαζώχτηκα, μαζωμένος, vt. gather, collect μαθαίνω, έμαθα, (μαθεύομαι ), μαθεύτηκα-μαθεύτηκαν, μαθημένος, irr, vt.act. teach, learn μαθητεύω, μαθήτεψα./ μαθήτευσα, vi. be a learner or apprentice μαϊμουδίζω, vi. ape, imitate μαϊνάρω, μαϊνάρισα, μαίνομαι, εμαινόμην, vi.dep. rage μακαρίζω, μακάρισα, vt. envy μακραίνω, μάκρυνα, vt.act. lengthen, make longer, vi.act.mid. grow, get longer, drag on μαλακώνω, μαλάκωσα, μαλακωμένος, vt.act. soften μαλώνω, μάλωσα, μαλωμένος, vt.act. quarrel, reprimand, vi. μαντεύω, μάντεψα, vt.act. guess, divine, prophesy, predict, vi.act.mid. guess μαρτυράω./ μαρτυρώ, μαρτύρησα, μαρτυρείται - μαρτυρούνται, vt.act. bear witness to, betray μασάω./ μασώ, μάσησα, μασήθηκα, μασημένος, vt. chew ματώνω./ αιματώνω, μάτωσα, ματωμένος, vt.act, stain with blood, vi. bleed μαυρίζω, μαύρισα, μαυρισμένος, vt.act. blacken, tan, vi.ppp. get dark μάχομαι, vt.dep.def. fight, struggle μεγαλοποιώ, μεγαλοποίησα, μεγαλοποιήθηκα, μεγαλοποιημένος , vt. exaggerate μεγαλώνω, μεγάλωσα, μεγαλωμένος, vt.act. increase, raise (a child ), vi.mid. grow up, become taller (bigger, greater ) μεθάω./ μεθώ, μέθυσα, μεθυσμένος, irr, vt.act. make drunk, vi.ppp. become drunk μειγνύω, mix μειώνω, μείωσα, μειώθηκα, μειωμένος, vt. cut, reduce, lower, diminish, decrease μελετάω./ μελετώ./ μελετιέμαι./ μελετώμαι, μελέτησα, μελετήθηκα, μελετημένος, vt. study, investigate μέλλει-έμελλε, def.impers. be about./ destined to, have the intention, want, μέλλεται μένω, έμενα, έμεινα, irr, vi.act.mid. stay, remain μεταβαίνω, vi. go, proceed μεταβάλλω, μετέβαλα, μεταβλήθηκα, irr, vt. change, alter μεταγράφω, μετέγραψα, μεταγράφτηκα./ μεταγράφηκα, μεταγραμμένος, irr, vt. transcribe μεταδίδω, μετέδωσα./ μετάδωσα, μεταδόθηκα, μεταδομένος, irr, vt. transmit μεταθέτω, μετέθεσα, μετατίθεμαι, μετατέθηκα, irr, vt. shift, transfer, postpone μετακινώ, μετακίνησα, μετακινήθηκα, μετακινημένος, vt. move, transfer μετακομίζω, μετακόμισα, vt.act. transport, vi.act.mid. change one's residence μεταλαβαίνω./ μεταλαμβάνω, μετάλαβα, vi. receive holy communion μεταλαμπαδεύω, μεταλαμπάδευσα, carry the torch of, diffuse μεταμελούμαι, μεταμελήθηκα, μεταμελημένος, vi.dep.mid. be repentant μεταμορφώνω, μεταμόρφωσα, μεταμορφώθηκα, μεταμορφωμένος, vt. transform μεταμοσχεύω, μεταμόσχευσα, μεταμοσχεύτηκα./ μεταμοσχεύθηκα, μεταμοσχευμένος, vt. transplant μεταμφιέζω, μεταφίεσα, μεταμφιέστηκα, μεταμφιεσμένος, vt. disguise, vi. disguise oneself μεταναστεύω, μετανάστευσα./ μετανάστεψα, vi. emigrate, migrate μετανιώνω, μετάνιωσα, μετανιωμένος, vi. change one's mind (about sth ) μετανοώ, μετανόησα, μετανοημένος, vi.act.mid. change one's mind, repent μεταποιώ, μεταποίησα, μεταποιήθηκα, μεταποιημένος , vt. refashion, change style or shape of μεταφέρω, μετέφερα./ μετάφερα, μεταφέρθηκα, μεταφερμένος, irr, vt. transport, transfer, translate, adapt, transpose, carry, send μεταφράζω, μετέφρασα./ μετάφρασα, μεταφράστηκα, μεταφρασμένος, vt. translate μεταχειρίζομαι, μεατχειρίστηκα, μεταχειρισμένος, use, treat, behave to μετέχω, (μετείχα ), irr, vi. +σε take part in, partake of, participate μετράω./ μετρώ, μέτρησα, μετρήθηκα, μετρημένος, vt. count, measure μετριάζω, μετρίασα, μετριάστηκα, μετριασμένος, vt. temper, correct, moderate, attenuate, become mild μηδενίζω, μηδένισα, μηδενίστηκα, μηδενισμένος, vt. complete, zero, annul μηνάω./ μηνώ, μήνυσα, irr, vi. send a message, inform μηνύω, μήνυσα, μηνύθηκα./ εμηνύθην, vt. lodge a complaint against, summons μηρυκάζω, μηρύκασα, vt. cows ruminate, chew? μηχανεύομαι, μηχανεύτηκα, vt.dep. machinate, intrigue μηχανογραφώ, μηχανογράφησα, μηχανογραφήθηκα, μηχανογραφημένος, μηχανορραφώ, vt.def. automate, computerize, manage μιαίνω, μίανα, μιάνθηκα, μιασμένος, vt. make dirty μικραίνω./ μικρύνω, μίκρυνα, vt. rejuvinate, diminish, vi. get shorter μιλώ, μίλησα, μιλήθηκα, μιλημένος, vt. speak, talk μιμούμαι, μιμήθηκα, vt.dep. imitate, copy μισώ, μίσησα, μισήθηκα, μισημένος, vt. hate μοιάζω, έμοιασα, vt.act. resemble, look alike μοιράζω, μοίρασα, μοιπάστηκα, μοιπασμένος, vt. divide, distribute, give, hand out, μοιράζομαι, vt.mid. share, split, be torn between (ανάμεσα σε ) μολύνω, μόλυνα, μολύνθηκα, μολυσμένος, vt. contaminate, defile, infect, pollute, taint μορφώνω, μόρφωσα, μορφώθηκα, μορφωμένος, vt. educate, μορφώνομαι, vi.mid. get an education μουρμουρίζω./ μουρμουράω, μουρμούρισα, vt.act. murmur, vi. murmur μπάζω, έμπασα, μπασμένος, vt.act. put in, take in μπαίνω, έμπαινα, μπήκα, μπω, (μπες./ έμπα, μπείτε ), μπασμένος, irr, vi. come./ go in, enter μπερδεύω, μπέρδεψα, μπερδεύτηκα, μπερδεμένος, vt. confuse, entangle, mix up, perplex, tangle, μπερδεύομαι, vi.mid. get caught, involved μπλέκω, έμπλεξα, μπλέχτηκα, μπλεγμένος, vt. tangle, confuse, vi.act. get involved, μπλέκομαι, vi.mid. be crossed, get involved, get caught μπορώ, μπορούσα, μπόρεσα, vi. be able, can μποτιλιάρω, μποτιλιάρισα, μποτιλιαρίστηκα, μποτιλιαρισμένος, μπουκάρω, μπούκαρα./ μπουκάρισα μπουκώνω, μπούκωσα, μπουκωμένος, vt. stuff, take, fill up, vi. be full, be blocked, stall μπουμπουκιάζω, μπουμπούκιασα, μπουμπουκιασμένος, vt. shoot sb μπουμπουνίζει, v.impers. it's thundering μπουνατσάρει, μπουρδουκλώνω, μπουρδούκλωσα, μπουρδουκλώθηκα, μπουρδουκλωμένος, μπουσουλάω, μπουσούλησα, no -ώ μπουχτίζω, μπούχτισα, μπουχτισμένος, vi.act.mid.ppp. be full, be fed up with μυγιάζομαι, μυρίζω, μύρισα, μυρίστηκα, μυρισμένος, vt. smell, μυρίζομαι, vi.mid. smell μυρώνω, μύρωσα, μυρώθηκα, μυρωμένος, μυώ, μύησα, μυήθηκα, μυημένος, μωραίνω, μώρανα, μωράθηκα, μωρουδίζω,

ναυαγώ, ναυάγησα, ναυαγισμένος, vi. become shipwrecked νευριάζω, νευρίασα, νευριασμένος, vt.act. make or become exasperated. neurotic νικάω./ νικώ, νίκησα, νικιέμαι, νικήθηκα, νικημένος, vt. defeat, win, πήγα, είδα, νίκησα veni, vidi, vici νιώθω./ νοιώθω, ένοιωσα , vt.act. feel, sense, be aware of, realize, understand, sympathize with νοιάζει, ένοιαξε, νοιάστηκα, vi.impers. look after, care about, δε με νοιάζει!, i don't mind, νοιάζομαι, vi.mid. be concerned νοικιάζω, νοίκιασα, νοικάστηκα, νοικιασμένος, vt. let, rent, hire νομίζω, νόμισα, vt.act. think, consider, opinion νομιμοποιώ, νομιμοποίησα, νομιμοποιήθηκα, νομιμοποιημένος , vt. legalize, legitimize νοώ, νοείται, understand, think ντρέπομαι, ντράπηκα, irr, vi.dep. be ashamed, be bashful ντροπιάζω, ντρόπιασα, ντροπιάστηκα, ντροπιασμένος, vt. humiliate, dishonor ντύνω, έντυσα, ντύθηκα, ντυμένος, vt. dress, ντύνομαι, vi.mid. get dressed νυστάζω, νύσταξα, νυσταγμένος , vi.act.mid.ppp. feel sleepy

ξαίνω, έξανα, ξάστηκα, ξασμένος, irr, comb (wool ), braide (hair ) ξαναβλέπω, ξαναείδα./ ξανάδα./ ξανάειδα, irr, vt.act. see again, ξαναβλέπομαι vi.mid.def. see each other again ξανοίγω, ξάνοιξα, ξανοίχτηκα, ξανοιγμένος, vt. make./ become lighter./ brighter, ξανοίγομαι, vi.mid. go out on a limb, put out to sea ξαπλώνω, ξάπλωσα, ξαπλώθηκα, ξαπλωμένος, vt. lie (something ) down, spread out, stretch, ξαπλώνομαι, vi.mid. lie (oneself ) down ξαποστέλνω, ξαπόστειλα, ξαποστάλθηκα, ξαποσταλμένος, irr, dispatch, send packing ξαφνιάζω, ξάφνιασα, ξαφνιάστηκα, ξαφνιασμένος, take by surprise, scare, startle, ξαφνιάζομαι, vi.mid. be surprised ξεβάφω, ξέβαψα, ξεβάφτηκα, ξεβαμμένος, vi. discolor, ξεβάφομαι, vi.mid. remove one's make-up ξεβγάζω, ξέβγαλα, ξεβγάλθηκα, ξεβγαλμένος, irr, rinse, get rid off ξεδιπλώνω, ξεδίπλωσα, ξεδιπλώθηκα, ξεδιπλωμένος, vt. unfold, unfurl, reveal ξεκινάω./ ξεκινώ, ξεκίνησα, ξεκινημένος, vi. set off, start out, vt.act. start ξεκουράζω, ξεκούρασα, ξεκουράστηκα, rest. ξεκουράζομαι, vi.mid. relax ξεμένω, ξέμεινα, irr, vi. be stranded ξεμπλέκω, ξέμπλεξα, vi.act. untangle ξενοιάζω./ ξεννοιάζω, ξένοιασα, ξενοιασμένος, vi.mid.ppp. become free from care ξεντύνω, ξέντυσα, ξεντύθηκα, ξεντυμένος, vt. undress, ξεντύνομαι, vi.mid. get undressed ξενυχτάω./ ξενυχτώ, ξενύχτησα, ξενυχτισμένος, vt.act. keep awake (vi. stay awake ) all night ξεπλένω, ξέπλυνα, ξεπλύθηκα, ξεπλυμένος, irr, vt. rinse, ξεπλένομαι, vi.mid. wash onself down ξεπληρώνω, ξεπλήρωσα, ξεπληρώθηκα, ξεπληρωμένος, vt. repay, pay off ξερνάω./ ξερνώ, ξέρασα, (ξεράστηκα, ξερασμένος ), vt.vt. vomit ξεροβήχω, ξερόβηξα, vi. dry cough ξεροκαταπίνω, ξεροκατάπια, vi. swallow one's saliva ξεροσταλιάζω, ξεροστάλιασα, vi. poireauter ξεροψήνω, ξερόψησα, ξεροψήθηκα, ξεροψημένος, vt. cook well done ξέρω, imperf. ήξερα, (μαθημένος ), irr, vt.def. know, be acquainted with ξετυλίγω, ξετύλιξα, ξετυλίχτηκα, ξετυλιγμένος,, vt. unfold, unroll, unwind, unwrap ξεφεύγω, ξέφυγα, vi. escape ξεχνάω./ ξεχνώ, ξέχασα, ξεχάστηκα, ξεχασμένος,, vt. forget ξεχρεώνω, ξεχρέωσα, ξεχρεώθηκα, ξεχρεωμένος, pay off debt, complete payment ξεχύνω./ ξεχύνομαι, ξεχύθηκα, vi. pour forth, overflow ξεχωρίζω, ξεχώρισα, ξεχωρίστηκα, ξεχωισμένος, vt. separate, distinguish, differentiate, vi.act. be visible ξεψαχνίζω, ξεψάχνισα, ξεψαχνίστηκα, ξεψαχνισμένος, vt. research, investigate ξεψυχάω./ ξεψυχώ, ξεψύχησα, ξεψυχισμένος, vi. feel ardent desire ξηλώνω, ξήλωσα, ξηλώθηκα, ξηλωμένος, take apart, unmake ξημερώνει, ξημέρωσε, ξημερώθηκα, vi.impers. day breaks, ξημερώνομαι, vi.mid. be late, stay up till morning ξοδεύω, ξοδέψω, ξοδεύτηκα, ξοδεμένος, vt. spend, consume ξύνω, έξυσα, ξύστηκα./ ξύθηκα, ξυσμένος,, vt. scratch, scrape, sharpen ξυπνάω./ ξυπνώ, ξύπνησα, (ξύπνιος, -α, -ο ), vi. wake up, rouse ξυπολιέμαι, ξυπολύθηκα, irr, dep. barefoot? ξυρίζω, ξύρισα, ξυρίστηκα, ξυρισμένος, vt. shave, ξυρίζομαι, vi.mid. get a shave, have a shave

ογκώνομαι, ογκώθηκα, ογκωμένος, dep. οδεύω, όδευσα, vi. go, proceed οδηγώ./ οδηγάω, οδήγησα, οδηγήθηκα, οδηγημένος, vt. guide, lead, drive οδοιπορώ, vi.def. journey οδύρομαι, irr, vi.dep.def. lament, wail οικειοποιούμαι, οικειοποιήθηκα, vt.dep. appropriate οικοδομώ, οικοδόμησα, οικοδομήθηκα, οικοδομημένος, vt. build οικονομάω./ οικονομώ, οικονόμησα, οικονομήθηκα, οικονομημένος, vt. save, husband, find, get hold of, make ends meet οικτίρω, pity οκταπλασιάζω./ οχταπλασιάζω, οκταπλασίασα./ οχταπλασίασα, οκταπλασιάστηκα./ οχταπλασιάστηκα, οκταπλασιασμένος./ οχταπλασιασμένος, ολιγωρώ, ολιγώρησα, ολισθαίνω, ολίσθησα, vi. slip ολοκληρώνω, ολοκλήρωσα, ολοκληρώθηκα, ολοκληρωμένος, vt. complete, finish, consummate, integrate (math ) ομιλώ./ ομιλούμαι, vi.def. speak ομολογώ, ομολόγησα, ομολογήθηκα, ομολογημένος, confess, admit ομορφαίνω, ομόρφυνα, vt. embellish, make vi. become beautiful ονειδίζω, ονείδισα, ονειδίστηκα, ονειδισμένος, ονειρεύομαι, ονειρεύτηκα, ονειρεμένος, vt.dep. dream of, vi.dep. dream ονειροπολώ, ονειροπόλησα, vt. dream of, vi. daydream ονομάζω, ονόμασα, ονομάστηκα, ονομασμένος, vt. name, call ονοματίζω, ονομάτισα, οξειδώνω, οξείδωσα, οξειδώθηκα, οξειδωμένος, oxydize οξυγονώνομαι, οξυγονώθηκα, οξυγονωμένος, vt.dep. oxygenate οργανώνω, οργάνωσα, οργανώθηκα, οργανωμένος, vt. organize, οργανώνομαι, vi.mid. get organized, become a signed-up member ορίζω, όρισα, ορίστηκα, ορισμένος, vt. limit, define ορκίζω, όρκισα, ορκίστηκα, ορκισμένος, vt. put under oath, swear in, ορκίζομαι, vi.mid. swear, promise ορμάω./ ορμώ, όρμησα./ όρμηξα, vi. dash, rush οφείλω, όφειλα, οφειλόμενος, irr, vt.def. owe, vi. must, be due./ owed οχυρώνω, οχύρωσα, οχυρώθηκα, οχυρωμένος, vt. fortify, οχυρώνομαι, vi.mid. occupy strong defensive position, arm oneself with excuse or pretext

παγιδεύω, παγίδεψα./ παγίδευσα, παγιδεύτηκα, παγιδευμένος, entrap, trap παγώνω, πάγωσα, παγωμένος, vt.act. freeze, vi.act.mid.ppp. be frozen παθαίνω, έπαθα, irr, vt.act. suffer, sustain, vi.act.mid. be moved παίζω, έπαιζα, έπαιξα, παίχτηκα, παιγμένος , vt. play παίρνω, έπαιρνα, πάρω, πήρα, πάρθηκα, παρμένος, irr, take, carry off, get, receive, accept παλεύω, πάλέψα, vi. wrestle, struggle with πάλλω, irr, vt.def.def. vibrate, πάλλομαι παντρεύω, πάντρεψα, παντρεύτηκα, παντρεμένος, vt. marry, match, παντρεύομαι, vi.mid. get married παραβαίνω, παρέβηκα, να παραβώ, irr, vt.act. break, disobey, infringe, transgress, violate παραγγέλλω./ παραγγέλνω, παράγγειλα./ παρήγγειλα, παραγγέλθηκα, παραγγελμένος, , irr, order, command παραγίνομαι, παραέγινα, παραγινωμένος, become to excess, go too far παράγω, παρήγαγα, παράχθηκα, irr, vt. yield, produce, παράγομαι, vi. be derived παραδειγματίζω, παραδειγμάτισα, παραδειγματίστηκα, παραδειγματισμένος, παραδέρνω, παράδειρα, def. παραδέχομαι, παραδέχτηκα./ παραδέχθηκα, (παραδεδεγμένος ), vt.dep. acknowledge, admit παραδίδω./ παραδίνω, παρέδωσα./ παράδωσα, παραδόθηκα, παραδομένος,, irr, vt. surrender, give up, hand over παραείμαι, παραήμουν, be exceedingly, too much παραθερίζω, παραθέρισα, παραθέτω, παρέθεσα, παρατέθηκα, irr, juxtapose, compare, cite, quote, offer, serve παραιτούμαι, παραιτήθηκα, παραιτημένος, παρακαλώ./ παρακαλάω, παρακάλεσα, ,, vt.act. ask, request, je vous prie, παρακαλούνται οι κύριοι επιβάτες να παραμείνουν στις θέσις τους... παρακάμπω, παρέκαμψα, παρακάμφθηκα, παρακάνω, παράκανα, irr παρακινώ, παρακίνησα, παρακινήθηκα, παρακινημένος, παρακμάζω, παράκμασα./ παρήκμασα, παρακμασμένος, vi.act.mid.ppp. decline παρακολουθώ, παρακολούθησα, παρακολουθήθηκα, vt. watch, surveille, follow, attend, vi. παρακούω, παράκουσα, vt.act. vi. misunderstand, disobey παρακρατάω./ παρακρατώ, παρακράτησα, παρακρατήθηκα, παρακρατημένος, παρακωλύω, παρακώλυσα, παρακωλύθηκα, παραλαμβάνω./ παραλαβαίνω, παρέλαβα, παραλήφθηκα,, irr, vt. receive παραλείπω, παρέλειψα, παραλείφθηκα./ παραλείφτηκα, omit, leave out, neglect παραλύω, παρέλυσα./ παράλυσα, παραλυμένος, vt. paralyse, vi.ppp. become shaky, profligate παραμένω, παρέμεινα, irr, vi. linger, remain, stay παρανοώ, παρανόησα, παρανοήθηκα, vt. misinterpet παραπατάω./ παραπατώ, παραπάτησα, vi. stagger, totter, take a false step παραποιώ, παραποίησα, παραποιήθηκα, παραποιημένος , vt. distort παραπονιέμαι./ παραπονούμαι, παραπονέθηκα, παραπονεμένος, vi.dep. complain παρασκευάζω, παρασκεύασα, παρασκευάστηκα, παρασκευασμένος, vt. prepare παραστέκομαι, παραστάθηκα παρατάω./ παρατώ, παράτησα, παρατήθηκα, παρατημένος, vt. abandon, stop, quit, drop, dump παρατείνω, παρέτεινα, παρατάθηκα, παρατεταμένος, irr, vt. prolong, extend παρατηρώ, παρατήρησα, παρατηρήθηκα, παρατηρημένος, vt. observe, remark παρεισφρέω, παρεισέφρησα, irr, vi.act. intrude oneself παρελαύνω, παρέλασα./ παρήλασα, irr, vi. march past, parade, pass through παρεμβαίνω, παρενέβηκα παρέρχομαι, παρήλθα, irr, vi. pass, το παρελθόν, past παρευρίσκομαι, παρευρέθηκα παρέχω, παρείχα, παρασχέθηκα, παράσχω, παρέσχον, irr, vt. afford, provide, occasion, cause παρίσταμαι, παρέστην, να παραστώ, irr, vi. be present, attend, assist, participate, παριστώ, def. παριστάνω./ παρασταίνω, παράστησα./ παρέστησα, παρεστάθην,, irr, vt. represent, depict, perform, pretend to be παρκάρω, πάρκαρα./ παρκάρισα, παρκαρισμένος, , vt.act. park παρουσιάζω, παρουσίασα, παρουσιάστηκα, παρουσιασμένος, vt. present, display, exhibit, παρουσιάζομαι, vi.mid. appear, make an appearance, present myself πάσχω, (έπαθα ), vi.act.def.mid. stand, tolerate, bear, (suffer ) πατάω./ πατώ, πάτησα, πατήθηκα, πατημένος, tread on, set foot παύω, έπαψα./ έπαυσα, παύτηκα./ παύθηκα , vt. pause, stop, relieve someone of one's duties, fire, vi. stop πάω, πηγαίνω, πήγα, πάω, (πήγαινε, πηγαίνετε ), irr, vi. go πεδικλώνω./ περδικλώνω, vt. πεθαίνω, πέθανα, πεθαμένος, vi.ppp. die, vt.act. kill πείθω, έπεισα, πείστηκα, πεισμένος , persuade πεινάω./ πεινώ, πείνασα, πεινασμένος, vi.act.mid.ppp. be hungry πειράζω, πείραξα, πειράχτηκα, πειραγμένος , vt. vex, πειράζει, impers. to matter, πειράζομαι, vi.mid. be irritated πέμπω, έπεμψα, επέμφθην, send περατώνω, vt. finish πέρδομαι, vi.dep. fart, break wind περεχύνω, vt. pour liquid over, drench περηφανεύομαι, περηφανεύτηκα περιαρπάζω, vt. seize, abuse περιαυτολογώ, vi. brag περιβάλλω, περιέβαλλα, περιβλήθηκα, περιβλημένος./ περιβεβλημένος, , irr, vt. surround, clothe, το περιβάλλον, environment, η περιβολή, attire, dress περιγελώ, vt. mock, cheat περιγράφω, περιέγραψα, περιγράφτηκα./ περιγράφηκα, περιγεγραμμένος,, irr, vt. describe περιδιαβάζω, vi. stroll περιεργάζομαι, vt. scrutinize περιέρχομαι, περιήλθα, irr, vi.dep. travel through περιέχω, περιείχα, περιέχομαι, irr, vt.def.def. include, contain, η περιοχή region, area, district, το περιεχόμενο contents περιηγούμαι, vt.dep. travel through, tour περιθάλπω, vt. tend, care for περικλείω, vt. enclose, contain περικόπτω, vt. curtail περικυκλώνω, vt. encircle περιλαμβάνω./ περιλαβαίνω, περιέλαβα./ περίλαβα, περιλήφθηκα./ περιλήφτηκα,, irr, vt. contain, hold, include περιλούζω, περιέλουσα, περιλούστηκα, περιλουσμένος, vt. shower περιμαζεύω, περιμάζεψα, περιμαζεύτηκα, vt. pick up περιμένω, (περίμεινα ), irr, vt. await περιοδεύω, περιόδευσα, vi. tour περιορίζω, περιόρισα, περιορίστηκα, περιορισμένος, vt. confine, restrict περιπαίζω, περιέπαιξα , vt.act. mock, dupe περιπίπτω, vt. fall into hands, η περίπτωση, case, circumstance περιπλανιέμαι./ περιπλανώμαι./ περιπλανώ, περιπλανήθηκα, περιπλανημένος, vi.dep. wander, roam περιπλέκω, περιέπλεξα, περιπλέχθηκα./ περιπλέχτηκα, περιπεπλεγμένος,, vt. interlace, entangle, complicate περιπλέω, περιέπλευσα, vt. sail περιποιούμαι./ περιποιώ, περιποιήθηκα, περιποιημένος , vt.dep. look after, ich kümmere mich um ... περισπώ, περιέσπασα, περισπώμαι, περιεσπάσθν, vt.dep. distract (attention ) περισσεύω, περίσσεψα, vi. be left over, περισσευούμενα περιστέλλω, vt. restrict, check, curb περιστοιχίζω, vt. surround περιστρέφω, περιέστρεψα, περιστράφηκα, περιστραμμένος,, irr, vt. rotate περισυλλέγω, vt. pick up, harbor, rescue περισώζω, vt. preserve, rescue περιτοιχίζω, vt. build a wall around περιτριγυρίζω, vt. encircle, go around, court περιτυλίγω./ περιτυλίσσω, περιτύλιξα, περιτυλίχτηκα, περιτυλιγμένος,, περιφέρω, περιέφερα, (def. περιφέρομαι ) περιφράζω, περιέφραξα, περιφράχτηκα, περιφραγμένος , vt. periprhase, summarize περιφρονώ, περιφρόνησα, περιφρονήθηκα, περιφρονημένος, vt. despise, disdain περιχύνω, περιέχυσα, περιχύθηκα, περιχυμένος, vt. splash, pour over περνάω./ περνώ, πέρασα, περάστηκα, περασμένος,, vt. pierce, thread, cross, go through, vi. blow over, pass through, drop by περονιάζω, vt. pierce περπατάω./ περπατώ, περπάτησα, περπατημένος, vi.mid.ppp. walk πετάω./ πετώ, πετάξα, πετάχτηκα, πεταμένος./ πεταγμένος,,. vt. throw, let drop, toss, waste, vi. fly, πετιέμαι./ πετάγομαι, vi.mid. hurry πετρώνω, vt. petrify πέφτω, έπεσα, πεσμένος, irr, vi.ppp. fall, μου έπεσε το βιβλίο, i dropped the book πηγάζω, πήγασα, vi. rise, spring, stem from πηδάω./ πηδώ, πήδηξα./ πήδησα, πηδήχτηκα,, jump, leap πήζω, vt. curdle, thicken πηλαλώ, vi. run πιάνω, έπιασα, πιάστηκα, πιασμένος, vt. catch, clutch, grasp, seize, take hold of, πιάνομαι, vi.mid. catch on, get the idea, get caught, get stiff, hold on, quarrel with πιέζω, πίεσα, πιέστηκα, πιεσμένος./ πεπιεσμένος, vt. press, squeeze πικραίνω, make or become bitter, πικραίνομαι, vi.mid. be grieved πικρίζω, vi. taste bitter πίνω, ήπια, πιώθηκα, πιωμένος, irr, drink, πίνομαι, def. πιστεύω, πίστεψα, vt.act. believe, think, πιστεύεται, impers. man glaubt, it is believed πλάθω, έπλασα, πλάστηκα, πλασμένος , vt. shape, form, create πλανώ./ πλανιέμαι./ πλανώμαι, πλανήθηκα, vt. mislead, vi.mid. wander, be mistaken πλέκω, έπλεξα, πλέχτηκα, πλεγμένος,, vt. knit πλένω./ πλύνω, έπλυνα, πλύθηκα, πλυμένος, irr, vt. wash, πλένομαι, vi.mid. wash (oneself ) πλέω, έπλεα, έπλευσα, vi. float, sail πληγώνω, πλήγωσα, πληγώθηκα, πληγωμένος, vt. wound, hurt, offend πληθαίνω, πλήθυνα, vt.act. multiply, vi.act. increase πληροφορώ, πληροφόρησα, πληροφορήθηκα, πληροφορημένος, vt. inform πληρώ, πληρούμαι, irr, vt.def. fill, fulfil πληρώνω, πλήρωσα, πληρώθηκα, πληρωμένος, vt. pay for πλησιάζω, πλησίασα, vt.act. approach, vi. get near, πλησιάζομαι, vi.mid. approach πλήττω, έπληξα, πλήγηκα,, irr, vt. strike, wound, afflict, πλήττομαι, vi.mid. be bored πνέω, έπνευσα, vt.act. blow, vi.mid. breathe one's last πνίγω, έπνιξα, πνίγηκα, πνιγμένος,, irr, vt. drown, suffocate, choke, strangle ποικίλλω, εποίκιλα, ποικιλμένος, irr, vt.act. vary, vi.act.mid.ppp. be diverse, varied, η ποικιλία, diversity, assortment ποιούμαι./ ποιώ, ποιήθηκα, ποιημένος, make, do πολεμάω./ πολεμώ, πολέμησα, πολεμήθηκα, vt. fight πολιορκώ, πολιόρκησα, πολιορκήθηκα, πολιορκημένος, vt. besiege πολλαπλασιάζω, πολλαπλασίασα, πολλαπλασιάστηκα, πολλαπλασιασμένος, vt. multiply πολώνω, πόλωσα, πολώθηκα, πολωμένος, vt. polarize ποναώ./ πονώ, πονούσα, πόνεσα, πονεμένος, vt.act. hurt smbdy, be attracted to, care for, vi.act.mid.ppp.mid. hurt, feel pain ποτίζω, πότισα, ποτίστηκα, ποτισμένος, vt. water, irrigate, vi. steep in water, saturate πουλαώ./ πουλώ, πούλησα, πουλιέμαι, πουλήθηκα, πουλημένος, vt. sell πραγματοποιώ, πραγματοποίησα, προγματοποιήθηκα, πραγματοποιημένος , vt. realize, carry out, fulfill πράττω, έπραψα, επράχθην, πεπραγμένος, vt.act. do, πράγμα thing, πράξη deed πρέπει, έπρεπε, irr, vi.impers.def. it is necessary, must πρήζω, έπρηξα, πρήστηκα, πρησμένος, irr, vt. swell, inflate, πρήζομαι, vi.mid. pester πριμοδοτώ, πριμοδότησα, πριμοδοτήθηκα, πριμοδοτημένος, vt. subsidize, favor πριονίζω, πριόνισα, πριονίστηκα, πριονισμένος, vt. cut with a saw (ένα πριόνι ) προάγω, προήγαγα, (προάχθηκα ), προηγμένος, irr, vt. advance, promote, facilitate προαισθάνομαι, προαισθάνθηκα , irr, vt.dep. know in advance προαλείφομαι, vi.dep.def.pres. +για prepare oneself for προαναγγέλλω, προανήγγειλα./ προανάγγειλα, προαναγγέλθηκα, προαναγγελμένος, , irr, vt. announce in advance, predict προαναφέρω, προανέφερα./ προανάφερα, προαναφέρθηκα./ προανεφέρθην, irr, vt. mention in advance προασπίζω, προάσπισα, vt. defend προβαίνω, (προέβη-προέβησαν ), (να προβώ ), irr, vi. advance προβάλλω, πρόβαλα./ προέβαλα, προβλήθηκα, προβεβλημένος, , irr, vt. stick out, highlight, project, extend, cast (shadow ), offer (resistance ), show (film ), raise (objection ), vi. appear, προβάλλομαι, vi.mid. sell oneself προβάρω, πρόβαρα./ προβάρισα, , vt.act. try on clothes, rehearse προγραμματίζω, προγραμμάτισα, προγραμματίστηκα, προγραμματισμένος, προγράφω, προέγραψα, προγράφτηκα./ προγράφηκα, προγραμμένος προδιαθέτω, προδιέθεσα./ προδιάθεσα, προδιατίθεμαι, προδιατέθηκα, προδιατεθειμένος, irr, προδίδω./ προδίνω, πρόδωσα, προδόθηκα, προδομένος,, irr, vt. betray, η προδοσία, betrayal προειδοποιώ, προειδοποίησα, προειδοποιήθηκα, προειδοποιημένος , vt. forewarn, notify in advance προηγούμαι, προηγήθηκα, vi.dep.gen. precede, come first, προηγούμενος adj. previous προϊσταμαι, προέστην, προϊστάμενος vi.gen.dep. be at the head of προκαλώ, προκάλεσα, προκλήθηκα, irr, vt. challenge, provoke προκαταλαμβάνω, προκατέλαβα, προκατειλημμένος, irr, vt.act. occupy in advance, prepare, bias, spin πρόκειται, επρόκειτο, vi.impers. it is a matter of, has to do with προλαμβάνω./ προλαβαίνω, πρόλαβα, να προληφθώ,, irr, vt. avert, prevent, anticipate, forestall, wait (for the bus ), πριν προλάβει να ρωτήσει, before he could ask προοδεύω, προόδευσα./ προόδεψα, προοδευμένος, vi.ppp. progress προσαρμόζω, προσάρμοσα, προσαρμόστηκα, προσαρμοσμένος, vt. fit, fix, adapt, adjust προσαρτώ, προσάρτησα, προσαρτήθηκα, προσαρτημένος, vt. annex προσαυξάνω, προσαύξησα, προσαυξήθηκα, προσαυξημένος,, irr, vt. increase even more προσβάλλω, πρόσβαλα./ προσέβαλα, προσβλήθηκα, προσβλημένος./ προσβεβλημένος, , irr, vt. insult, offend, affront, attack, το προσβολή, insult, attack προσβλέπω, προσέβλεψα, vt.act, expect, count on προσγειώνω, προσγείωσα, προσγειώθηκα, προσγειωμένος, vt. land (a plane ) προσδένω, προσέδεσα, προσδέθηκα, προσδεμένος./ προσδεδεμένος, vt. attach προσδίδω, προσέδωσα, προσδόθηκα, irr, vt. lend, impart προσδιορίζω, προσδιόρισα, προσδιορίστηκα, προσδιορισμένος, vt. determine, fix, ascertain προσδοκώ, προσδοκώμαι, vt.def.def. hope for, expect προσεγγίζω, προσέγγισα, προσεγγίστηκα, vt. bring near, approach, draw near, approximate, vi. approach προσελκύω, προσέλκυσα, προσελκύστηκα, vt. attract attention προσέρχομαι, προσήλθα, irr, vi.dep. present oneself προσεταιρίζομαι, προσεταιρίστηκα, vt.dep. join forces, associate προσεύχομαι, προσευχήθηκα, vt. pray προσέχω, πρόσεξα, προσεγμένος, vt.act. observe, pay attention to, mind, care for, look after, vi.act.mid.ppp. be careful προσηλυτίζω, προσηλύτισα, προσηλυτίστηκα, προσηλυτισμένος, vt. proselytize, convert προσηλώνω, προσήλωσα, προσηλώθηκα, προσηλωμένος, vt. nail, fix προσθαλασσώνω, προσθαλάσσωσα, προσθαλασσώθηκα, προσθαλασσωμένος, προσθέτω, πρόσθεσα, προστίθεμαι, προστέθηκα, irr, vt. add, η πρόσθεσις, (process of ) addition, η προσθήκη, thing added προσκαλώ, προσκάλεσα, προσκλήθηκα, προσκαλεσμένος./ προσκεκλημένος, , vt. invite, call, summon, cause, effect πρόσκειμαι, vi.dep.def.log. be near, sympathize with, προσκείμενος, adjacent προσκολλώμαι, προσκολλήθηκα, προσκολλημένος, vt.dep. adhere, be fixed./ attached προσκομίζω, προσκόμισα, προσκομίστηκα, vt. bring forward, produce προσκρούω, προσέκρουσα, vi. collide προσκυνάω./ προσκυνώ, προσκύνησα, προσκυνημένος, vt.act. worship, pay respects to προσλαμβάνω, προσέλαβα, προσλήφθηκα,, irr, vt. employ, engage, assume προσμένω, (impf. πρόσμενα ), irr, vt.act.def. wait./ hope for προσορμίζω, προσόρμισα, προσορμίστηκα, vi. put into port προσπαθώ, προσπάθησα, vt.act. make an attempt, vi. try, προσπάθεια προσπερνάω./ προσπερνώ, προσπέασα, vt.act. overtake, overcome, out distance, pass προστατεύω, προσστάτεψα, προστατεύτηκα, προστατευμένος, vt. protect προστυχαίνω, προστύχεψα, vt. make vulgar, vi. become vulgar προσυπογράφω, προσυπέγραψα, προσυπογράφτηκα./ προσυπογράφτηκα, προσυπογραμμένος,, vt. countersign, approve προσφέρω, πρόσφερα./ προσέφερα, προσφέρθηκα./ προσεφέρθην, irr, vt. offer, προσφέρομαι, vi.mid. offer one's services, be suitable for προσφεύγω, προσέφυγα, irr, vi. (+σε ), resort to προσφωνώ, προσφώνησα, vt. address, salute προσχεδιάζω, προσχεδίασα, προσχεδιάστηκα, προσχεδιασμένος, draft, plan, prepare in advance προσχωρώ, προσχώρησα, vi. (+σε ) adhere to προσωποποιώ, προσωποποίησα, προσωποποιήθηκα, προσωποποιημένος , vt. personify προτάσσω, προέταξα./ πρόταξα, προτάχθηκα./ προτάχτηκα,, put ahead, preceed, appose προτείνω, πρότεινα, προτάθηκα, προτεταμένος, irr, vt. propose, suggest προτιμάω./ προτιμώ, προτίμησα, προτιμήθηκα, vt. prefer προϋποθέτει-προϋποθέτουν, προϋπέθετε-προϋπέθεταν, προϋποτίθεται def. προϋπολογίζω, προϋπελόγισα, προϋπελογίσθν προφταίνω, πρόφτασα, vt.act. anticipate, forestall, catch up with, vi. be or act in time προφυλάσσω./ προφυλάω, προφύλαξα, προφυλάσσομαι./ προφυλάγομαι, προφυλάχθηκα./ προφυλάχτηκα, προφυλαγμένος,, irr, protect (oneself ) προχωράω./ προχωρώ, προχώρησα, προχωρημένος, vi.act.mid.ppp. proceed, progress, move forward πυρώνω, πύρωσα, πυρώθηκα, πυρωμένος, vt. make red hot or warm πωλώ, πώλησα, πωλήθηκα, vt. sell, πωλείται, for sale

ραβδίζω, ράβδισα, vt.act. beat with a stick ράβω, έραψα, ράφτηκα, ραμμένος, vt. sew ραγίζω./ ραΐζω, ράγισα./ ράισα, ραγισμένος./ ραϊσμένος, crack ραδιουργώ, ραδιούργησα, vi. intrigue against ραίνω, έρανα, vt.act. sprinkle ραμφίζω, ράμφισα, vt.act. peck ραντίζω, ράντισα, ραντίστηκα, ραντισμένος, vt. sprinkle, shower ραπίζω, ράπισα, vt.act. slap the face of ραφινάρω, ραφινάρισα, ραφιναρίστηκα, ραφιναρισμένος, vt. refine ρέβω./ ρεύω, έρεψα./ έσκαψα, vi. decay, melt ρεγουλάρω, ρεγουλάρισα, ρεγουλαρισμένος, vt. regulate ρεζιλεύω, ρεζίλεψα, ρεζιλεύτηκα, ρεζιλεμένος, vt. ridicule, humiliate ρελιάζω, ρέλιασα, ρελιάστηκα, ρελιασμένος, hem (a dress ) ρεμβάζω, ρέμβασα, ρέπω, vt. incline ρετουσάρω, ρετουσάρισα, ρετουσαρισμένος, vt. retouch (a photo ) ρεύομαι, ρεύτηκα, vi. burp. belch ρευστοποιώ, ρευστοποίησα, ρευστοποιήθηκα, ρευστοποιημένος , vt. liquify (a gas ) ρεφάρω, ρεφάρισα, vi. (se ) refaire, remake, catch up (in a game ) ρέω, έρρευσα, vi. flow, το ρεύμα, current ρημάζω, ρήμαξα, ρημαγμένος , vt.act. ruin, devastate, vi.act.mid.ppp. fall into ruin, neglect ριγάω./ ριγώ, ρίγησα, vt.act. rule, make lines ριγώνω, ρίγωσα, ριγωμένος, vt.act. rule, make lines ριζώνω, ρίζωσα, ριζώθηκα, ριζωμένος, vt. root, fix ρισκάρω, ρισκάρισα, vt.act. risk ρίχνω, έριξα, ρίχτηκα, ριγμένος, vt. throw, cast, drop, pour, sprinkle, knock./ pull down, cheat, post a letter ριψοκινδυνεύω, ριψοκινδύνεψα./ ριψοκινδύνευσα, vt.act. risk, vi.act. take risks ρουφάω./ ρουφώ, ρούφηξα, ρουφήχτηκα, ρουφηγμένος,, vt. sip, suck, gulp, slurp, swallow, absorb, kiss passionately ροχαλίζω, ροχάλισα, vi. snore ρυθμίζω, ρύθμισα, ρυθμίστηκα, ρυθμισμένος, vt. regulate, arrange, configure, set up ρυμουλκώ, ρυμούλκησα, ρυμουλκήθηκα, ρυμουλκημένος, vt. tow, lead by the nose ρυπαίνω, ρύπανα, ρυπάνθηκα,, vt. make dirty ρωτάω./ ρωτώ, ρώτησα, ρωτιέμαι, ρωτήθηκα, vt. ask

σαπίζω, σάπισα, σαπισμένος, vi.act.mid.ppp. rot, spoil σαπουνίζω, σαπούνισα, σαπουνίστηκα, σαπουνισμένος, vt. soap σατιρίζω, σατίρισα, σατιρίστηκα, σατιρισμένος, vt. satirize σβήνω, έσβησα, σβήστηκα, σβησμένος, vi.vt. extinguish, quench, put out σέβομαι, σεβάστηκα, irr, vt.dep. respect σείω, έσεισα, σείστηκα,, irr, vt. shake, σείομαι./ σειέμαι, vi.mid. sway σερβίρω./ σερβίρομαι./ σερβιρίζομαι, σέρβιρα./ σερβίρισα, σερβιρίστηκα, σερβιρισμένος, vt. serve σέρνω, έσυρα, σύρθηκα, συρμένος, irr, vt. draw, pull, drag σηκώνω, σήκωσα, σηκώθηκα, σηκωμένος, vt. stand./ stood up, lift up, σηκώνομαι, vi.mid. get up, σήκωσε!, stand up! σημαίνω, σήμανα, σεσημασμένος, vt. mean, signify, vi.act.mid.ppp. matter, be important σημειώνω, σημείωσα, σημειώθηκα, σημειωμένος, vt. mark, note, σημειώνεται, -ονται, impers. there is./ are σιδερώνω, σιδέρωσα, σιδερώθηκα, σιδερωμένος, vt. iron σιχαίνομαι, σιχάθηκα, σιχαμένος, vt.dep.mid.ppp. hate, be sick of σιωπώ, σιώπησα, vi.act.mid. be./ remain silent σκάβω, έσκαψα, σκάφτηκα, σκαμμένος, vt. dig, carve, hollow out σκάζω./ σκάω, έσκαγα, έσκασα, σκασμένος, irr, vt.act. burst, vex, exasperate, be the death of, vi.act.mid.ppp. be chapped, burst open, σκάσε! shut up! σκεπάζω, σκέπασα, σκεπάστηκα, σκεπασμένος, vt. cover, protect, roof, screen σκέφτομαι./ σκέπτομαι, σκέφτηκα./ σκέφθηκα./ σκέπτηκα, (εσκεμμένος ),, vt.dep. think, vi.dep. σκηνοθετώ, σκηνοθέτησα, σκηνοθετήθηκα, σκηνοθετημένος, vt. stage σκιαγραφώ, σκιαγράφησα, σκιαγραφήθηκα, σκιαγραφημένος, vt. sketch σκιάζω, σκίασα, σκιάστηκα, σκιασμένος, vt. shade, cast a shadow over σκιάζω, έσκιαξα, σκιάχτηκα, σκιαγμένος , vt. frighten, σκιάζομαι, vi.mid. be scared./ frightened σκιαμαχώ, def. σκίζω./ σχίζω, έσκισα./ έσχισα, σκίστηκα./ σχίστηκα, σκισμένος./ σχισμένος, vt. tear σκληραίνω./ σκληρύνω, σκλήρυνα, vt.act. harden σκοπεύω, σκόπευσα, vt.act. vi. aim, intend σκορπίζω./ σκορπάω, σκόρπισα, σκορπίστηκα, σκορπισμένος,, vt. scatter, σκορπίζομαι./ σκορπιέμαι σκοτίζω, σκότισα, σκοτίστηκα, σκοτισμένος, vt. darken σκοτώνω, σκότωσα, σκοτώθηκα, σκοτωμένος , vt. kill, σκοτώνομαι, vi.pass. be killed, vi.mid. kill oneself, suicide σκούζω, έσκουξα , vi. howl σκουληκιάζω, σκουλήκιασα, σκουληκιασμένος, σκουντάω./ σκουντώ, σκούντησα./ σκούντηξα, (σκουντήχτηκα ), (σκουντηγμένος ), ( ), vt. prod, push, shove σκουντουφλάω, σκουντούφλησα, σκουντουφλιάζω, σκουντούφλιασα, σκουντουφλιασμένος, σκουπίζω, σκούπισα, σκουπίστηκα, σκουπισμένος, vt. sweep, vacum, clean, wipe, dry, η σκούπα, broom σκύβω, έσκυψα, σκυμμένος, vi.ppp. bend down, stoop over σοκάρω, σόκαρα./ σοκάρισα, σοκαρίστηκα, σοκαρισμένος, , σοτάρω, σόταρα./ σοτάρισα, σοταρίστηκα, σοταρισμένος, , σουτάρω, σούταρα./ σουτάρισα, σοφάρω, σοφάρισα, σπάζω./ σπάω./ σπω, έσπαγα, έσπασα, σπάστηκα, σπασμένος, irr, vt. break, smash, rack, ο σπαστικός pain-in-the-ass, (adj. -ή, -ό ), handicapped, spastic, spasmodic σπαταλώ./ σπαταλάω, σπατάλησα, σπαταλήθηκα, σπαταλημένος, vt. waste σπείρω./ σπέρνω, έσπειρα, σπάρθηκα, σταρμένος, irr, vt. sow σπεκουλάρω, σπεκουλάρισα, σπεύδω, έσπευσα, εσπευσμένος, irr, vi. hasten, hurry, rush into στάζω, έσταξα , vt.act. drip, leak σταματάω./ σταματώ, σταμάτησα, σταματημένος, vt.act. stop στεγνώνω, στέγνωσα, στεγνωμένος, vt.act. dry, vi.act.mid.ppp. dry oneself στέκω./ στέκομαι, στάθηκα, irr, vi.dep.semi. stand up./ still, στάση station, στάσου! stand still! stop! detente! στελεχώνω, στελέχωσα, στελεχώθηκα, στελεχμένος, executive στέλνω./ στέλλω, έστειλα, στάλθηκα, σταλμένος, irr, vt. send στενάζω, στέναξα , vi. lament, sigh, groan στενεύω, στένεψα, στενεμένος, vt. take in, be too tight for, vi. be narrow στενοχωρώ./ στεναχωρώ./ στεναχωράω, στενοχώρησα./ στεναχώρησα./ στεναχώρεσα, στενοχωρήθηκα./ στεναχωρήθηκα./ στεναχωρέθηκα, στενοχωρημένος./ στεναχωρημένος, vt. upset, στενοχορούμαι, vi.mid. be upset, get upset στέργω, έστερξα, στερεοποιώ, στερεοποίησα, στερεοποιήθηκα, στερεοποιημένος , make firm στερεύω, στέρεψα, vt. dry (up ) στερεώνω, στερέωσα, στερεώθηκα, στερεωμένος, vt. fasten, make firm, make stable, fix, prop up, cement στεριώνω, στέριωσα, στεριωμένος, στερώ, στέρησα, στερήθηκα, στερημένος, vt. deprive sb of sth, στερούμαι, vi.mid. miss, lack, want for, do without στεφανώνω, στεφάνωσα, στεφανώθηκα, στεφανωμένος, vt. crown, vi. be the best man, στεφανώνομαι, vi.mid. get married στέφω, έστεψα, στέφθηκα, εστεμμένος, στηλιτεύω, στηλίτευσα, στηλιτεύτηκα./ στηλιτεύθηκα, pillar στήνω, έστησα, στήθηκα, στημένος, vt. stand./ set upright στηρίζω, στήριψα, στηρίχτηκα./ στηρίχθηκα, στηριγμένος , vt. prop, support, vi. lean for support, be based or grounded on, στηρίζομαι σε, vi.mid. rely on στιγματίζω, στιγμάτισα, στιγματίστηκα, στιγματισμένος, spot, condemn, mark, tarnish στιλβώνω, στίλβωσα, στιλβώθηκα, στιλβωμένος, στιχουργώ, στιχούργησα, versify στοιβάζω, στοίβαξα, στοιβάχτηκα, στοιβαγμένος , to pile up, put in a pile, στοιβάζομαι, vi.mid. cram στοιχηματίζω, στοιχημάτισα, vt.act. bet, vi. bet, το στοίχημα, bet στοιχίζω, στοίχισα, vt.act. cost, upset, line up, ο στοίχος, line, vi. cost (alot ), στοιχίζομαι, vi.mid. get in line στολίζω, στόλισα, στολίστηκα, στολισμένος, vt. adorn, embellish, trim, στολίζομαι, vi.mid. dress up στρέφω, έστρεψα, στράφηκα, στραμμένος,, irr, vt. turn, vi.mid. turn oneself around, do an about face στρίβω, έστριψα, στρίφτηκα, στριμμένος, vt.vi. turn, twist, twirl, spin, στρίβομαι... στρυμώχνω, στρύμωξα, στρυμώχτηκα, στρυμωγμένος, squeeze, squash in crowd, press hard στρώνω, έστρωσα, στρώθηκα, στρωμένος, vt. spread, cover, tile, pave, tidy, vi. fit, lie flat, settle down, run smoothly, στρώνομαι, vi.mid. install oneself στύβω, έστυψα, στύφτηκα, στυμμένος, vt. squeeze, press, wring, drain, bleed dry συγγράφω, συνέγραψα, συγγράφηκα, συγγραμμένος,, irr, vt. write, author συγκαλύπτω, συνεκάλυψα, συνεκαλύφθν, συγκεκλυμμένος, vt. conceal, hush up συγκρίνω, συνέκρινα, συνεκρίθην, συγκεκριμένος, irr, vt. compare συγχαίρω, συγχάρηκα, irr, vt.semi. congratulate συγχέω, συνέχυσα, συγχύθηκα, συγκεχυμένος, vt.dep.dep.* confound, confuse συγχωράω./ συγχωρώ, συγχώρεσα./ συγχώρησα, συγχωρέθηκα./ συγχωρήθηκα, συγχωρεμένος./ συγχωρημένος, ,, vt. forgive συζητάω./ συζητώ, συζήτησα, συζητιέμαι./ συζητούμαι, συζητήθηκα, συζητημένος, discuss, talk about συζώ, vi.def. live together, σύζυγος, spouse συκοφαντώ, συκοφάντησα, συκοφαντήθηκα, συκοφαντημένος, vt. calumniate, slander συλλαβίζω, συλλάβισα, συλλαβίστηκα, συλλαβισμένος, vt. spell, read with difficulty συλλαμβάνω, συνέλαβα, (συνελήφθη-συνελήφθησαν ),, irr, vt. catch, seize, apprehend, arrest, capture, conceive a child συλλέγω, συνέλεξα, συλλέχθηκα./ συλλέχτηκα, συλλεγμένος,, irr, collect, gather, pick συλλογίζομαι./ συλλογιέμαι, συλλογίστηκα, συλλογισμένος, irr, vt. think about, consider, vi. think συλλυπούμαι, συλλυπήθηκα, send condolence συλώ, σύλησα, συλήθηκα, συλημένος, συμβαδίζω, συμβάδισα, vt. keep up with συμβαίνει - συμβαίνουν, συνέβη-συνέβησαν./ συνέβηκε-συνέβηκαν, να συμβεί, irr, vi.semi.impers. happen, occur συμβάλλω, συνέβαλα, συμβλήθηκα, συμβεβλημένος, , irr, vt. contribute to συμβιβάζω, συμβίβασα, συμβιβάστηκα, συμβιβασμένος, vt. reconcile, συμβιβάζομαι, vi.mid. compromise, be reconciled with συμβιώνω, συμβίωσα, coexist συμβολίζω, συμβόλισα, συμβολίστηκα, συμβολισμένος, vt. symbolize συμβουλεύω, συμβούλεψα, συμβουλεύτηκα, vt. advise, συμβουλεύομαι, vt.mid. consult συμμαζεύω, συμμάζεψα, συμμαζεύτηκα, συμμαζεμένος, vt. pick up, get together, tidy up, put in order, restrain, curb, vi. συμμαχώ, συμμάχτησα, ally συμμερίζομαι, συμμερίστηκα, vt.dep. sympathize with, share συμμετέχω, (συμμετείχα ), (να συμμετάσχω ), irr, vi. + σε participate, take part, join in συμμορφώνω, συμμόρφωσα, συμμορφώθηκα, συμμορφωμένος, vt. bring into line, improve, knock into shape, smarten up, συμμορφώνομαι, vi.mid. tidy oneself up, comply with συμπαθώ, συμπάθησα, like, feel for συμπαραστέκομαι, συμπαραστάθηκα, irr, vt.dep. support, assist, συμπαρίσταμαι συμπαρασύρω, συμπαρέυσα, irr συμπάσχω, συνέπασχα, συμπεθεριάζω, συμπεθέριασα, συμπεραίνω, συμπέρασα, vt. conclude, infer, suppose, συμερεαίνεται, impers. συμπεριλαμβάνω, συμπεριέλαβα, συμπεριλήφθηκα,, irr, vt. include συμπεριφέρομαι, συμπεριφέρθηκα, irr, vi. behave συμπιέζω, συμπίεσα, συμπιέστηκα, συμπιεσμένος, vt. compress συμπίπτω, συνέπεσα, irr, vi. coincide, converge, befall, so happen, η σύμπτωση, coincidence συμπλέκω, συνέπλεξα, (συμπλέχθηκα./ συνεπλάκην ) συνεπλάκη - συνεπλάκησαν, (συμπλεγμένος ),, irr, vt. assemble, combine, interlace, ο συμπλέκτης, clutch, το σύμπλεγμα, assembly, συμπλέκομαι, vi.mid. clash, come to blows, η συμπλοκή, affray, clash συμπλέω, συνέπλευσα, sail together συμπληρώνω, συμπλήρωσα, συμπληρώθηκα, συμπληρωμένος, vt. complete, finish off, complement συμπτύσσω, συνέπτυξα, συνεπτύχθην, συνεπτυγμένος,, vt. shorten, abbreviate, vi. fall back (of troops ) συμφέρει, συνέφερε, vi.impers. it is to ones advantage, it pays συμφιλιώνω, συμφιλίωσα, συμφιλιώθηκα, συμφιλιωμένος, vt. reconcile, συμφιλιώνομαι με, vi.mid. become reconciled with συμφωνώ, συμφώνισα, συμφωνήθηκα, συμφωνημένος, vt. agree συναγωνίζομαι, συναγωνίστηκα, vt.dep.def. fight together, compete with συνανταώ./ συναντώ, συνάντησα, συναντιέμαι./ συναντώμαι, συναντήθηκα, vt. to meet, vi. be found (of quotations ) συνάπτω, σύναψα./ συνήψα, συνάφθηκα./ συνήφθην, συνημμένος,, irr, vt. append, contract, conclude, join (hands, battle ) συνδέω, σύνδεσα./ συνέδεσα, συνδέθηκα, συνδεμένος./ συνδεδεμένος, vt. connect, συνδέομαι, vi.mid. have a relation συνδυάζω, συνδύασα, συνδυάστηκα, συνδυασμένος, vt. join, match, combine συνειδητοποιώ, συνειδητοποίησα, συνειδητοποιήθηκα, συνειδητοποιημένος , vt. realize, become aware of συνεισφέρω, συνεισέφερα, vt.vi. contribute συνεπαίρνω, συνεπήρα, vt. carry away, overwhelm συνέρχομαι, συνήλθα, irr, vi.dep. come together, reunite, recover, come to one's senses συνεφέρνω, συνέφερα, irr, vt. revive, bring to, vi.act.mid. come to συνεχίζω, συνέχισα, συνεχίστηκα, vt.vi.impers. continue συνηθίζω, συνήθισα, συνηθισμένος, vt.act. get used to, be in the habit of, vi.act.mid.ppp. become accustomed συνθέτω, συνέθεσα./ σύνθεσα, συντέθηκα, irr, vt. compose, συντίθεμαι vi.mid. be the synthesis, η σύνθεση, composition, η συνθήκη, treaty συνθηκολογώ, συνθηκολόγησα, vi. capitulate, surrender συνθλίβω, συνέθλιψα, συνθλίφτηκα, συνθλιμμένος./ συντεθλιμμένος, irr, vt. crush, destroy συνίσταμαι, συνιστάμενος, irr, vi.dep.def. (+από ) consist of, be composed of, το μείγμα συνίσταται από τρία στοιχεία, the mixture consists of three elements συνιστώ./ συσταίνω, συνέστησα./ σύστησα, συνιστώμαι, συστάθηκα./ συνεστήθην, συστημένος, irr, vt. constitute, establish, institute, set up, found, συνιστώ μια εταιρεία, to establish a company, introduce, advise, recommend συνοδεύω, συνόδεψα, συνοδεύτηκα, συνοδευμένος, vt. accompany, escort συντάσσω, συνέταξα, συντάχθηκα./ συντάχτηκα, συντεταγμένος./ συνταγμένος,, vt. write up, draft, line up, arrange, το σύνταγμα constitution, η σύνταξη editorial staff συντονίζω, συντόνισα, συντονίστηκα, συντονισμένος, vt. to tune together, coordinate συντρέχω, συνέτρεξα./ συνέδραμα, (aor.subj. συνδράμω ), irr, vt.act. aid, meet, contribute, lat. concurro συντρίβω, συνέτριψα, συντρίφτηκα, συντετριμμένος, irr, vt. crush, smash συνωμοτώ, συνωμότησα, vi. plot, conspire, κατά του κράτους, against the state συρρέω, συνέρρευσα, vi. throng, flock σύρω, έσυρα, σύρθηκα, συρμένος, irr, vt. draw, pull, drag συσκευάζω, συσκεύασα, συσκευάστηκα, συσκευασμένος, vt. pack, box, put up./ away συσσωρεύω, συσσώρευσα, συσσωρεύθηκα, συσσωρευμένος, vt. accumulate συστέλλω, συνέστειλα, συνεστάλην, συνεσταλμένος, , contract, feel hesitant or shy συστήνω, σύστησα, συστήθηκα, συστημένος, vt. introduce -> συνιστώ συχνάζω, vi.def. (+ σε ) frequent, be a regular (customer ) of σφάζω, έσφαξα, σφάχτηκα, σφαγμένος , vt. slaughter σφάλλω, έσφαλα, εσφαλμένος, irr, vi.act.mid.ppp. be mistaken, make a misake, το σφάλμα, mistake σφετερίζομαι, σφετερίστηκα, vt.dep. embezzle σφηνώνω, σφήνωσα, σφηνώθηκα, σφηνωμένος, vt. wedge, vi. be jammed, stuck, σφηνώνομαι, vi.mid. get stuck σφίγγω, έσφιξα, σφίχτηκα, σφιγμένος,, vt. squeeze, tighten, pinch, vi. σφίγγομαι, vi.mid. strain, try hard σφουγγίζω, σφούγγισα, σφουγγίστηκα, σφουγγισμένος, vt. wipe σφυρίζω./ σφυράω, σφύριξα, σφυρίχτηκα , vt. whistle, whisper, hiss (at ), vi. σχεδιάζω, σχεδίασα, σχεδιάστηκα, σχεδιασμένος, draw, sketch, design, το σχέδιο, plan, drawing σχετίζω, σχέτισα, σχετίστηκα, σχετισμένος, connect, associate, compare, relate, σχετίζομαι, vi.mid. be or get acquainted σχηματίζω, σχμάτισα, σχηματίστηκα, σχηματισμένος, vt. form, shape, το σχήμα, design, figure σχηματοποιώ, σχηματοποίησα, σχηματοποιήθηκα, σχηματοποιημένος , formalize, design σχολάω./ σκολάω./ σχολάζω, σχόλασα./ σκόλασα, vi. not be at work, be on vacation, stop work, vi. let out of school, dismiss from job, fire σχολιάζω, σχολίασα, σχολιάστηκα, σχολιασμένος, vt. comment on, criticize, annotate, edit σώζω./ σώνω, έσωσα, σώθηκα, σωσμένος, vt. save, σώζομαι, vi.mid. escape, save myself, survive σώνω, έσωσα, σώθηκα, σωμένος./ σωσμένος, vt. save, preserve, be enough, reach (with hands ), σώνομαι, vi.mid. use up, run out σωπαίνω, σώπασα, vi.act.mid. be silent, quiet, σώπα! σωρεύω, σώρευσα, σωρεύτηκα./ σωρεύθηκα, σωρευμένος, σωριάζω, σώριασα, σωριάστηκα, σωριασμένος, vi. collapse σωφρονίζω, σωφρόνισα, σωφρονίστηκα, σωφρονισμένος, vt. bring to reason, correct, reform

ταγγίζω, τάγγισα, ταγγισμένος, vi.act.mid.ppp. rot, go rancid τάζω, έταξα , vt. vow, promise, vi.act.mid. make a vow ταΐζω, τάισα, ταΐστηκα, ταϊσμένος, vt. feed ταξιδεύω, ταξίδεψα, ταξιδεμένος, vt.act. transport, vi.act.mid.ppp. travel τάσσω, έταξα, τάσσομαι, τάχθηκα./ τάχτηκα./ ετάχθην, ταγμένος./ τεταγμένος, vt. place, marshall, array τείνω, έτεινα, ετάθην, τεταμένος, irr, vt. stretch, strain, vi. tend, lead to, be aimed at τελειώνω, τέλειωσα./ τελείωσα, τελειωμένος, vt.act. end, give up, finish, vi.act.mid.ppp. exhaust, use up τελώ, τέλεσα, τελέστηκα./ ετελέσθην, τετελεσμένος, , vt. do, make, perform, celebrate, hold, τελούμαι, vi.mid. be, exist, take place, τέλειος, -α, -ο, adj. perfect, τέλεια, adv. perfectly, τελείως, adv. completely, τελικά, adv. finally τέμνω, έτεμνον, ετμήθην, τετμημένος, vt.def. cut, pass through (a road ), έτμησα, τμήθηκα, (τε )τμημένος τεντώνω, τέντωσα, τεντώθηκα, τεντωμένος, vt. stretch, tighten, tone, τεντώνομαι, vi.mid. stretch, strain τερματίζω, τερμάτισα, τερματίστηκα, τερματισμένος, vt. conclude, end, terminate, wind up τέρπω, έτερψα, vt. give pleasure to τηγανίζω, τηγανίσα, τηγανίστηκα, τηγανισμένος, vt. fry τήκω, έτηξα, τετηγμένος, vt. melt, τήκουμαι, vi.mid. pine, languish τηλεγραφώ, τηλεγράφησα, vt. cable, send a telegraph τηλεφωνώ./ τηλεφωνάω, τηλεφώνησα, τηλεφωνήθηκα, vt. call, telephone, τηλεφωνιέμαι, vi.mid. speak on the phone τηρώ, τήρησα, τηρήθηκα, τηρημένος, vt. uphold, honor, adhere to, abide by, keep, preserve, observe τίκτω, έτεκον, ετέχθην, vt. give birth, bring forth τιμάω./ τιμώ, τίμησα, τιμήθηκα, τιμημένος, vt. honor, pay tribute to, recognize, be a credit to, do justice to τιμωρώ, τιμώρησα, τιμωρήθηκα, τιμωρημένος, vt. punish τινάζω, τίναξα, τινάχτηκα, τιναγμένος , vt. toss, shake, beat, hurl, fling, τινάζομαι, vi.mid. jump up, start, brush something off one's clothes τολμώ./ τολμάω, τόλμησα, vt.act. dare, vi.act.mid, take risks τονίζω, τόνισα, τονίστηκα, τονισμένος, vt. stress, highlight, accent, accentuate τοποθετώ, τοποθέτησα, τοποθετήθηκα, τοποθετημένος, vt. put, place, plant, τοποθετούμαι, vi.mid. position oneself, take a stand τραβάω./ τραβώ, τράβηξα, τραβιέμαι, τραβήχτηκα, τραβηγμένος,, vt. draw, pull, drag τραγουδάω./ τραγουδώ, τραγούδησα, τραγουδήθηκα, τραγουδισμένος, vt. sing τρατάρω./ τρατέρνω, τράταρα./ τρατάρισα, , vt.act. offer, pay for τραυματίζω, τραυμάτισα, τραυματίστηκα, τραυματισμένος, vt. wound, injure, το τραύμα, injury τραχύνω, τράχυνα, τραχύνθηκα,, vt. roughen, worsen τρελαίνω, τρέλανα, τρελάθηκα, τρελαμένος,, vt. drive someone insane, τρελαίνομαι, vi.mid. go mad, Τρελαθήκατε Κύριε Σποκ; τρέμω, (τρεμάμενος ), vi.def. shake, shiver, tremble τρενάρω, τρέναρα./ τρενάρισα, , vi. delay, drag on τρέπω, έτρεψα, τράπηκα, τραμμένος, irr, vt.vi. turn, convert, divert, change τρέφω, έθρεψα, τράφηκα./ θράφηκα, θρεμμένος, irr, vt. feed, foster, nourish, provide for, τρέφομαι, vi.mid. feed on, be raised on, be healed τρέχω, έτρεξα, vi.act. run τρίβω, έτριψα, τρίφτηκα, τριμμένος, vt. scrub, rub, sand, grate, grind, τρίβομαι, vi.mid. crumble, show signs of wear τρίζω, έτριξα , vi. creak, squeak, grind teeth τρομάζω, τρόμαξα, τρομαγμένος , vt.act. frighten τρομοκρατώ, τρομοκράτησα, τρομοκρατήθηκα, τρομοκρατημένος, vt. terrorize τροποποιώ, τροποποίησα, τροποποιήθηκα, τροποποιημένος , vt. modify τροφοδοτώ, τροφοδότησα, τροφοδοτήθηκα, τροφοδοτημένος, vt. supply, fuel, feed, provide τρυπώ./ τρυπάω, τρύπησα, τρυπήθηκα, τρυπημένος, make a hole in, pierce, puncture, punch, vi. have a puncture, be full of holes, τρυπιέμαι, vi.mid. shoot onself up (with drugs ) τρυπώνω, τρύπωσα, τρυπώθηκα, τρυπωμένος, vt. hide τρω./ τρώω./ τρώγω, έφαγα, (φάω./ φάγω ), (φάγε./ φάε, φάτε ), τρώγομαι, φαγώθηκα, φαγωμένος,, irr, vt. eat τσιμπάω./ τσιμπώ, τσίμπησα, τσιμπιέμαι, τσιμπήθηκα, τσιμπημένος, vt. prick, pinch, nip, bite, peck, eat lightly τυλίγω, τύλιξα, τυλίχτηκα, τυλιγμένος,, vt. coil, wind, roll up, wrap τυποποιώ, τυποποίησα, τυποποιήθηκα, τυποποιημένος , vt. standardize τυπώνω, τύπωσα, τυπώθηκα, τυπωμένος, vt. print, publish τυραννάω./ τυραννώ, τυράννησα, τυραννήθηκα, τυραννισμένος, be a tyrant, torment, harass τυφλώνω, τύφλωσα, τυφλώθηκα, τυφλωμένος, vt. make blind, τυφλώνομαι, vi.mid. go blind τυχαίνει - τυχαίνουν, έτυχα - έτυχαν, irr, vi.act.mid. (+gen. ) be lucky, happen to be, impers.

υγιαίνω, vi.act.mid. be in good health υγραίνω, ύγρανα, υγράνθηκα,, vt. moisten, υγραίνομαι, vi.mid. grow moist, get damp υγροποιώ, υγροποίησα, υγροποιήθηκα, υγροποιημένος , vt. liquefy υδρεύομαι, υδρεύτηκα./ υδρεύθηκα, (υδρευμένος ) , vi.dep.mid. be supplied with water υιοθετώ, υιοθέτησα, υιοθετήθηκα, υιοθετημένος, vt. adopt υλοποιώ, υλοποίησα, υλοποιήθηκα, υλοποιημένος , vt. materialize, υλοποιούμαι, vi.mid. appear, become materialized υμνώ, ύμνησα, υμνήθηκα, υμνημένος, celebrate υπαγορεύω, υπαγόρευσα./ υπαγόρεψα, υπαγορεύτηκα./ υπαγορεύθηκα, υπαγορευμένος , vt. dictate υπάγω, υπάχθηκα, vt. place under, vi. go, ύπαγε εν ειρήνη, go in peace, υπάγομαι σε, vi.mid. be classified as, be answerable to υπαινίσσομαι, υπαινίχθηκα, vt.dep. hint at υπακούω, υπάκουσα, vt.act. obey sbdy, vi. obey υπαναχωρώ, υπαναχώρησα, vi. withdraw discretly υπάρχω, υπήρξα, υπάρξω, irr, vi. exist, σκέφτομαι, άρα υπάρχω. υπεκφεύγω, υπεξέφυγα υπερασπίζω, υπεράσπισα, υπερασπίστηκα, vi.vt. defend υπερβαίνω, υπερέβη - υπερέβησαν, να υπερβώ, irr, vi. go beyond, overstep, surpass, top, transgress υπερβάλλω, υπερέβαλα, , irr, vt.act. exaggerate, exceed υπογράφω, υπέγραψα./ υπόγραψα, υπογράφτηκα./ υπογράφηκα, υπογεγραμμένος./ υπογραμμένος, irr, vt. sign (on the dotted line ), sign up (subscribe ) υποθέτω, υπέθεσα, υποτίθεμαι, να υποτεθεί, irr, vt.impers. suppose, presume, υποθήκη, mortgage, υπόθεση, hypothesis, matter, affair, business υποκλέπτω, υπέκλεψα, υποκλάπηκα, irr, vt. steal craftily υποκλίνομαι, υποκλίθηκα, vi.dep. bow, curtsey υποκρίνομαι, υποκρίθηκα, vt.dep. pretend, play, υποκρισία hypocrisy, insincere, feigned υποκρύπτω, υπέκρυψα, υποκρύπτομαι, υποκύπτω υπέκυψα, vi. bend, give way, succomb υπολείπομαι, vi.dep.def. to be left over./ behind, inferior υπολήπτομαι, υπολογίζω, υπολόγισα, υπολογίστηκα, υπολογισμένος, vt. calculate υπομένω, υπέμεινα, irr, vt.act. endure, vi.act. be patient υπομνηματίζω, υπομνημάτισα, υπομνηματίστηκαμ υπομνηματισμένος, remind υπονομεύω, υπονόμευσα, υπονομεύτηκα./ υπονομεύθηκα, υπονομευμένος, vt. undermine, dig a tunnel in υπονοώ, (υπονόησα, υπονοήθηκα ), vt.def. imply, hint at, insinuate, υπονοείται, impers. it is understood υποπίπτω, υπέπεσα, irr, vi + εις, fall into (error ) υποπτεύομαι, υποπτεύτηκα./ υποπτεύθηκα , vt.dep. suspect υποσιτίζω, υποσίτισα, υποσιτίστηκα, υποσιτισμένος, υποσκάπτω, υπέσκαψα, υποσκάτηκα./ υποσκάφτηκα, υποσκελίζω, υποσκέλισα, υποσκελίστηκα, υποσκελισμένος, vt. supplant, thwart υποστηρίζω, υποστήριξα, υποστηρίχτηκα./ υποστηρίχθηκα, υποστηριγμένος , vt. defend, support, η υποστήριξη, defense υποστυλώνω, υποστύλωσα, υποστυλώθηκα, υποστυλωμένος, υπόσχομαι, υποσχέθηκα, (υποσχεμένος ), irr, vt.dep. promise υποτάσσω, υπέταξα, υποτάχθηκα./ υποτάχτηκα, υποταγμένος,, vt. bring into submission, vi. submit υποφέρω, υπέφερα./ υπόφερα, vt.act. stand, tolerate, bear, endure, suffer, feel pain, υποφέρεται, impers. be tolerated υποχρεώνω, υποχρέωσα, υποχρεώθηκα, υποχρεωμένος, oblige υποχωρώ, υποχώρησα, vi. retreat, give way, abate, subside υποψιάζομαι, υποψιάστηκα, υποψιασμένος, vi.dep. suspect υστερώ, υστέρησα, vi. lag behind, be lacking in, not have (with gen. or σε ) υφαίνω, ύφανα, υφάνθηκα, υφασμένος,, vt. weave υφίσταμαι, υπέστην, υποστώ, irr, vi.dep. exist, undergo υψώνω, ύψωσα, υψώθηκα, υψωμένος, vt. raise, elevate, υψώνομαι vi.mid. climb

φαίνομαι, φάνηκα, irr, vi.dep. appear φανερώνω, φανέρωσα, φανερώθηκα, φανερωμένος, vt. show, reveal, express, uncover, φανερώνομαι, vi.mid. appear φαντάζομαι, φαντάστηκα, φαντασμένος, vt.dep. imagine, think φαντάζω, φάνταξα , vi. make an effect, look glamorous φαρδαίνω, φάρδυνα, widen φεγγρίζω, vi. be semi-transparent φέγγω, εφεξα, vi. shine φείδομαι, εφείσθην, vi.gen. spare, abstain from hurting φέρνω, έφερα, φέρθηκα, φερμένος, irr, vt. bring, brought, introduce, import, lead, conduct, go, call, produce, cause, raise, look like./ resemble somebody, φέρνομαι, vi.mid. behave, conduct myself φέρω, έφερα, φέρθηκα, irr, vt. carry, bear, have, wear, behave, act like φεύγω, έφυγα, irr, vi. flee, leave, depart, go (away ) φθείρω, έφθειρα, φθάρηκα./ εφθάρην, φθαρμένος, irr, vt. erode, ruin, waste, damage, spoil, impair, corrupt, perish, vi. wear out φθίνω, irr, vi.def. decline, wane φθονώ, φθόνησα, φυονούμαι, vt. envy φιγουράρω, φιγουράρισα, vi. appear φιλάω./ φιλώ, φίλησα, φιλήθηκα, φιλημένος, kiss φιλεύω, φίλεψα, φιλεμένος, vt. give φιλιώνω, φίλωσα, φιλωμένος, φιλοδοξώ, φιλοδόξησα, vt. aspire to, φιλοδοξία ambition φιλονικώ, φιλονίκησα, vi. argue φιλοξενώ, φιλοξένησα, φιλοξενήθηκα, φιλοξενημένος, put up, take in, accomodate, host, publish φιλοσοφώ, φιλοσόφησα, φιλοσοφημένος, φιλοτεχνώ, φιλοτέχνησα, φιλοτεχνήθηκα, φιλοτεχνημένος, friend of the arts φιλοτιμούμαι./ φιλοτιμιέμαι, φιλοτιμήθηκα, pride, conscientiousness φιλτράρω, φίλτραρα./ φιλτράρισα, φιλτραρίστηκα, φιλτραρισμένος, , vt. filter φοβάμαι./ φοβούμαι, φοβήθηκα, φοβισμένος, vt. fear, be afraid φοβερίζω, φοβέρισα, vt.act. threaten φοβίζω, φόβισα, φοβισμένος, vt.act.ppp. frighten, threaten, scare φονεύω, φόνευσα, φονεύτηκα./ φονεύθηκα, φονευμένος, kill, murder φοράω./ φορώ, φόρεσα, φοριέμαι, φορέθηκα, φορεμένος,, vt. wear φορτώνω, φόρτωσα, φορτώθηκα, φορτωμένος, vt. load, take on cargo φουντώνω, φούντωσα, φουντωμένος, vi.act.mid.ppp. grow tufty, larger φράζω, έφραξα, φράχτηκα, φραγμένος , vt. enclose, fence φρεσκάρω, φρέσκαρα./ φρεσκάρισα, φρεσκαρίστηκα, φρεσκρισμένος, , freshen φροντίζω, φρόντισα, φροντισμένος, vi.ppp. (with για ) look after, mind, take care of φρονώ, vt.act.def. think, judge φρουρώ, φρούρησα, φρουρήθηκα, φρουρημένος, vt. guard, surveille φρυγανίζω, φρυγάνισα, φρυγανίστηκα, φρυγανισμένος, vt. grill, fry φταίω, έφταιξα, irr, vi.act.mid. blame φτάνω./ φθάνω, έφτασα, φτασμένος, vt.act. reach, catch up with, vi.act.mid.ppp. be enough, arrive φταρνίζομαι./ φτερνίζομαι, φταρνίστηκα./ φτερνίστηκα, vi.dep. sneeze φτερουγίζω./ φτερουγάω./ φτερουγώ, φτερούγισα, vi. flutter φτηναίνω, φτήνυνα, vt.vi. make./ become cheaper φτιασιδώνομαι, φτιασιδώθηκα, φτιασιδωμένος, φτιάχνω./ φτιάνω, έφτιαξα, φτιάχτηκα, φτιαγμένος, vt. arrange φτουράω, no -ώ, vi. go a long way, be economical φτυαρίζω, φτυάρισα, φτύνω, έφτυσα, φτύστηκα, φτυσμένος, vt. spit on, vi. φτωχαίνω, φτώχυνα, make or become poor φυγαδεύω, φυγάδευσα./ φυγάδεψα, φυγαδεύτηκα./ φυγαδεύθηκα, φυγαδευμένος , vt. help to escape φυγομαχώ, φυγομάχησα, φυλακίζω, φυλάκισα, φυλακίστηκα, φυλακισμένος, vt. imprison φυλάω./ φυλάγω, φύλαξα, φυλάχτηκα, φυλαγμένος, irr, vt. guard, φυλάγομαι, vi.mid. be careful, take precaution, beware of φυλλομετράω./ φυλλομετρώ, φυλλομέτρησα, vt. leaf through (a book ) φυλλοροώ, φυλλορόησα, vi. shed leaves φύομαι, vi.dep.def.pres. grow, be fond of (plants ) φυραίνω, φύρανα, vi. shrink, lose weight φυσάω./ φυσώ, φύσηξα, vt. blow out, vi. puff, blow φυσομανάω./ φυσομανώ, vi.def. rage φυτεύω, φύτεψα, φυτεύτηκα, φυτεμένος, vt. plant, implant, bury φυτοζωώ, vi. live penuriously, barely exist φυτρώνω, φύτρωσα, φυτρωμένος, vi, grow, come up (plants ) φωλιάζω, φώλιασα, φωλιασμένος, vi. nestle φωνάζω, φώναξα , vt.act. shout to./ at, call, vi. shout φωνασκώ, vi. bawl φωσφορίζω, φωταγωγώ, φωταγώγησα, φωταγωγήθηκα, φωταγωγημένος, vt. illuminate φωτίζω, φώτισα, shine on, give light to, enlighten φωτογραφίζω, φωτογράφισα, φωτογραφήκα, φωτογραφημένος, irr, vt. photograph φωτοτυπώ, φωτοτύπησα, φωτοτυπήθηκα, φωτοτυπημένος,

χαζεύω, χάζεψα, vi. be stupid, gape, idle away one's time χαζολογάω./ χαζολογώ, χαζολόγησα, χαϊδεύω, χάιδεψα, χαϊδεύτηκα, χαϊδεμένος, vt. stroke, cuddle, caress, touch, pamper, χαϊδεύομαι, vi.mid. desire caresses χαϊδολογάω./ χαϊδολογώ, χαϊδολόγησα, vt. caress repeatedly χαίνω, vi. gape χαιρετάω./ χαιρετώ, χαιρέτησα, χαιρετήθηκα, vt. greet, salute χαιρετίζω, χαιρέτισα, χαιρετίστηκα, vt. greet, salute χαίρω./ χαίρομαι, χάρηκα, irr, vi.dep. be glad, happy, enjoy, ich freue mich χαλαρώνω, χαλάρωσα, χαλαρωμένος, vt. loosen, relax χαλάω./ χαλώ./ χαλνώ, χάλασα, χαλασμένος, vt.act. break, put out of order, vi.act. deteriorate, spoil χαλιναγωγώ, χαλιναγώγησα, χαλιναγωγήθηκα, χαλιναγωγημένος, vt. lead by bridle χαλκεύω, χάλκευσα./ χάλκεψα, χαλκεύτηκα./ χαλκεύθηκα, χαλκευμένος , vt. make out of copper χαλυβδώνω, χαλύβδωσα, χαλυβδώθηκα, χαλυβδωμένος, vt. steel-plate χαμηλώνω, χαμήλωσα, χαμηλωμένος, vt. lower, bring down χαμογελάω./ χαμογελώ, χαμογέλασα, vi. smile χαμπαρίζω./ χαμπαριάζω, χαμπάρισα./ χαμπάριασα, vt. take notice of χαντακώνω, χαντάκωσα, χαντακώθηκα, χαντακωμένος, vt. ruin (effect of ) χάνω, έχασα, χάθηκα, χαμένος, vt. lose, lost, miss, μη το χάσεις!, don't miss it! χαράζω./ χαράσσω, χάραξα, χαράχτηκα, χαραγμένος , vt. carve, engrave, scratch, rule (lines ), vi. cut, χαράζει .impers. day breaks χαρακτηρίζω, χαρακτήρισα, χαρακτηρίστηκα, χαρακτηρισμένος, vt. characterize χαρακώνω, χαράκωσα, χαρακώθηκα, χαρακωμένος, vt. rule (lines ), vi. take shelter χαραμίζω, χαράμισα, χαραμίστηκα, χαραμισμένος, vt. waste, spend in vain χαρατσώνω, χαράτσωσα, χαρατσώθηκα, χαρατσωμένος, vt. (fam ) extract contribution from χαριεντίζομαι, χαριεντίστηκα, vi. be in flirtatious mood, turn on the charm χαρίζω, χάρισα, χαρίστηκα, χαρισμένος, vt. make a present, vi. treat with favor or indulgence χαριτολογώ, χαριτολόγησα, vi. say witty things χαρμανιάζω, χαρμάνιασα, χαροπαλεύω, χαροπάλεψα, χαροποιώ, χαροποίησα, vt. make happy χαρτζιλικώνω, χαρτζιλίκωσα, χαρτζιλικώθηκα, χαρτζιλικωμένος χαρτογραφώ, χαρτογράφησα, χαρτογραφήθηκα, χαρτογραφημένος χαρτοπαίζω , def. χαρτοσημαίνω, χαρτοσήμανα, χαρτοσημάνθηκα, χαρτοσημασμένος, χασκογελάω./ χασκογελώ, def. χάσκω, irr, vi.def. be wide open, gape χασμουριέμαι./ χασμουρώμαι, χασμουρήθηκα , vi. yawn χασομεράω./ χασομερώ, χασομέρησα, vt. waste time, loiter χαστουκίζω, χαστούκισα, χάφτω./ χάβω, έχαψα,, vt. gulp down, swallow χαχανίζω, χαχάνισα, χέζω, έχεσα, χέστηκα, χεσμένος, vt. (fam ) defecate (on ), vi. be in a funky mood χειμάζομαι, χειμάστηκα, vi.dep. suffer hardships of winter χειμωνιάζει, χειμώνιασε, v.imper winter comes on χειραγωγώ, χειραγώγησα, χειραγωγήθηκα, χειραγωγημένος, vt. lead by the hand χειραφετώ./ χειραφετούμαι, χειραφετήθηκα, χειραφετημένος, vt.dep. emancipate χειρίζομαι, χειρίστηκα, vt. handle, manage, operate χειροδικώ, χειροδίκησα, χειροκροτάω./ χειροκροτώ./ χειροκροτιέμαι./ χειροκροτούμαι, χειροκρότησα, χειροκροτήθηκα, vt. applaud, clap χειρονομώ, def. χειροτερεύω, χειροτέρεψα, vt. make or become worse χειροτονώ, χειροτόνησα, χειροτονήθηκα, χειροτονημένος, χειρουργώ, χειρούργησα, χειρουργήθηκα, χειρουργημένος, vt. operate χηρεύω, χήρεψα, vi.act.mid. be widowed χιλιάζω, χίλιασα, χιμάω./ χιμώ, χίμηξα, χιονίζει, χιόνισε, vi.impers. it snows χλευάζω, χλεύασα, χλευάστηκα, χλευασμένος, vt. mock, deride χλιμιντρίζω, χλιμίντρισα, vi. neigh, whinney χλωμιάζω, χλώμιασα, vi. grow pale χνουδιάζω, χνούδιασα, χολιάζω, χόλιασα, χολιασμένος, vt. annoy, vi. get annoyed χολοσκάνω, irr, vt. upset, vi. get upset χολώνω, χόλωσα, χολώθηκα, χολωμένος, χοντραίνω, χόντρυνα, vt. make thicker or fatter, vi. become thicker χορεύω, χόρεψα, vt.act. dance, vi. dance, χορεύεται, impers. es wird getanzt, (now ) we will dance χορηγώ, χορήγησα, χορηγήθηκα, χορηγημένος, vt. provide, grant χοροπηδάω./ χοροπηδώ, χοροπήδησα./ χοροπήδηξα, vi. gambol, jump about χοροστατώ, χοροστάτησα, χορταίνω, χόρτασα, χορτασμένος, vt.act. satisfy the hunger of; vi.act.mid.ppp. be satiated χορταριάζω, χορτάριασα, χορταριασμένος, vi. get covered with grass χουγιάζω, χούγιαξα, vt. drive flocks by shooing, shout at , χουζουρεύω, χουζούρεψα, χουφτώνω, χούφτωσα, vt. grab χρειάζομαι, χρειάστηκα, vt. need, require; vi. be necessary χρεμετίζω, χρεμέτισα, vi. neigh, whinny χρεοκοπώ, χρεοκόπησα, χρεοκοπημένος, vi. go bankrupt χρεώνω, χρέωσα, χρεώθηκα, χρεωμένος, vt. debit, vi. incur debts χρήζει-χρήζουν χρηματίζω, χρημάτισα, χρηματίστηκα, vi. he served as mayor, take bribes χρησιμεύω, χρησίμεψα, vi. be of use, serve χρησιμοποιώ, χρησιμοποίησα, χρησιμοποιήθηκα, χρησιμοποιημένος , vt. use, utilize χρησμοδοτώ, χρησμοδότησα, vt. finance χρίζω./ χρίω, έχρισα, χρίστηκα, χρισμένος, vt. anoint χρονίζω, χρόνισα, vi. take a long time, drag on χρονογραφώ, χρονογράφησα, vi. cronicle χρονολογώ, χρονολόγησα, χρονολογήθηκα, χρονολογημένος, χρονομετράω./ χρονομετρώ, χρονομέτρησα, χρονομετρήθηκα, χρονομετρημένος, χρονοτριβώ, vi.def. waste time, dawdle χρυσίζω, vi. shine like gold χρυσώνω, χρύσωσα, χρυσώθηκα, χρυσωμένος, vt. gild χρωματίζω, χρωμάτισα, χρωματίστηκα, χρωματισμένος, vt. color, paint, dye, tint χρωστάω./ χρωστώ, χρωστούσα, vt.def. be in debt, owe χτενίζω, χτένισα, χτενίστηκα, χτενισμένος, vt. comb, dress hair χτίζω, έχτισα, χτίστηκα, χτισμένος, vt. build, found city, wall in χτικιάζω, χτίκιασα, χτικιασμένος, ppp χτυπάω./ χτυπώ, χτύπησα, χτυπήθηκα, χτυπημένος, vt. knock, tap, beat, strike, χτυπιέμαι, vi.mid. fight, struggle, shout, beat one's chest χυλώνω, χύλωσα, χυλωμένος, vi. form creamy consistency χυμώ, χύμηξα, vi. rush, swoop χύνω, έχυσα, χύθηκα, χυμένος, vt. pour, shed, spill, flow, spread, melt χωλαίνω, vi. be lame, limp, make slow progress χωνεύω, χώνεψα, χωνεύτηκα, χωνεμένος./ χωνευμένος, vi.vt. digest, smelt, be half spent or decomposed χώνω, έχωσα, χώθηκα, χωμένος, vt. thrust, stuff, stick, force, χώνομαι, vi.mid. butt in, meddle χωρατεύω, χωράτεψα, χωράω./ χωρώ, χώρεσα, vt.act.act. hold, contain, have room for χωρίζω, χώρισα, χωρίστηκα, χωρισμένος, vt. separate, part, divide, divorce, χωρίζομαι, vi.mid. break up, part ways

ψαλιδίζω, ψαλίδισα, ψαλιδίστηκα, ψαλιδισμένος, vt. cut, clip ψάλλω, έψαλα, ψάλθηκα, ψαλμένος, irr, vt. sing, chant ψαραίνω, vi. turn grey ψαρεύω, ψάρεψα, ψαρεύτηκα, vt. fish (for ), vi. fish ψαύω, έψαυσα, vt. touch, feel ψάχνω, έψαξα, ψάχτηκα, ψαγμένος, vt. search (for ), vi. search one's pockets ψαχουλεύω, ψαχούλεψα, search, grope ψεγαδιάζω, vt. find fault with ψέγω, έψεξα, vt. blame, reprehend ψειριάζω, ψείριασα, ψειρασμένος, vi.act.mid.ppp. become lousy ψειρίζω, ψείρισα, vt. get rid of lice ψεκάζω, ψέκασα, ψεκάστηκα, ψεκασμένος, vt. spray ψελλίζω, ψέλλισα, vt. stammer ψέλνω, έψαλα, ψάλθηκα, ψαλμένος, irr, vt. sing ψευδίζω, ψεύδισα, vi. lisp ψευδολογώ, vi. tell lies ψεύδομαι, εψεύσθην, irr, vi.dep.def. lie ψευτίζω, ψεύτισα, ψευτισμένος, vt. lower quality of (goods ) ψευτοζώ./ ψευτοπερνώ, vi. scrape a living ψηλαφίζω, ψηλάφισα, ψηλαφώ, vt. feel, finger, grope ψηλώνω, ψήλωσα, vt. make or grow higher or taller ψήνω, έψησα, ψήθηκα, ψημένος, vt. bake, roast, cook, torment ψήνομαι, vi.mid. mature, ripen, get very hot ψηφάω./ ψηφώ, ψήφησα, vt. heed respect ψηφίζω, ψήφισα, ψηφίσυηκα, ψηφισμένος, vt. vote (for ), vi. vote ψηφοθηρώ, vi. solicit votes ψιθυρίζω, ψιθύρισα, vi. murmur, whisper ψιλαίνω, vt. make thinner ψιλοβρέχει, impers. ψιλοκόβω, ψιλόκοψα, ψιλοκομμένος, ψιλοκοσκινίζω, ψιλοκοσκίνισα, ψιλοκοσκινίστηκα, ψιλοκοσκινισμένος, ψιλολογάω./ ψιλολογώ, ψιλολόγησα, vt. examine minutely ψιλορωτώ, vt. ask someone many details ψιττακίζω, vt. parrot ψιχαλίζει, v.imper it drizzles ψιψιρίζω, vt. examine minutely ψοφάω./ ψοφώ, ψόφησα, vi. die (of animals ) ψοφολογώ, vi. sleep (pej ) ψυλλιάζομαι, ψυλλιάστηκα, ψυλλιασμένος, vt.dep. make suspicious, vi.dep.mid. become suspicious ψυχαγωγώ, ψυχαγώγησα, ψυχαγωγήθηκα, ψυχαγωγημένος, ψυχαναλύω, ψυχανέλυσα, vt.act. psychoanalyse ψυχανεμίζομαι, ψυχανεμίστηκα, ψυχολογώ, ψυχολόγησα, ψυχολογημένος, vt. read the mind of ψυχομαχώ./ ψυχορραγώ, vi.mid.def. be in the throws of death ψυχραίνω, ψύχρανα, ψυχράθηκα./ ψυχράνθηκα, ψυχραμένος,, vt. make cold, ψυχραίνομαι, vi.mid. get cold, cool off ψύχω, έψυξα, ψύχθηκα,, vt. freeze, cool, make cold ψωμοζώ, vi. eke out one's existence ψωμώνω, vi. develop well, fill out ψωνίζω, ψώνισα, ψωνίστηκα, vt. buy, vi. go shopping, queer or crazy, ψωνίζομαι, vi.mid. (of prostitutes ) go looking for a client ψωριάζω, ψώριασα, ψωριασμένος, vi.act.mid.ppp. become mangy ψωριώ, vi.mid. have scabies or mange

ωθώ, ώθησα, ωθήθηκα, vt. push, impell ων, vi.part. being ωριμάζω, ωρίμασα, ωριμασμένος , vi.act.mid.ppp. ripen, mature ωρύομαι, vi.dep.def. howl ωτακουστώ, vi. eavesdrop ωφελώ, ωφέλησα, ωφελήθηκα, ωφελημένος, vt. benefit, ωφελούμαι, vi.mid. benefit, profit ωχριώ, ωχρίασα, vi.act.mid. become pale